Ο Άγιος Διονύσιος Αιγίνης

17 Δεκεμβρίου 2011

Στις ιζ’ του μηνός Δεκεμβρίου μνήμη του εν αγίοις Πατρός ημών Διονυσίου του νέου επισκόπου Αιγίνης του θαυματουργού του εκ Ζακύνθου.

Ένας νέος από αρχοντική οικογένεια αφήνει τα εγκόσμια και πηγαίνει στο μοναστήρι. Αυτό βέβαια δεν είναι συνηθισμένο και φυσικό, όχι μόνο σήμερα, αλλά και σε κάθε καιρό. Το φυσικό και συνηθισμένο είναι μια καλή κοινωνική αποκατάσταση, να ακολουθήση το παιδί το έργο του πατέρα και να συνέχιση την οικογενειακή παράδοση. Αλλ’ όμως βρίσκονται νέοι, κι ας διαμαρτύρωνται κι ας αντιδρούν οι γονείς των, πού βγαίνουν από τη συνήθεια και ξεπερνάνε τα ανθρώπινα μέτρα. Είναι, καθώς λέγει ο Ιησούς Χριστός, «οι δυνάμενοι χωρείν». Ποτέ βέβαια με τη δική τους μόνο θέληση και δύναμη, αλλά πάντα ωπλισμένοι και δυνατοί με τη θεία χάρη.

Ο Μέγας Βασίλειος, για το νέο πού αποφασίζει να ακολουθήση το δρόμο της μοναχικής πολιτείας λέγει τα εξής «Ο τοίνυν υπακούσαι Χριοτώ προηρημένος και προς τον πτωχόν και απερίσπαοτον βίον επειγόμενος, θαυμαστός ως αληθώς και μακαριστός».

Θαυμαστός λοιπόν και μακαριστός είναι κι ο άγιος Διονύσιος, πού αναφάνηκε στα νεώτερα χρόνια αστέρας φαεινότατος, μαζί με πολλούς άλλους μάρτυρες και οσίους, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν οικονομία της θείας Πρόνοιας να στηριχθή στη δοκιμασία του το αιχμάλωτο γένος των ορθόδοξων χριστιανών. Ο άγιος Διονύσιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1547 από γονείς πού ξεχώριζαν στο νησί για τη λαμπρή τους κοινωνική θέση και την οικονομική τους κατάσταση. Ο άγιος -του Θεού σε νεαρή ηλικία τα αφήκε όλα, και κοινωνική θέση και πλούτο, κι έφυγε στο μοναστήρι της Παναγίας της Παντοχαράς, πού είναι στα Στροφάδια, δυο μικρά αμπελοφυτεμένα νησιά, πού βρίσκονται στο Ιόνιο πέλαγος στα νότια της Ζακύνθου.

Όταν τελειώθηκε στη μοναχική άσκηση, χειροτονημένος εντωμεταξύ ιερέας, ο άγιος Διονύσιος ξεκίνησε να πάη προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Ο δρόμος του τον έφερε να πέραση από την Αθήνα, και ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Νικάνορας, πού είδε και εκτίμησε την πνευματικότητα και τις αρετές του ιερομόναχου Διονυσίου, τον κράτησε κοντά του και σε λίγον καιρό τον εξέλεξε και τον χειροτόνησε επίσκοπο Αιγίνης. Στην παλιά πόλη της Αίγινας σώζεται και σήμερα έξω από την Εκκλησία ο πέτρινος θρόνος, όπου ο άγιος Διονύσιος ανέβαινε και κήρυττε στους χριστιανούς. Ο άγιος του Θεού εποίμανε το πνευματικό του στην Αίγινα ποίμνιο, καθώς λέγει η θεία Γραφή, «μετ’ επιστήμης», σαν αληθινός δηλαδή και καλός ποιμένας της Εκκλησίας. Το νησί της Αίγινας είναι ευλογημένος τόπος, όπου τον πάτησαν και τον αγίασαν δυο όσιοι Πατέρες της Εκκλησίας’ τότε μεν ο άγιος Διονύσιος και στις ήμερες μας ο άγιος Νεκτάριος ο επίσκοπος Πενταπόλεως. Κι οι δυο αξιωμένοι με τη χάρη των θαυμάτων, γι’ αυτό κι οι δυο στην Εκκλησία με τον τίτλο του θαυματουργού.

