Γιώργος Προκοπίου: ο πολεμικός ζωγράφος

24 Οκτωβρίου 2011

Από τα έργα που ζωγράφισε ο Γιώργος Προκοπίου στο μέτωπο της Αλβανίας σώθηκε μόνο ένα· το «Αργυρόκαστρο». Καθώς ήταν ατέλειωτο.Πηγή όταν ο καλλιτέχνης αρρώστησε, στερέωσε το τελάρο με την «καλή» πλευρά του μέσα στο καπάκι της μεγάλης κασετίνας του και με τρόπο που φαινόταν μόνον η πλάτη του έργου, ένας σκούρος μουσαμάς. Έτσι δεν έγινε αντιληπτό από τους άγνωστους εκείνους που λεηλάτησαν τις αποσκευές του από το στρατιωτικό αυτοκίνητο που τον έφερνε, νεκρό πια, στο σπίτι του στις 21 Δεκεμβρίου 1940.

Τραγική ειρωνεία! Τα εικαστικά ντοκουμέντα του αλβανικού μετώπου για τα οποία θυσίασε τη ζωή του χάθηκαν για τους οικείους του, για τους φιλότεχνους, για την ιστορία και για την πατρίδα μας.

Όπως φαίνεται από το πρόχειρο ημερολόγιό του και τα γράμματα του στη γυναίκα του, ο Γιώργος Προκοπίου είχε προλάβει να ζωγραφίσει αρκετά σκίτσα με μολύβι ή κάρβουνο αλλά και με χρώμα και να πάρει πολλές φωτογραφίες.

Ημερολόγιο

«2 Δεκεμβρίου 40

«Στις 4.12 έφυγα για Κακαβιά, Δυο χιλιόμετρα προ της Κακαβιάς συνάντησα το πυροβολικό, όπου έκαμα το πρώτο σκίτσο. Την ίδια ημέρα έφθασα εις Πέπελη».

«3.12.40

»Μεγάλη μάχη της Βόδριταα. Έκαμα σκίτσα. Τα βουνά κατάλευκα από χιόνι. Εις χωρίον Γιαργουτσιώτις εγένετο μάχη. Εσκιτσάρισα με χρώματα τας διαφόρους φάσεις την 3η και 4η του μηνός.

«5.12.40

Έκαμα σκίτσα και φωτογράφισα αιχμαλώτους παραδιδόμενους. Στην Πέπελη επερίμενα επί 4 ημέρες. Εφωτογράφισα τον Λοχαγό Πετρόπουλο και εις ετέραν φωτογραφίαν τον ίδιον μετά του Επιτελείου του. Εις Μοναστήρι ετράβηξα 2 φωτογραφίες Ιταλών βαθμοφόρων τραυματιών».

«10.12.40

«Εις Αργυρόκαστρον εφθάσαμε προ μεσημβρίας. Ετοποθετήοαμε τα πράγματα και επεδόθην εις την εκτέλεσιν ενός έργου: την άποψιν του Αργυροκάστρου. Ελαιογραφία διαστάσεων περίπου 50X60 εκ. περί ώραν 2 μ.μ. υπό βροχήν».

«12.12.40

«Σκιτσάριοα ένα στοιχείον της 1ης πυροβολαρχίας (της οποίας επικεφαλής είναι ο Ανθ. κ. Χρ. Αυδίκος), βαδίζοντας προς κατεύθυνσιν Νεκροταφείου».

Στις 13.12.40, λίγες μόνον ημέρες από την μοιραία αδιαθεσία του γράφει στη γυναίκα του: «Αγαπητή μου.

Μην ανησυχείς ούτε για εμένα ούτε για το παιδί μας.

