Κάθε ποιητής είναι κι ένας «εξόριστος» στον αιώνα του

8 Ιουνίου 2017

(Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=162231)

To 381 μ. Χ. η Β´ Οικουμενική Σύνοδος, που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την αντιμετώπιση της αίρεσης των Πνευματομάχων και τη συμπλήρωση του Συμβόλου της Πίστεως της Νίκαιας, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια ακόμα φυγή του αγίου. Κατ’ αρχήν η Σύνοδος αναγνώρισε τον Γρηγόριο ως κανονικό αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Όταν όμως έφτασαν στην Πόλη ο Πέτρος Αλεξανδρείας μαζί με τους Μακεδόνες και Αιγύπτιους επισκόπους, η εκλογή αυτή αμφισβητήθηκε έντονα.

Το πρόσχημα τώρα ήταν η μετάθεση του Γρηγορίου από τα Σάσιμα, πράξη αντικανονική κατά τον 15ο Κανόνα της Νίκαιας. Βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, ο άγιος Γρηγόριος δεν ανέλαβε ποτέ τη διαποίμανση της επισκοπής Σασίμων, παρά την εκλογή του. Προχώρησαν μάλιστα, και ένα βήμα πιο μπροστά: Χειροτόνησαν παράνομα και αντικανονικά τον Μάξιμο Κυνικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πέτρος έθεσε το θέμα στη Σύνοδο. Η δυσκολία μπορούσε να ξεπεραστεί δεδομένου ότι ο άγιος μπορούσε να συντρίψει τα επιχειρήματα του Πέτρου και ταυτόχρονα, διέθετε, πέραν της υποστήριξης των επισκόπων, και την υποστήριξη του ίδιου του αυτοκράτορα. Η ευαισθησία του όμως, είχε καμφθεί. Γι’ αυτό και προτίμησε τον δρόμο της παραίτησης από τα ποιμαντορικά του καθήκοντα και της αποχώρησης από τις εργασίες της Συνόδου, αφού πρώτα αποχαιρέτησε το ποίμνιό του, εκφωνώντας έναν συγκλονιστικό Συντακτήριο Λόγο (Παπαδόπουλος, 1991, σ. 11). Στόχος του φυσικά, ήταν η αποκατάσταση της ειρήνης και ομόνοιας στην Εκκλησία[1]. Επέστρεψε αμέσως στην πατρίδα του Ναζιανζό. Αφού βοήθησε για λίγο την τοπική Εκκλησία, το 383 μ.Χ. η υγεία του υπέστη σοβαρό κλονισμό. Φρόντισε να τοποθετηθεί επίσκοπος ο ανεψιός του πρεσβύτερος Ευλάλιος και στη συνέχεια αποσύρθηκε στην ησυχία της Αριανζού, όπου και κοιμήθηκε το 390 μ.Χ. (Φλορόφσκυ, 2009). Αυτή ήταν και η τελευταία έξοδος της ζωής.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι σε όλη τη ζωή του, ο άγιος ήρθε αντιμέτωπος με πληθώρα κρίσεων. Όλη η ζωή του ήταν καιρός κρίσεων. Και ο ίδιος, ως νηπτικός θεολόγος και ποιητής, αποφάσιζε να φεύγει. Όλη η ζωή του υπήρξε μια φυγή σε πολλές φάσεις. Αυτό άλλωστε πράττει εν πολλοίς και ο καλλιτέχνης: Αποσύρεται στον χώρο της δημιουργικής μοναξιάς του, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να συνιστά και μια αποξένωση από τα κοινωνικά δρώμενα. Εδώ κουβεντιάζει με τον εαυτό του, ψηλαφεί τα πάθη της ψυχής του, κατανοεί τις αδυναμίες του, προβληματίζεται, στοχάζεται, σχεδιάζει, νοσταλγεί, ονειρεύεται, οραματίζεται, καθοδηγεί και αναπλάθει τον διδακτικό του ρόλο. Μέσα σ’ αυτήν την μοναχικότητα ο ποιητής γίνεται ελεύθερος, διότι «όποιος δεν αγαπάει τη μοναχικότητα δεν αγαπάει την ελευθερία, γιατί μόνο μέσα στη μοναχικότητα μπορείς να είσαι ελεύθερος» (Schopenhauer, 2013, σ 45). Αν σε όλα τα παραπάνω προστεθεί και το βίωμα της προσευχής και νήψης, που βρίσκονταν πάντα στον πυρήνα της ασκητικής ζωής του αγίου και αποτελούσε τον κυρίαρχο λόγο της φυγής του από τον κόσμο, τότε σκιαγραφείται, με συνέπεια εκτιμούμε, το περιγραμματικό πλαίσιο του τρόπου αντιμετώπισης εκ του ιδίου της πολυτάραχης ζωής του.

