Οι μορφές που έλαβε στο παρελθόν η 6η παρ. του κειµένου «Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο λοιπός Χριστιανικός κόσµος»

11 Αυγούστου 2017
[Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=167810]

Εποµένως, το επεξεργασµένο κείµενο από την Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη το 1986 επικαιροποιήθηκε από την Ε  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη το 2015, η οποία έκανε µιά περαιτέρω σύναψη των δύο διαφορετικών κειµένων, το ένα µε τίτλο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» και το άλλο µε τίτλο «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουµενική Κινησις». Το τελικό κείµενο υπογράφηκε από την Συνοδο των Προκαθηµένων τον Ιανουάριο 2016 στην Γενεύη και παραπέµφθηκε στην Αγία και Μεγάλη Συνοδο της Κρήτης.

Την επόµενη ηµέρα έγιναν και άλλες συζητήσεις, αλλά εδώ περιορίσθηκα στις συζητήσεις που έγιναν την πρώτη ηµέρα.

4. Η διαδοχική µετάβαση από την οντολογική-πραγµατική- ιστορική ύπαρξη, στην ιστορική ονοµασία

Η έκτη παράγραφος του κειµένου «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» δίδει την οµολογία ότι η Εκκλησία είναι Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική και συγχρόνως αναγνωρίζει και τις εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ετερόδοξες κοινότητες ως Εκκλησίες.

Είναι σηµαντικό να παρακολουθήση κανείς πως εξελίχθηκε η φράση αυτή στην πορεία του χρόνου.

Στο αρχικό κείµενο µε τίτλο «Ακρίβεια και οικονοµία», το οποίο εξέπεσε από την θεµατολογία της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», γραφόταν: «Η Αγία ηµών Ορθόδοξος Εκκλησία … όχι µονον αναγνωρίζει, καίτοι αυτή ούσα η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την οντολογικήν ύπαρξιν όλων τούτων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων…».

Όπως φαίνεται στο κείµενο αυτό για τούς ετερόδοξους Χριστιανούς χρησιµοποιείται η φράση «οντολογικήν ύπαρξιν όλων τούτων των Χριστια- νικών Εκκλησιών και Οµολογιων».

Κατά την επεξεργασίαν του κειµένου αυτού στην Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στην Γενεύη το 1986 η οντολογική ύπαρξη µετατράπηκε σε πραγµατική ύπαρξη. Γράφεται: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία…αναγνωρίζει την πραγµατικήν ύπαρξιν όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων». Η λέξη οντολογική µετατρέπεται σε πραγµατική.

Στο κείµενο αυτό γίνεται λόγος για «πραγµατικήν ύπαρξιν όλων». Αυτό σηµαίνει πραγµατική ύπαρξη, ενδεχοµένως από θεολογικής πλευράς, και όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων που δεν είναι µελη του Παγκοσµίου Συµβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ). Είναι γνωστόν ότι προκειµένου να γίνη µιά χριστιανική Οµολογια µελος του ΠΣΕ πρέπει να κάνη αίτηση και να γίνη έρευνα κατά πόσον τηρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Έτσι σήµερα µελη του ΠΣΕ είναι περίπου 350 «Εκκλησίες» και Οµολογιες, ενώ µονον στην Αµερικη είναι περίπου 55.000 χριστιανικές «Εκκλησίες».

Πηγή: holycouncil.org

Το ίδιο κείµενο, ύστερα από επεξεργασία που έγινε στην Ε  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στην Γενεύη το 2015 και το οποίο κείµενο υπέγραψαν οι Προκαθήµενοι τον Ιανουάριο 2016 και παρεπέφθη στην Αγία και Μεγάλη Συνοδο, τροποποιήθηκε η ανωτέρω φράση ως εξής: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων».

Στο νέο αυτό κείµενο παρατηρούµε ότι η φράση «πραγµατικήν ύπαρξιν όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων» αντικαταστάθηκε µε την φράση «ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων». ∆ηλαδή, η πραγµατική ύπαρξη έγινε ιστορική ύπαρξη και η λέξη όλων αντικαταστάθηκε µε την λέξη άλλων.