Εγώ, με τη βοήθεια της Παναγίας, κάμω τις μελέτες μου από την πραγματικότητα και ελπίζω, έπειτα από λίγες μέρες, να συμπληρώσω ό,τι χρειάζομαι για να αποθανατίσω με εικόνες το άφθαστον εις ηρωϊσμόν, πατριωτισμόν και αυτοθυσία γιγάντιον έργον του στρατού μας. Την επιθυμία μου αυτήν την βοηθάει η Παναγία που με προστάτευε και με προστατεύει εκεί που ο κίνδυνος ήτο αναπόφευκτος.

Σας φιλώ όλους Γεώργιος Προκοπίου»

Είναι μακρυνή η εποχή… οι μνήμες σχεδόν σβησμένες. Για να μιλήσουμε για εκείνον και τη ζωγραφική των πολέμων του, πρέπει ν’ αφήσουμε να ακουστούν φωνές παλιές -ανθρώπων που τον γνώρισαν από κοντά, που έζησαν μαζί του την απίστευτη περιπέτεια της ζωής του.

Στο Μικρασιατικό Μέτωπο

«Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε, στις 2 Μαΐου 1919, στην προκυμαία της Σμύρνης κανένας πολεμικός ζωγράφος από την Παλαιά Ελλάδα δεν βρισκόταν ανάμεσα του. Το γεγονός αυτό έχει την πολιτική του εξήγηση στον ελληνικό διχασμό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η μικρασιατική εκστρατεία θεωρήθηκε, από τη στρατιωτική ηγεσία του 1912-1913, σαν «λάθος» του Ελευθερίου Βενιζέλου» και οι Έλληνες ζωγράφοι των πρώτων βαλκανικών πολέμων (1912-1913) δεν την ακολούθησαν.

Αυτό που δεν έδωσε η τέχνη της Παλιάς Ελλάδας στον ελληνικό στρατό θα το πρόσφερε ο μικρασιατικός ελληνισμός με τον ζωγράφο Γιώργο Προκοπίου, που βρέθηκε με την κινηματογραφική του μηχανή και την παλέτα στην πρώτη γραμμή. Κάποτε ο Κονδύλης, συνταγματάρχης τότε στον τομέα των Σάρδεων, αναγκάστηκε να τον δέσει επειδή προκάλεσε έναν αιφνιδιασμό κατά του εχθρού, για να διασκεδάσει τη στασιμότητα του μετώπου. «Η Διοίκησις του τομέως – έγραφε ο Κονδύλης στις Σάρδεις (3 Μαΐου 1920), επανειλημμένως ηναγκάσθη να λάβη μέτρα περιοριστικά της τόλμης του εμπνευσμένου εραστού της τέχνης κατά τας υπερβολάς εις ας ετρέπετο εν τη προσπάθεια του να συλλαβή και αυτάς τας κινήσεις του πυροβολούντος εχθρού».

Σε τέτοιες στιγμές έξαρσης και πυρετού τον γνώρισε και ο Ν, Πλαστήρας στις μάχες του Ελμαλί και στο Εσκί-Σεχίρ’ «… περιτρέχων και αυτάς τας εγγυτέρας προς τον εχθρόν γραμμάς των ακροβολιστών, ευρεθείς πολλάκις εν μέσω διαρρηγνυομένων οβίδων και βροχής σφαιρών, ίνα αποτύπωση φευγαλέα ηρωικά επεισόδια δυνάμενα ν’ αποδοθώσιν εις την αιωνιότητα μόνον διά του χρωστήρος, χειριζόμενου υπό τόσον τολμηρού και ριψοκίνδυνου όσον και επιδέξιου καλλιτέχνου». (Εσκί – Σε-χίρ, 10 Ιουλίου 1921, Νικόλ. Πλαστήρας).