Ο άγιος Διονύσιος, αφού εποίμανε για καιρό την επαρχία του, υστέρα παραιτήθηκε, γύρισε στην πατρίδα του τη Ζάκυνθο και πέρασε το υπόλοιπο του βίου του ως ηγούμενος στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας. Αυτό θα πή πώς ο αληθινός μοναχός, κι όταν λαβή ιερατικούς βαθμούς κι όταν φτάση να γίνη επίσκοπος, δεν ξεχνάει και θυμάται πάντα πώς πρώτ’ απ’ όλα είναι μοναχός. Στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας έλαμψε ακόμα για μια φορά η αγιωσύνη του ανθρώπου του Θεού. Κάποια μέρα μπήκε στο κελλί του ένας κυνηγημένος άνθρωπος, τρέμοντας και ζητώντας προστασία. Είχε βάψει τα χέρια του σε ανθρώπινο αίμα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του αγίου Διονυσίου. Όταν το άκουσε, ο Άγιος ήταν φυσικό να κλάψη μέσα του και φανερά να δακρύση, ύστερα όμως σηκώθηκε, άνοιξε την πίσω πόρτα του κελλιού του και ωδήγησε το φονιά να φυγή, να κρυφτή και να σωθή. Αυτή είναι μια ξεχωριστή και μοναδική πράξη στους βίους των Αγίων της Εκκλησίας, για την οποία δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να την κρίνωμε. Πολύ περισσότερο, πού όταν οι συγγενείς του σκοτωμένου, αλλά και του Αγίου, και τα όργανα της εξουσίας ήλθαν στο κελλί και ρωτούσαν για το φονιά, ο άγιος Διονύσιος προσποιήθηκε κι απάντησε πώς δεν τον είχε δη και πώς δεν ήξερε τίποτε. Γι’ αυτό ένας Ζακυνθινός ποιητής, θέλοντας να εγκωμιάση την αρετή του αγίου Διονυσίου και θαυμάζοντας το παράδειγμα του, σ’ ένα του ποίημα έγραψε αυτό τον παράδοξο στίχο’ «αγιάζει ο δούλος του Θεού την ώρα πού αμαρτάνει»! Η αμαρτία του Αγίου ήταν ότι έκρυψε το φονιά του αδελφού και είπε πώς δεν τον είδε. Γι’ αυτό λέμε ότι εδώ δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να κρίνωμε την πράξη του αγίου Διονυσίου. Ένα μόνο μέτρο υπάρχει, ο λόγος του Χριστού, πού λέγει «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Τα παραπέρα δεν είναι δικά μας, άλλ’ ανήκουν στη κρίση του θεού.

Ο άγιος Διονύσιος επλήρωσε το κοινό χρέος του βίου και «ετελειώθη εν ειρήνη» στα 1624, σε ηλικία δηλαδή 77 ετών. Κατά την επιθυμία του, τον έθαψαν στο μοναστήρι της μετάνοιας του στα Στροφάδια. Όταν ύστερα από χρόνια θελήσανε να κάμουν ανακομιδή των αγίων λειψάνων του, το ιερό σκήνος βρέθηκε ολόκληρο και ακέραιο, ντυμένο τα αρχιερατικά άμφια, όπως το είχαν θάψει, ξεχύνοντας μια πνευματική και αγιασμένη ευωδία. Το μετέφεραν αργότερα στη Ζάκυνθο και είναι τώρα και το προσκυνούν οι πιστοί στο ναό, πού τιμάται στο όνομα του αγίου Διονυσίου. Στα 1703 ή Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ύστερ’ από αναφορές και αιτήσεις του κλήρου και του λαού της Ζακύνθου, πού εβεβαίωναν για τα πολλά θαύματα και για την πίστη και συνείδηση της τοπικής Εκκλησίας στην αγιωσύνη του, ανακήρυξε επίσημα και συγκαταρίθμησε τον άγιο Διονύσιο επίσκοπο Αιγίνης στο εκκλησιαστικό αγιολόγιο, για να τιμάται και εορτάζεται από τους πιστούς και να δοξάζεται στο όνομά του ο Θεός, που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού», τώρα και πάντα και στους ατελύτητους αιώνες. Αμήν.

Πηγή: Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης (†) Διονυσίου Λ. Ψαριανού, «Εικόνες έμψυχοι – Κηρύγματα αγιολογικά (Εξαπλά β΄)», Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Περιεχόμενο
Σελιδοδείκτες