Στο τελικό κείµενο το οποίο υπεγράφη στην Συνοδο της Κρήτης στο συγκεκριµένο θέµα γράφεται: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονοµασίαν των µη ευρισκοµένων εν κοινωνία µετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων».

Εδώ παρατηρούµε ότι το αναγνωρίζει µετατρέπεται στο αποδέχεται. Η ιστορική ύπαρξη µετατρέπεται σε ιστορική ονοµασία, που είναι κάτι διαφορετικό.

Εποµένως, για µενα υπήρχε αυτό το πρόβληµα της συνεχούς αλλαγής της ονοµασίας των «Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων» από την οντολογική ύπαρξη στην πραγµατική ύπαρξη, στην ιστορική ύπαρξη και στο τέλος κατέληξε στην ιστορική ονοµασία. Στις τρεις πρώτες περιπτώσεις υπάρχει η λέξη ύπαρξη και διαφοροποείται το επίθετο από πραγµατική σε ιστορική, και στην τρίτη περίπτωση απαλείφεται η λέξη ύπαρξη, η οποία µετατρέπεται σε ονοµασία και διατηρείται η ιστορική, ενώ εξακολουθούν να θεωρούνται ο Ρωµαιοκαθολικισµός και οι Χριστιανικές Οµολογιες ως «αδελφές Εκκλησίες».

Αυτό εννοούσα, ότι δηλαδή η µετατροπή από την οντολογική- πραγµατική ύπαρξη, η οποία ενδεχοµένως έχει και θεολογική υποδοχή, στην ιστορική ύπαρξη, που ενδεχοµένως αποδεσµεύεται από την θεολογία, και η κατάληξη σε ιστορική ονοµασία, που αντικαθιστά την ύπαρξη, υπενθυµίζει έναν εκκλησιολογικό νοµιναλισµό, ο οποίος στην πράξη εκλαµβάνεται ως ρεαλισµός.

Νοµίζω ότι το κείµενο αυτό που προήλθε από την Αγία και Μεγάλη Συνοδο πρέπει να ερµηνευθή επί τη βάσει των όσων ελέχθησαν από τούς οµιλητές και ιδίως από τούς Προκαθηµένους, δηλαδή από τα Πρακτικά, τα οποία θα δηµοσιευθούν. Αξίζει να παραθέσω µερικές χαρακτηριστικές απόψεις Προκαθηµένων Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Ένας Προκαθήµενος είπε ότι «εσχίσθησαν» οι Εκκλησίες µεταξύ τους, ήτοι η Ορθόδοξη Ανατολική µε την Εκκλησία της Ρωµης, όπως «σχίζεται ένα ράσο σε δύο κοµµάτια, αλλά παρά ταύτα παραµένει ράσο»!!

Άλλος Προκαθήµενος είπε: «Το συµπέρασµα που βγαίνει από την ευλογίαν µικτού Γαµου είναι ότι πράγµατι είναι έγκυρο το Βαπτισµα, τελούµενον εις το όνοµα της Αγίας Τριάδος. … Εφ’ όσον ευλογούµε τον Γαµο, Καθολικού, ∆ιαµαρτυροµένου, και δεν αποκλείουµε την ευλογίαν, όπως συµβαίνει µε τούς ετεροθρήσκους, µε έναν Μουσουλµάνο, µε έναν Ιουδαίο, σηµαίνει ότι αναγνωρίζουµε το Βαπτισµα του και τον ευλογούµε, τον δεσµό του µε το Ορθόδοξον µελος».

Άλλος Προκαθήµενος είπε ότι εφ’ όσον γίνονται µικτοί γάµοι όχι µονον είναι «υποστατό» το βάπτισµα των ετεροδόξων, αλλά συγχρόνως µπορούν και να κοινωνούν οι ετερόδοξοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οπότε µε την θεία Κοινωνία γίνονται αυτοµάτως ορθόδοξοι.