Με τις πολυάνθρωπες συνθέσεις των μικρασιατικών πολέμων, η ενεργητική του επαφή με τα πράγματα αναπτύχθηκε στο πεδίο της βιαιότερης ύπαρξης. Η προσοχή του ζωγράφου συγκεντρώθηκε στην αναπαράσταση της κίνησης των πολυβολητών και των πυροβολητών και αναλύθηκε στις δραματικές στάσεις ταυ στρατιώτη που σκοτώνει και σκοτώνεται. Η απεικόνιση του μαχητή στην έξαρση του και στην πτώση του, δεν επηρεάστηκε από τη φρίκη του θανάτου, Η Μεγάλη Ιδέα που οιστρηλατούσε τη γενιά του Προκοπίου, τη γενιά του 1912-1922, έδινε στους πολεμικούς του πίνακες μια μυθική αίγλη που ανύψωνε τους στρατιώτες σε ήρωες. Ο ρεαλισμός της δράσης μετουσιώθηκε σε ιδεαλισμό ομαδικής έξαρσης και ο Προκοπίου έγινε ο ραψωδός της νέας Ιλιάδας του Ελληνισμού που γράφτηκε κάτω από τα κάστρα της Τροίας.

«Ο Προκοπίου, έγραφε ο Φτέρης, διέσχισε τα επικινδυνωδέστερα μέρη, επάλαισε με τεράστιες εναντιότητες, εκράτησε την παλέττα του ως χιλιοκαπνισμένην σημαίαν, δίπλα από εκείνους που ωρμούσαν εις τα εχθρικά χαρακώματα κατά την διάρκειαν του πολέμου. Επήρε εις το τελάρο του το τελευταίο τίναγμα του νεκρού, τη ζέστη του αναμμένου πολεμικού ουρανού, τη φλόγα του εκπυρσοκροτούντος τηλεβόλου. Εκορφολόγησεν όλο τον απαράμιλλο ανθό της ελληνικής δόξης, προτού ακόμη τον θερίσει με το δρεπάνι της η μεγάλη καταστροφή.

O ερασιτέχνης φωτογράφος, που φωτογράφιζε για να ζωγραφίζει…

Το 1923, στις αίθουσες του Πολυτεχνείου ο ζωγράφος παρουσίασε το έργο του. Για τα αισθήματα συντριβής του τραυματισμένου ψυχικά λαού, οι πολεμικές συνθέσεις του Προκοπίου έμοιαζαν με σαλπίσματα εγερτήρια…

Σε μια ατμόσφαιρα που έντυνε με τα γκρίζα της χρώματα το πέρασμα τους από τα χώματα της ιστορικής χερσονήσου, οι στρατιώτες του Προκοπίου μάχονταν και πέθαιναν σαν άξιοι μιας ηρωικής τύχης. Ήταν ο τελευταίος ποιητής της Μεγάλης Ιδέας. Από το 1923 έως το 1928 ο καλλιτέχνης έζησε τις συγκινήσεις της μνήμης. Συνέχισε να ζωγραφίζει στο εργαστήριό του σκηνές του πολέμου και να μεταφέρει τα τοπία που έβλεπε στην Αττική, μέσα στο απαλό φως μιας λυρικής ατμόσφαιρας που μεταμόρφωνε τα δέντρα, τα βράχια, τις ακρογιαλιές σε όνειρα.

Ο Προκοπίου είχε το ίδιο πάθος για ζωή στον πόλεμο και στην ειρήνη. Με το πάθος αυτό έπεσε, κρατώντας τα πινέλα και την παλέττα στο χέρι, ενώ ζωγράφιζε το Αργυρόκαστρο στις 20 Δεκεμβρίου 1940. Τον είχε κάψει η φωτιά της καρδιάς του, την ώρα που το έθνος πολεμούσε σαν ένα σώμα στην Αλβανία, για ν’ αποκρούσει την εισβολή του Μουσολίνι και του Χίτλερ».

