Οι τρεις «κατηγορίες» που έχουν αποδοθεί στη Θρησκειολογία

19 Μαρτίου 2017
[Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=153918]

2. Πιθανά όρια της σηµασίας που έχει η Θρησκειολογία για το Οµολογιακό Μάθηµα των Θρησκευτικών: Φορµαλισµός, Ρελατιβισµός, Ουδετερότητα.

Συζητώντας επίµαχα σηµεία της Θρησκειολογίας ο Klaus Stock επισηµαίνει τρεις κατηγορίες που της έχουν αποδοθεί, και οι οποίες αφορούν στον ρόλο που µπορεί αυτή να διαδραµατίσει µέσα στο Μάθηµα των Θρησκευτικών:

1. «Η Θρησκειολογία µήπως θεωρεί αδύνατη την προσέγγιση των θρησκειών µέσω της ενσυναίσθησης / εµβίωσης (einfühlsames Verstehen); Εδώ της αποδίδεται η κατηγορία για φορµαλισµό (Formalismus) και αποπροσωποποίηση (Entpersönlichung).» 14 (Σηµ. τ. Μετ: δηλ. για παράβλεψη της σηµασίας που έχει η προσωπική µετοχή του ερευνητή στη διαδικασία κατανόησης της θρησκείας).

katigories

Φωτο: Σπύρος Δρόσος

2. «Μήπως η Θρησκειολογία ισοπεδώνει τελικά όλες τις θρησκείες; (Πρόκειται για την κατηγορία της ισοπέδωσης και του σχετικισµού/ρελατιβισµού)».[15]

3. «Μήπως στον χώρο της Θρησκειολογίας όλα θεωρούνται ίσα και όµοια, επειδή ακριβώς προσεγγίζονται µε µεθόδους που εφαρµόζονται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις θρησκείες; (Πρόκειται για την κατηγορία της ουδετερότητας)».[16]

Αναφορικά µε την πρώτη κατηγορία που έχει διατυπωθεί εναντίον της Θρησκειολογίας, θα πρέπει να επιµείνουµε στο ότι η εν λόγω κατηγορία ούτε εύστοχη είναι ούτε όµως και ευσταθεί. Ειδικοί της Συγκριτικής Θρησκειολογίας εφαρµόζουν ποιοτικές µεθόδους έρευνας από τον χώρο των κοινωνικών επιστηµών, προκειµένου να αποκτήσουν µία διαφοροποιηµένη κατανόηση των επιµέρους θρησκευτικών προτύπων ερµηνείας και συµπεριφοράς µε βάση τη συγκεκριµένη συνάφεια που υπάρχει σε κάθε περίπτωση. Ακριβώς µε αυτήν την έννοια, βλέπουµε ότι η συνεισφορά µίας Θρησκειολογίας ως κλάδου των επιστηµών του πολιτισµού στο Οµολογιακό Μάθηµα των Θρησκευτικών είναι περισσότερο από απαραίτητη. Ακόµα και στο πλαίσιο ενός Οµολογιακού Μαθήµατος των Θρησκευτικών η θρησκευτική µόρφωση δεν συνίσταται σε µία πρόχειρη παρουσία και γνωριµία µε τα θρησκευτικά φαινόµενα· απεναντίας, η θεµελιώδης θρησκειοπαιδαγωγική έννοια της Αντίληψης/Κατανόησης (Wahrnehmung) καθιστά εµφανές, ότι η κατανόηση των θρησκευτικών φαινοµένων µέσω της ενσυναίσθησης/εµβίωσης είναι αποφασιστικής σηµασίας για την καλλιέργεια της θρησκευτικής µόρφωσης. Στην πραγµατικότητα θα µπορούσε κανείς να συµφωνήσει εξολοκλήρου, εφόσον ο Klaus Hock διαπιστώνει:

«Κατά τη γνώµη µου, το δηµιουργικό ερέθισµα που προσφέρει η Θρησκειολογία συνίσταται εν πρώτοις, στο ότι επιδεικνύει µία εξαιρετική πειθαρχία στο να παρατηρεί και να επεξεργάζεται ξένα θρησκευτικά φαινόµενα όχι όµως µε µία θεολογική µατιά».[17]