Παραµένω µονον σε αυτά, ενώ υπάρχουν και άλλοι λόγοι, για να δείξω ότι τα κείµενα της Συνόδου της Κρήτης πρέπει να ερµηνευθούν µεσα από την ερµηνεία αυτών που τα κατήρτισαν και τα υπέγραψαν.

Πράγµατι, όταν εξετάζουµε ένα νοµοθέτηµα το οποίο εξέρχεται από την Βουλή, τότε είναι απαραίτητο να το ερµηνεύουµε επί τη βάσει του πνεύµατος του νοµοθέτη και των όσων λέγονται κατά την διάρκεια της συνεδριάσεως. Τουλάχιστον έτσι ενεργούν τα ανώτατα ακυρωτικά ∆ικαστήρια.

Στην συγκεκριµένη περίπτωση, και µαλιστα στο κείµενο «Το Μυστήριον του Γαµου και τα κωλύµατα αυτού» για τούς µικτούς Γαµους γράφεται ότι «ο γάµος Ορθοδόξων µεθ’ ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω Συνόδου)», στην συνέχεια δίνεται η δυνατότητα στην Ιερά Συνοδο κάθε αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας εφαρρµογής της εκκλησιαστικής οικονοµίας: «συµφώνως προς τας αρχάς των ιερών κανόνων, εν πνεύµατι ποιµαντικής διακρίσεως, επί τω σκοπώ της σωτηρίας του ανθρώπου».

Οµως, όταν κανείς αντιπαραβάλλη το κείµενο µε τα όσα ελέχθησαν, ότι οι εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανήκουν σε «Εκκλησίες», των οποίων το Βαπτισµα είναι έγκυρο και υποστατό, γι’ αυτό και δίνεται η δυνατότητα τελέσης µικτών Γαµων, τότε αντιλαµβάνεται το εκκλησιολογικό πρόβληµα που υφίσταται. Στην πραγµατικότητα ισχύει η λεγόµενη «βαπτισµατική θεολογία», σύµφωνα µε την οποία οι Ορθόδοξοι και οι εκτός αυτής Χριστιανοί έχουν ένα κοινό σηµείο ενότητος, που είναι το Βαπτισµα, ενώ υφίσταται διαφορά και ως προς την Τριαδολογία και ως προς την κανονική τέλεση.

Εποµένως, η εξέλιξη του κειµένου από την οντολογική ύπαρξη, στην πραγµατική ύπαρξη, στην ιστορική ύπαρξη και στην ιστορική ονοµασία δεν είναι απλή, αλλά συνδέεεται µε την όλη εκκλησιολογική άποψη που έχουν όσοι κατήρτισαν το κείµενο.

5. Ρεαλισµός και νοµιναλισµός στην Εκκλησιολογία

Προηγουµένως είδαµε ότι η επίµαχη φράση από οντολογική ύπαρξη µετατράπηκε σε πραγµατική ύπαρξη, ακολούθως διαµορφώθηκε στην ιστορική ύπαρξη και στο τέλος κατέληξε στην ιστορική ονοµασία. Τιθεται το ερώτηµα: Η αλλαγή της λέξεως από ύπαρξη σε ονοµασία δηλώνει κάποια ουσιαστική αλλαγή, ότι υπάρχει ονοµασία χωρίς ύπαρξη η η αλλαγή αυτή δείχνει έναν συµβιβασµό προκειµένου να υπογραφή το κείµενο; Προφανώς ισχύει το δεύτερο.

Επειδή το ερώτηµα αυτό το έθεσα σε προηγούµενα κείµενά µου, και τόνισα ότι αυτό συνιστά έναν νοµιναλισµό, γι’ αυτό χρειάζεται να επιµείνω στο σηµείο αυτό και να αναλύσω την διαφορά µεταξύ ρεαλισµού και νοµιναλισµού.

Από µελέτες µου γνωρίζω την διαφορά µεταξύ του πραγµατισµού- ρεαλισµού-εξεµπλαρισµού και του νοµιναλισµού, όπως εκφράσθηκε από τούς σχολαστικούς θεολόγους της ∆ύσεως, αλλά και όπως διατυπώθηκε από τούς µετασχολαστικούς θεολόγους[23].