Σε τόνους συγκινητικούς και ένθερμους σκιαγραφεί τον πολεμικό ζωγράφο ο φίλος και συμπολεμιστής του, αείμνηστος στρατηγός Κ, Μα-κρής: Σε τόνους συγκινητικούς και ένθερμους σκιαγραφεί τον πολεμικό ζωγράφο ο φίλος και συμπολεμιστής του, αείμνηστος στρατηγός Κ. Μακρής:

«Σαν ένας παλιός στρατιώτης, που έζησα και γνώρισα τη ζωή του μετώπου, θέλω να σας μιλήσω για έναν άλλο στρατιώτη αγωνιστή, που δικαιωματικά του ανήκει ένα στεφάνι δάφνης, όχι μονάχα για όσες υπέροχες στιγμές της ζωής και της δράσης των αγωνιστών μας άρπαξε τ’ αστραφτερό του μάτι για να τις χαρίσει στην ελληνική αθανασία, αλλά και τη ζέστα, τη χαρά και τον ενθουσιασμό που σκόρπιζε η παρουσία του στις καρδιές των αγωνιστών μας.

Τον γνώρισα αρκετά κι από κοντά, απάνω στο έργο του και γνώρισα την πλατειά κι ευγενικιά ψυχή του, τον παλμό και τη συγκίνηση του, παλμό και συγκίνηση αληθινού γεννημένου καλλιτέχνη. Γνώρισα ακόμη τον άδολο του πατριωτισμό, τον αγνό και πηγαίο ενθουσιασμό του και την ατέλειωτη αγάπη του για τη Μητέρα μας Ελλάδα.

Γιατί ο Προκοπίου, πριν από όλα και πρώτα απ’ όλα, ήταν πατριώτης! Πατριώτης απονήρευτος, γεμάτος πίστη, γεμάτος ανιδιοτέλεια, γεμάτος ενθουσιασμό που ήξερε να τον ζωογονεί μέσα στα πλατιά στήθεια του και να τον μεταδίδει στο έργο του και να τον ακτινοβολεί στο περιβάλλον του».

Η διαφορά του από τους άλλους ζωγράφους

«Πολεμικούς ζωγράφους γνώρισε κι άλλους ο Στρατός μας, από τον Γιώργη Ροϊλό του τραγικού μας 97 έως τη λαμπρή χορεία των ζωγράφων του 1912-13 με τη Θάλεια Καρραβία, τον Στρατηγό, τον Φερεκύδη. Όμως, οι ζωγράφοι αυτοί, είναι φανερό, στάθηκαν στο σύνορο. Ακλουθώντας τον περισσότερο καιρό το Γενικό Στρατηγείο, έζησαν τον αντίλαλο του πολέμου, όχι τον πόλεμο. Κι αυτόν τον αντίλαλο έδωκαν στο έργο τους.

Όμως, ο Προκοπίου ήταν άλλο πράμα. Ο Προκοπίου τον έζησε τον πόλεμο, τη μάχη, τον καπνό της, την αγωνία της, τη φρίκη της και τον ηρωϊσμό της! Στάθηκε πλάι στον φαντάρο, στον τσολιά, δίπλα στον ονειροπαρμένο μικρό αξιωματικό, ψηλός, ηρωικός, αποφασισμένος, με το γέλιο του το πλατύ, έτοιμος να δεχτεί τον θάνατο όπως κι εκείνοι, μοιράστηκε μαζί τους το ξερό ψωμί και το αρμυρό νερό της ερήμου και πολέμησε, πολέμησε γενναία, με το όπλο της Μοίρας του… το ζωγραφικά κοντύλι!

Έτσι δημιουργήθηκε το έργο που φέρνει τη σφραγίδα και την υπογραφή του Προκοπίου.

Είναι βγαλμένο μέσα απ’ την καυτή πραγματικότητα, αχτιδοβολάει ζωή κι αλήθεια, σκορπίζει συγκίνηση και προκαλεί δάκρυα χαράς και περηφάνειας. Είναι το έργο όχι ενός ζωγράφου, αλλά ενός πολεμιστή, που στη μέση των άλλων πολεμιστών έδωκε κι αυτός το είναι του, έριξε το βόλι του, μάτωσε την ψυχή του, έζησε πριν να το γράψει το «Μέχρις Εσχάτων».