Κάπως διαφορετικά είναι τα πράγµατα µε την δεύτερη κατηγορία (περί σχετικισµού), που έχουν αποδώσει στη Θρησκειολογία. Μέσα από µία θρησκειοπαιδαγωγική προοπτική δεν θεωρείται σε καµία περίπτωση ως κάτι το προβληµατικό, το ότι στους θρησκειολογικούς κλάδους «εδώ και µερικά χρόνια συζητείται ο µετασχηµατισµός της έννοιας “θρησκεία” σε µία ξεχωριστή κατηγορία (sui generis)».[18] Εδώ συναντώνται µεταξύ τους περισσότερο οι θρησκειοπαιδαγωγικές και θρησκειολογικές αναλύσεις, όσον αφορά στις διαδικασίες µετασχηµατισµού θρησκευτικών φαινοµένων µέσα στη συνάφεια των λεγόµενων µετανεωτερικών συνθηκών. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να ρίξουµε και µία διαφορετική µατιά στις απόψεις του Klaus Stock, καθώς αυτός βλέπει «τη σχετικοποίηση» από την οποία εξαρτάται η θρησκειολογική έρευνα «εξάπαντος ως κάτι το θετικό».[19] Απέναντι σ’ αυτήν καθ’ εαυτήν τη σχετικοποίηση δεν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να αντικρούσουµε· αντιθέτως, η σχετικοποίηση είναι ένα θεµελιώδες δοµικό στοιχείο κάθε µορφωτικής διαδικασίας. Ωστόσο, η σχετικοποίηση, σύµφωνα µε τον Klaus Hock, «ασκεί µία χειραφετητική επίδραση απέναντι σε κοινωνικούς δεσµούς που έχουν φονταµενταλιστικό προσανατολισµό».[20] Βέβαια, δεν µπορούµε να παραβλέψουµε, ότι µε βάση την Ψυχολογία των Προκαταλήψεων η «σχετικοποίηση» µπορεί να οδηγήσει στην ανασφάλεια και ως εκ τούτου σε φονταµενταλιστικές τάσεις. Ακριβώς για να αποφύγουµε τη δηµιουργία φονταµενταλιστικών τοποθετήσεων, θα πρέπει να στοχεύουµε σε µία ισορροπηµένη σχέση µεταξύ σχετικοποίησης από τη µια πλευρά και διαµόρφωσης συγκεκριµένων θέσεων ως ερµηνευτικού εργαλείου από την άλλη.

Προεκτείνοντας τις παραπάνω σκέψεις, οδηγούµαστε στην τρίτη κατηγορία που έχει αποδοθεί στη Θρησκειολογία, δηλ. στην κατηγορία περί ουδετερότητας. Ο Klaus Hock σχετικά µε το θέµα αυτό εκθέτει κατά πρώτο λόγο το αντεπιχείρηµα, ότι στα θρησκειοπαιδαγωγικά µοντέλα, όπως π.χ. σ’ εκείνα που ανέπτυξαν οι Tworuschka και Lähnemann, είναι πολύ ευδιάκριτοι ορισµένοι «παιδαγωγικοί στόχοι όπως η ανοχή, ο διάλογος, η διαπολιτισµική επικοινωνία και η διαθρησκειακή αλληλοκατανόηση».[21] Εντούτοις, το «επιχείρηµα αυτό που κινείται προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης και της αποδοχής» δεν θα µπορούσε να είναι ιδιαίτερα πειστικό, καθώς ο ίδιος ο Lähnemann παρά την ανοιχτότητα που επιδεικνύει απέναντι σε θέµατα διαθρησκειακής αγωγής, κάνει λόγο για µία Προτεσταντική (!) Θρησκευτική Παιδαγωγική. Ακριβώς γι’ αυτό θα έπρεπε να εξηγήσουµε µε περισσότερη σαφήνεια, ποια είναι η συνάφεια µέσα από την οποίαν εν τέλει προέρχονται οι παραπάνω παιδαγωγικοί στόχοι. Δεύτερον, ο Klaus Hock αποδέχεται την άποψη, ότι «κατά τη συγκεκριµένη διεξαγωγή του διαθρησκειακού διαλόγου η Θρησκειολογία δεν µπορεί να συµµετέχει συνηγορώντας υπέρ µίας συγκεκριµένης πλευράς».[22]

(συνεχίζεται)

 

[15]  Ό.π., σελ. 52 (η υπογράµµιση δεν υπάρχει στο πρωτότυπο).
[16]  Ό.π.., σελ. 53 (η υπογράµµιση δεν υπάρχει στο πρωτότυπο).
[17]  K. Hock, „Religionswissenschaft…“, 55.
[18]  Ό.π., σελ. 52.
[19]  Ό.π., σελ. 52 κ.ε..
[20]  Ό.π., σελ. 53.
[21]  Ebd., σελ. 54.
[22]  Ό.π., σελ. 54.