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία έκανε λόγο για «τα καθόλου», τούς καθολικούς όρους, τις γενικές έννοιες, τις γενικές οντότητες, τα universalia, και για τα επί µερους.

Ο Πλάτων έκανε λόγο για τις ιδέες που υπάρχουν στο ανώτατο Ον και επί τη βάσει των ιδεών δηµιουργήθηκαν τα όντα. Έτσι, όλα τα επί µερους όντα είναι αντίγραφα των ιδεών. Αυτό σηµαίνει ότι ο Πλάτων δίνει οντολογική προτεραιότητα στα «καθόλου».

Αντίθετα, ο Αριστοτέλης πίστευε ότι «οι ιδέες δεν υπάρχουν αυθυποστάτως σε ένα νοητό κόσµο, αλλά στον αισθητό µας κόσµο». Καθε ον του αισθητού κόσµου είναι σύνθεση του είδους (µορφής) και της ύλης, δηλαδή κάθε ύλη µορφοποιείται και ειδοποιείται από την µορφή που ενυπάρχει σε αυτήν. Έτσι, ο Αριστοτέλης δίνει οντολογική προτεραιότητα στα «καθ’ έκαστον», που είναι η «ουσία πρώτη» και µε την αφαιρετική αναγωγή από την αισθητή οντότητα φθάνουµε στην νοητή και υπεραισθητή ουσία, την «ουσία δευτέρα».

Έντονες συζητήσεις για το θέµα αυτό –«τα καθόλου», τα λεγόµενα universalia, και τα «καθ’ έκαστον»– έγιναν στούς κόλπους των σχολαστικών θεολόγων του Μεσαίωνος, για να καθορίσουν την οντολογία τους, δηλαδή να εξετάσουν αν οι καθολικοί όροι αναφέρωνται σε υπαρκτές γενικές οντότητες η αν στερούνται νοήµατος.

Η διαφορά µεταξύ πραγµατοκρατίας-ρεαλισµού και ονοµατοκρατίας- νοµιναλισµού είχε και κοινωνικές διαστάσεις, επηρέασε όχι µονον την φιλοσοφία και την θεολογία της ∆ύσης, αλλά και την κοινωνιολογία. Εφ’ όσον το εγώ κάθε ανθρώπου πρέπει να µαθη και να κατανοή τι θέλει το καθολικό, και η ελευθερία του καθενός πρέπει να υποτάσσεται στην βούληση του καθολικού, είναι ευνόητο ότι και η κοινωνία πρέπει να διαιρεθή µε βάση την εξυπηρέτηση του καθολικού, του βασιλείου του Θεού. Έτσι, ο ρεαλισµός έγινε «όργανο που χρησιµοποίησε το Βατικανό για να εδραιώση την εξουσία του». Εφ’ όσον το καθολικό έχει αξία, αυτό σηµαίνει ότι, όταν το άτοµο δεν το υπηρετή πρέπει να παρακαµφθή.

Η πρακτική αυτή του ρεαλισµού στον κοινωνικό χώρο δηµιούργησε την ανάγκη να αναιρεθή ο ρεαλισµός, να κτυπηθή το θεµέλιό του. Έτσι χρησιµοποιείται ο νοµιναλισµός στον κοινωνικό χώρο, σύµφωνα µε τον οποίο µοναδική πραγµατικότητα είναι το άτοµο, και όταν καταστρέφεται το άτοµο, δεν σώζεται η κοινωνία, το σύνολο.

Εποµένως, ο ρεαλισµός, που βασίζεται στον Πλάτωνα και τον Αυγουστίνο, εκτρέφει τον ολοκληρωτισµό, ενώ ο νοµιναλισµός του Αριστοτέλη και µερικών σχολαστικών φιλοσόφων, οδηγεί προς δηµοκρατικά πολιτεύµατα.