Γι’ αυτό πριν το ζωγραφικό και κινηματογραφικό του έργο παρουσιαστεί και προκαλέσει τον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση της μεγάλης μάζας του λαού, ήταν ο ίδιος που εμψύχωνε με την παρουσία τους το φαντάρο μας -φαντάρος κι αυτός με όλα του τα χρόνια και σύντροφος αγαπημένος. Οι στρατιώτες τον λάτρευαν, οι αξιωματικοί τον αγαπούσαν κι όλοι σαν μικρά παιδιά μαζεύονταν γύρω του για ν’ ακούσουν τις θαυμάσιες ιστορημένες ανατολίτικες αφηγήσεις του, αληθινές περιπέτειες της πολυκύμαντης ζωής του!

Κι όταν σκληρή κι αδυσώπητη μοίρα το θέλησε ο δοξασμένος Στρατός του Μικρασιατικού Μετώπου, να πάρει ξωπίσω ταπεινωμένος τον δρόμο του γυρισμού, ο Προκοπίου πολεμιστής δεν λύγισε! Με τα μάτια φλογισμένα από την οργή, με τα στήθη φουσκωμένα από τον πόνο βρόντηξε για να πάρουν τη φωνή του οι άνεμοι και να την σκορπίσουν στα πέρατα του κόσμου, σαν κεραυνό και σαν κατάρα! «Εμείς δεν νικηθήκαμε»».

Επιστολή στον πρωθυπουργό

»Τα χρόνια ως τόσο κυλούσαν κι ο Προκοπίου με τα σπασμένα φτερά των σβησμένων ελπίδων, αγωνιστής πάντα και στρατιώτης δουλεύει ακατάπαυστα στο απόμερο εργαστήρι του της οδού Νικηφόρου Θεοτόκη, δούλευε για την τέχνη, για την ιστορία, ζωντάνευε τις αναμνήσεις του, ξαναθέρμαινε τις ελπίδες του, ξανασχεδίαζε τ’ απραγματοποίητα όνειρα του έχοντας πάντα βαθύτατα κλεισμένη στην ψυχή του την Ελλάδα!

Ήταν αδύνατο να του θυμίσεις τα περασμένα χωρίς τα δάκρυα να θολώσουν τα πάντα ζωντανεμένα μάτια του.

Κι όταν μια φθινοπωρινή αυγή άστραψε στον αγέρα το ΟΧΙ μας, ο Προκοπίου σκίρτησε. Γέρος σχεδόν πια, αρρωστημένος, αφανισμένος, γίνηκε ξάφνου άλλος άνθρωπος.

Α! Όσοι τον είδαν τις αλησμόνητες εκείνες μέρες δεν θα τον λησμονήσουν ποτέ.

Κίνησε γη και ουρανό για να τον αφήσουν να πάει στο μέτωπο. Έτρεχε στα υπουργεία και στα επιτελεία, παρακαλούσε γνωστούς και ξένους. Μέχρι και στον πρωθυπουργό τον ίδιο έγραψε:

«Αθήναι τη 18η Νοεμβρίου 1940

Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε,

Τα δύο παιδιά μου είναι στρατιώτες εις τον ιερόν αγώνα της Πατρίδος μας, τον πιο ιερόν από όλους τόσους διεξήναγεν έως τώρα εις την ένδοξη και πολυκύμαντη ιστορία της.

Εγώ αισθάνομαι ντροπή να μένω εδώ τη στιγμή που τα παιδιά της Ελλάδος γράφουν με το αίμα των τέτοιες άφθαστου ηρωισμού εποποιίες.

Αισθάνομαι να κοχλάζη μέσα μου νεανικό αίμα. Την 28 Οκτωβρίου εκάματε κι αυτό το θαύμα. Μας ξαναδώσατε τα 25 μας χρόνια με όλον τον ενθουσιασμό και την ελληνική παλληκαριά τους.

Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ να διατάξητε και μου επιτραπή να πάω κι εγώ στο μέτωπο για να αποθανατίσω με τον χρωστήρα μου και τον ενθουσιασμό μου κάτι από την ηρωική εποποιία που γράφεται εκεί ψηλά στα δοξασμένα και αιματόβρεκτα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας.

Είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω από το 1912 τους εθνικούς μας αγώνας ως πολεμικός ζωγράφος και να βάλω με την Τέχνη μου και το χρωστήρα μου και εγώ μια πετρίτσα στο προαιώνιο οικοδόμημα της Ελλάδος.

Μη μου αρνηθήτε, κ. Πρόεδρε, αυτήν την ευτυχία και τώρα.

Γ. Προκοπίου Στρατιωτικός ζωγράφος. Μετάλλιον Στρατιωτικής αξίας Πολεμικός Σταυρός».

Εννέα ημέρες αργότερα ήρθε θετική απάντηση στην αίτησή του για μετάβαση στο μέτωπο.

«ΓΕΝΙΚΟΝ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΙ

Προς τους Διοικητάς Μεγάλων Μονάδων,

Παρακαλουμένους όπως διευκολύνωσι εις το έργον του τον ζωγράφον Κύριον Γεώργιον Προκοπίου ον συνιστώ ενθέρμως.

Εν Αθήναις, τη 27.11.1940

ο αρχιστράτηγος

ΑΛ. ΠΑΠΑΓΟΣ».

Στα βουνά της Αλβανίας

«Με την πολυπόθητη άδεια του Γενικού Στρατηγείου στο χέρι ξεκίνησε -αλλοίμονο- για το αγύριστο ταξίδι.

Ο ενθουσιασμός του ήταν αφάνταστος, τίποτε δεν τον συγκρατούσε. Ούτε ακόμα το λυπημένο βλέμμα της αγαπημένης του συντρόφου, που ξέροντας πάσο ήταν άρρωστος ήθελε να τον σταματήσει με τη θλιμμένη σιωπή της.

Μονολογούσε, χαίρουνταν σαν παιδί, ταχτοποιούσε τα πινέλλα του, αποχαιρετούσε τους φίλους του, ο ονειρευόταν, ήταν βέβαιος για τη νίκη, την έβλεπε κιόλας, την ήξερε κι ήθελε να την περιμένει εκεί επάνω στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, να την αγκαλιάσει ν’ αδράξει τις πιο χαρακτηριστικές γραμμές της και να τις χαρίσει στο Έθνος σαν «Ευαγγελισμό», σαν «Ανάσταση», τιμημένη δικαίωση του «Εμείς δε νικηθήκαμε»,

Αλλοίμονο δεν το θέλησε ούτε η δική του, ούτε της Ελλάδος μας η μοίρα. Βγήκε από τα Γιάννενα, προσπέρασε το Αργυρόκαστρο, σκαρφάλωσε στην Πίνδο, ξανάσμιξε με τον φαντάρο, μοιράστηκε το ξερό ψωμί του, κοιμήθηκε πλάι του… άρχισε να δουλεύει.

Όμως αυτή η θεληματική υπερτίμηση της σωματικής του αντοχής, αυτή η εγκατάλειψη του υλικού εαυτού του ήταν επόμενο να φέρει τον καλλιτέχνη, εκεί που δεν ήθελε να το πιστέψει ο πολεμιστής. Άρρωστος, εξαντλημένος, από τις κακουχίες, γύριζε για να βρει κάπου πρόχειρα να νοσηλευθεί και να γυρίσει στο καθήκον. Τον βρήκε ο θάνατος μες στο αυτοκίνητο κοντά στο Τεπελένι.