Θα τολμούσαμε μάλιστα, να επισημάνουμε και μια ταυτότητα ανάμεσα στην ιδιότητα του ποιητή και του μύστη της Θεολογίας που επικεντρώνει τη ζωή του στην επιδίωξη του βιώματος της θεοπτίας και προσευχής. Στην ποίηση επιχειρείται υπέρβαση της εγωπάθειας, όπως άλλωστε και στην προσευχή. Η μετάθεση της προσοχής του υποκειμένου της τέχνης από τις προσωπικές επιθυμίες και προσδοκίες που απορρέουν από το «εγώ» του στον λόγο και στόχο της συγγραφής παραπέμπει στην πρακτική της προσευχής, κατά την οποία επίσης απαιτείται υπέρβαση του εγωκεντρισμού. Στην προσευχή ο πιστός καλείται πράγματι, να αφεθεί στα χέρια του Θεού. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η προσευχή στην ορθόδοξη παράδοση αποτελεί οδό πάταξης των παθών και καλλιέργειας των αρετών. Πρόκειται τελικά, για μια πνευματική άσκηση που οδηγεί σε έναν στενό συσχετισμό με μια νέα πραγματικότητα, της οποίας θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελεί η οξυμένη αυτογνωσία του ρόλου του ποιητή και του προσευχόμενου, αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με άλλα λόγια ως κατάσταση χάριτος. H πνευματική διάσταση της ποίησης, προφανώς και της προσευχής, αποτελεί τελικά κοινό παρονομαστή και των δύο (Parini, 2014).

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται, φρονούμε, ότι η ζωή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου αποτέλεσε μια άοκνη και έμπρακτη προσπάθεια υπέρβασης κάθε εμποδίου που όρθωνε η ζωή μπροστά του για να αναστείλει την απερίσπαστη και ολοκληρωτική αφοσίωσή του στον μοναχικό βίο και στο έργο της νήψης και προσευχής. Φαίνεται όμως, ότι η μόνωση του αγίου δεν αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση μόνο του αγώνα της πάταξης των παθών και καλλιέργειας των αρετών, στον οποίο επιδίδονταν με αυταπάρνηση και επιμονή ο άγιος. Συνιστούσε επιπρόσθετα και απαράβατο όρο για τον δημιουργικό αναστοχασμό που επιχειρούσε στις εμπειρίες της βιοτής του, τα προβλήματα, τις προσδοκίες, τις βεβαιότητες ή αβεβαιότητές του. Καλλιτεχνική έκφραση αυτού του αναστοχασμού, που έδιδε διέξοδο στους προβληματισμούς του αγίου, υπήρξε η ποίησή του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του ποιητικού έργου του αγίου Γρηγορίου, δια του οποίου επιδίωκε όχι μόνο να εκφράσει την ευαίσθητη ψυχή του αλλά και να διδάξει, όπως θα δούμε παρακάτω, γράφτηκε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν πλέον είχε απομονωθεί στην Αριανζό.

Όλες λοιπόν, οι κρίσεις στη ζωή του αγίου Γρηγορίου, οι οποίες οδήγησαν σε ισάριθμες αποφάσεις προσωρινής φυγής και εκούσιας ή ακούσιας επιστροφής, οδήγησαν όχι μόνο στην ανάδειξη του αγίου σε πνευματικό ανάστημα της Ορθοδοξίας που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα στα θεολογικά δρώμενα της ταραγμένης του εποχής. Παράλληλα, αποτέλεσαν γενεσιουργό παράγοντα της ποιητικής έκφρασης του αγίου. Και αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. «Κρίση και ποίηση είναι ταυτόσημες. Μια δυνατή ποίηση γεννιέται σε εποχές κρίσεων. Ένας πόλεμος, μια εθνική καταστροφή, οι δικτατορίες, οι ξεριζωμοί κι οι μεταναστεύσεις, η «φυγή», η μοναξιά, ο χωρισμός, η απογοήτευση, ο θάνατος…, όλα αυτά αποτελούν μορφές κρίσεων» (Καλαϊτζόγλου, 2012).

 Κάθε ποιητής εξάλλου, είναι κι ένας «εξόριστος» στον αιώνα του. Όμως, βλέπει και «προβλέπει» ενορατικά τα μελλούμενα. Και αυτές οι προβλέψεις του συνιστούν και μια επαναφορά του στο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του, από το οποίο προγενέστερα φαίνονταν ότι απείχε ή απουσίαζε. Πρόκειται τελικά, για μια δημιουργική ησυχία, που κυοφορεί και προσφέρει πνευματικoύς θησαυρούς, οι οποίοι μπορούν, όπως θα αποδειχθεί, να ενισχύσουν αποφασιστικά και διαχρονικά τις πνευματικές αντιστάσεις κάθε κοινωνίας που μάχεται κατά της φίλαυτης αμετρίας και του άκρατου και ευδαιμονικού υλισμού.

(Συνεχίζεται)

[1] Γρηγορίου Θεολόγου, Βίβλος Α´, ἔπη ἠθικά, τ. Β´, ποίημα ΙΑ´ περὶ τὸν ἑαυτοῦ βίον, PG 37, 1158Α-1059A. Βλ. σχ. Ε.Π.Ε., τ. 10, 1837, σσ. 165-167:

«Ἐγὼ δ’ Ἰωνᾶς ὁ προφήτης γίνομαι.

Δίδωμ’ ἐμαυτὸν τῆς νεὼς σωτηρίαν,

Καίπερ κλύδωνος τυγχάνων ἀναίτιος.

Ἂραντες ἡμᾶς ῥίψατε κλήρου φορᾷ.

Κῆτός με δέξετ’ ἐκ βυθοῦ φιλόξενον.

Ἐντεῦθεν ἄρξασθ’ ὁμονοεῖν·…….».