Παντως, η διαφορά µεταξύ των καθόλου (πραγµατοκρατίας- ρεαλισµού) και των επί µερους (νοµιναλισµού) µπορεί να καταγραφή στούς τρεις σχολαστικούς θεολόγους των 13ου και 14ου αιώνων, ήτοι τον Θωµά τον Ακινάτη, τον Γουλιέλµο Όκκαµ και τον Ντούς Σκώτους, σε σχέση µε την ουσία και ενέργεια του Θεού. Η θεωρία των «καθόλου» χαρακτηρίζεται ως θεωρία των universalia και του analogia entis. Τα universalia είναι τα αρχέτυπα, οι ιδέες που βρίσκονται στον Θεο και το analogia entis είναι πάλι τα αρχέτυπα των οποίων αντιγραφή είναι όλα τα όντα.

Ο Θωµάς ο Ακινάτης οµιλεί για το analogia entis και βέβαια για τα universalia και µεσα στην προοπτική αυτή ταυτίζει την ουσία και την ενέργεια του Θεού, το γνωστό actus purus. Ο Θωµάς ο Ακινάτης είναι πατέρας της χριστιανικής µεταφυσικής.

Ο Ιωάννης ∆ούνς Σκώτους διαφοροποιείται από την ταύτιση ουσίας και ενεργείας στον Θεο, το γνωστό actus purus, και κάνει την διάκριση µεταξύ ουσίας και προσόντων του Θεού. Αυτή η άποψη φαίνεται ότι πλησιάζει προς την ορθόδοξη διδασκαλία περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας του Θεού, την οποία δίδασκε την εποχή εκείνη ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς, αλλά υπάρχει µεγάλη διαφορά µεταξύ τους. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς κάνει λόγο για διάκριση µεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεο από πλευράς εµπειρίας, από την µεθεξη της ακτίστου ενεργείας του Θεού και την µη µεθεξη της ουσίας Του, ενώ ο Ντούνς Σκώτους κάνει λόγο για διάκριση ουσίας και προσόντων του Θεού, από φιλοσοφικής πλευράς, όπως έκαναν οι αρχαίοι αιρετικοί.

Ο Γουλιέλµος Όκκαµ, ανέπτυξε την θεωρία, ότι η διδασκαλία για τα universalia στον Θεο, το analogia entis περιόριζαν την ελευθερία Του, οπότε τέτοιες αντιλήψεις είναι ανάρµοστες στον Θεο και ισχυριζόταν ότι η διάκριση µεταξύ ουσίας και θείων ιδιοτήτων είναι µονον κατ’ όνοµα, είναι έννοιες που υπάρχουν στον νου του ανθρώπου. Ο ίδιος δεχόταν την analogia fidei-αναλογία πίστεως.

Είναι γνωστόν στούς ειδήµονες ότι στην ορθόδοξη θεολογία δεν υποστηρίζεται ούτε το analogia entis ούτε το analogia fidei ούτε το analogia relationis.

Η άποψη για το analogia fidei ταυτίζει την αποκάλυψη του Θεού µε την Αγία Γραφή, δηλαδή τα άκτιστα-άρρητα ρήµατα µε τα κτιστά ρήµατα και νοήµατα.

Η αποδέσµευση των µετασχολαστικών θεολόγων, αρχής γενοµένης από τον Σκώτους, που ήταν υπέρµαχος της βουλησιοκρατίας-βολονταρισµού, και του Γουλιέλµου Όκκαµ, που ήταν υπέρµαχος της analogia fidei, επηρέασε κατά διαφόρους βαθµούς τα φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύµατα της ∆ύσεως µεχρι την εποχή µας. Εποµένως, υπάρχει µεγάλη διαφορά µεταξύ της δυτικής και ορθοδόξου θεολογίας, έστω και αν µερικοί σήµερα θεολόγοι προσπαθούν να τα συµβιβάσουν.

Έκανα αυτήν την αναδροµή, για να δείξω ότι, όταν οµιλούσα για εκκλησιαστικό νοµιναλισµό, δεν το εννοούσα από πλευράς κλασσικής µεταφυσικής, σχολαστικής θεολογίας και σύγχρονης φιλοσοφίας. Κυρίως εννοούσα ότι δεν µπορούσα να καταλάβω την αντικατάσταση της φράσεως πραγµατική-ιστορική ύπαρξη µε την φράση ιστορική ονοµασία σε ένα κείµενο Μεγάλης Συνόδου, όταν µαλιστα, ενώ χρησιµοποιείται η φράση ιστορική ονοµασία, εκλαµβάνεται ως ιστορική ύπαρξη.