Ο γιος του, Άγγελος Προκοπίου, κλείνει ένα ιστορικό σημείωμα για το πολεμικό έργο του πατέρα του και για το θάνατο του με τα λόγια αυτά: «Τον θρήνησα πικρά αλλά και με καμάρι, για το τέλος που του αξίωσαν οι θεοί του πολέμου – οι θεοί του. Το πέρασμά του στη ζωή και στην τέχνη ήταν Ακριτικό, όπως και η τελευταία εικόνα της μορφής του, στην Πίνδο, μες στα χιόνια, όπου τον συνάντησα λίγο πριν πεθάνει»».

(Πηγή: Καθημερινή, Επτά ημέρες, 26 Οκτωβρίου 1997. «Πόλεμος του ’40», σ. 3-5)

Σχετικά άρθρα Αφιερώματα
Λόγος E΄: Λόγος στηλιτευτικός κατά της ελληνικής πλάνης 26 Νοεμβρίου 2018 Λόγος Ε΄: Λόγος στηλιτευτικός κατά της ελληνικής πλάνης Αφού στηλιτεύσαμε με την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού την ιουδαική δαιμονοπληξία εναντίον του Θεού, ας στραφούμε τώρα, ψυχή μου, εναντίον των ελληνικών κακοδοξιών και εναντίον του αυθάδους λόγου τους, επειδή και οι υποστηρικτές του, όχι λιγότερο από τους Ιουδαίους, ρίχνουν τα βλάσφημα βέλη του...
Λόγος στη γιορτή της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου όταν οδηγήθηκε από τους γονείς της στον Ναό 22 Νοεμβρίου 2018 Θεοφυλάκτου Αρχιεπισκόπου Αχρίδος Στον ναό προσφέρουν στον Δεσπότη αφιέρωμα ζωντανό που κινείται και στον οίκο του Θεού προστίθεται ωραιότητα και ο τόπος του ναού κληρώνεται σαν κατοικητήριο της δόξας —πράγμα που και ο Δαβίδ παραδέχεται ότι επιθυμεί, αλλά δεν αξιώνεται να το δει με τα μάτια του. Και ξεχνά η παιδούλα το πατρικό της σπίτι και οδηγεί...
Η αγωγή της «νοητής σιγής» και η συμβολή της στη θέωση 21 Νοεμβρίου 2018 Η είσοδος της Μαρίας στο ναό σε νηπιακή ηλικία εγκαινιάζει την αφετηρία μιας παράλληλης προόδου, βιολογικής και πνευματικής που συντελείται με την άμεση συνεργία του Αγίου Πνεύματος. Η εγκατάσταση θήλεος στο ναό για την εποχή εκείνη αποτελεί ασυνήθιστο γεγονός που συνδέεται με τη δεδομένη βιολογική ιδιαιτερότητα των θηλέων και τις συναφείς θρησκευτ...
Λόγος στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου 21 Νοεμβρίου 2018 (Αγίου Ταρασίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως) Α. Χαρούμενη και παράδοξη είναι η σημερινή πανήγυρη, δηλαδή η είσοδος της Αειπαρθένου και Θεοτόκου στο ναό, οδηγεί δε σε υμνωδία τον πόθο των φιλεόρτων. Σήμερα ο ουρανός και η γη συνεορτάζουν και δοξολογούν το Δημιουργό, που διάλεξε από την ανθρώπινη φύση, αυτήν την ευλογημένη από τον Θεό κόρη, για δι...
Λόγος Δ΄: Αντιρρητικός κατά των κεφαλαίων του Σαμουήλ, του Ιουδαίου 19 Νοεμβρίου 2018 Λόγος Δ΄: Αντιρρητικός κατά των κεφαλαίων του Σαμουήλ, του Ιουδαίου Τα κείμενα του Σαμουήλ του Ιουδαίου μεταφράστηκαν από την λατινική γλώσσα στην ρωσική από τον Νικόλαο Γερμανό. Στα κείμενα αυτά σημειώνεται ότι ο Σαμουήλ έζησε χίλια σαράντα χρόνια ύστερα από την Ανάληψη του Χριστού. Επειδή μετά την Ανάληψη του Χριστού το βασίλειο των Εβραίων διαλ...