Το πρόβληµα, όµως, είναι βαθύτερο και δεν συνδέεται απλώς µε την διαφορά µεταξύ ρεαλισµού και νοµιναλισµού, στον χώρο της εκκλησιαστικής πρακτικής. Μάλλον η σύγχρονη πρακτική διευκολύνει την ερµηνεία του ρεαλισµού και όχι του νοµιναλισµού.

Στο παρελθόν έχω αναλύσει ότι δυστυχώς υπάρχουν κείµενα, στα οποία υπερβαίνονται τα όρια και καταργούνται µερικές απαραίτητες θεολογικές και εκκλησιαστικές «κόκκινες γραµµές». Τετοια κείµενα εκφράζουν έναν νοµιναλισµό στην θεωρία και έναν ρεαλισµό στην πράξη.

Συγκεκριµένα, σε επίσηµο κείµενο Ορθοδόξου Εκκλησίας γράφεται:

«Επιτρέπεται εξ απόψεως Ρωµαιοκαθολικής να µεταλαµβάνουν εν καιρώ ανάγκης οι Ρωµαιοκαθολικοί εις Ορθοδόξους Εκκλησίας και οι Ορθόδοξοι εν καιρώ ανάγκης να µεταλαµβάνουν εις Ρωµαιοκαθολικάς Εκκλησίας».

«Επεκράτησε, λόγω της φιλίας, οι Ορθόδοξοι να κηδεύουν τούς Αγγλικανούς και να κοινωνούν αυτούς όπου δεν υπάρχουν Αγγλικανοί Ιερείς. Επίσης όπου δεν υπάρχουν Ορθόδοξοι Ιερείς, οι Αγγλικανοί κηδεύουν και κοινωνούν τούς Ορθοδόξους Χριστιανούς. Τούτο γίνεται µε την γνώσιν, αλλά και µε την άγνοιαν της Εκκλησίας εις µερικούς τόπους, αλλά και δια λόγους ανάγκης και Χριστιανικής Μυστηριακής φιλοξενίας. Έπειτα είναι βέβαιον ότι οι Χριστιανοί µονοι των ζητούν την Κοινωνίαν. Είναι τούτο δείγµα της διαθέσεως του Λαού του Θεού δια την ένωσιν των Χριστιανών που τούς συνδέει η Παράδοσις, η Αγία Γραφή, η Ιερωσύνη και το Πιστεύω της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως».

∆ιερωτώµαι: Όταν γίνεται λόγος για προσφορά της θείας Κοινωνίας από ορθοδόξους Κληρικούς στούς ετεροδόξους, εν ονόµατι «της Χριστιανικής Μυστηριακής φιλοξενίας», τότε αυτό είναι εκκλησιαστικός νοµιναλισµός η εκκλησιαστικός ρεαλισµός;

6. Γενικές παρατηρήσεις

∆ιαβάζοντας προσεκτικά τις απόψεις των εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών ως προς την εκκλησιολογία του κειµένου και την τελική του εξέλιξη, θα πρέπει να κάνω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

1. Μεταξύ των εκατό (100) περίπου θεµάτων που είχαν προταθή από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες στην Α  Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη στην Ροδο το 1961 ήταν τέσσερα θέµατα ήτοι: «Έννοια της Εκκλησίας», προφανώς αναφε- ρόταν στην ορθόδοξη Εκκλησιολογία, και στούς εκτός αυτής Χριστιανούς· «περί ακριβείας και οικονοµίας», για το πως γίνονται αποδεκτοί στην Εκκλησία οι προσερχόµενοι ετερόδοξοι· «Σχέσεις Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» που αφορούσε τούς θεολογικούς διαλόγους µε τούς ετεροδόξους· και «Ορθόδοξος Εκκλησία και οικουµενική Κινησις» που αναφερόταν στο Παγκόσµιο Συµβούλιο των Εκκλησιών.

Υπάρχει όντως µιά οργανική και ουσιαστική σχέση µεταξύ των κειµένων αυτών. Πρώτα καθορίζεται η έννοια της Εκκλησίας, δηλαδή τι είναι η Εκκλησία και τι είναι οι ετερόδοξοι Χριστιανοί, στην συνέχεια καθορίζεται η ακρίβεια και η οικονοµία στην Εκκλησία, έπειτα καθορίζεται ο τρόπος των διαλόγων µε τούς ετεροδόξους, δηλαδή προσδιορίζεται ο τρόπος της αποδοχής των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και στο τέλος γίνεται συζήτηση για την οικουµενική κίνηση στην οποία γίνεται λόγος για το Παγκόσµιο Συµβούλιο των Εκκλησιών.

Οµως, από την Α  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη που έγινε στην Γενεύη το 1976 καθορίσθηκαν δέκα θέµατα για να ετοιµασθούν στην Αγία και Μεγάλη Συνοδο, και µε αυτήν την επιλογή εξέπεσε το θέµα περί της «εννοίας της Εκκλησίας» και περί της «ακριβείας και οικονοµίας στην Εκκλησία». Και το ερώτηµα είναι σαφέστατο: Πως θα γίνονταν οι διάλογοι µε τούς ετεροδόξους και πως θα καθοριζόταν η σχέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας µε την οικουµενική κίνηση, όταν δεν καθορίσθηκε η εκκλησιολογική συνείδηση και η εκκλησιαστική βάση του θέµατος; Τοτε, σε ποια προοπτική θα κινούνταν οι θεολογικοί διάλογοι; ∆εν θα επικρατούσε θεολογική και εκκλησιολογική σύγχυση και ασάφεια;

2. Ο Σεβ. Πρόεδρος είπε ότι το θέµα περί της ακριβείας και της οικονοµίας, δηλαδή το πως δεχόµαστε τούς ετεροδόξους στην Εκκλησία, εξέπεσε από την θεµατολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Παρά ταύτα οι εκπρόσωποι συζητούσαν το θέµα αυτό και κατέληξαν να θέσουν στον πρόλογο κάποια παράγραφο που να αναφέρωνται σε αυτό, χωρίς να γίνη θεολογική και κανονική εξέταση του θέµατος, ούτε να µελετηθούν από τις κατά τόπους Εκκλησίες.  Ετσι, στην πραγµατικότητα ανεκλήθη η Α  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη ως προς το θέµα αυτό.

Εαν, όµως, ερµηνευθή ότι δεν ανεκλήθη ως προς το σηµείο αυτό η Α’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη, τότε πρέπει να υλοποιηθή η απόφασή της, που σηµαίνει ότι µετά που ολοκληρώθηκε «η Αγία και Μεγάλη Συνοδος» µε τα έξι θέµατα, που αντιµετώπισε, πρέπει να αρχίση η προετοιµασία για την εποµένη Μεγάλη Συνοδο, η οποία όχι µονον θα διορθώση σε µερικά σηµεία τα ήδη εγκριθέντα κείµενα και θα επιλύση τα άλλα τρία βασικά θέµατα που άφησε η Συνοδος αυτή (επειδή έχουν συγχωνευθή τα δύο θέµατα σε ένα), δηλαδή το αυτοκέφαλο και ο τρόπος ανακηρύξεώς του, τα ∆ίπτυχα και το ζήτηµα του Ηµερολογιου, που είναι µεγάλα θέµατα τα οποία άπτονται του κανονικού δικαίου και της συγχρόνου εκκλησιολογίας και εκκλησιαστικής τάξεως, που διασπούν την ενότητα των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Επίσης, η νέα Συνοδος θα πρέπει να ασχοληθή µε τα άλλα θέµατα «τα συγκεντρώσαντα κατά δευτέραν προτεραιότητα µείζονα προτίµησιν εν τη Επιτροπή», ήτοι οι πηγές της Αποκαλύψεως, η έννοια της Εκκλησίας, η Κωδικοποίηση των ιερών Κανόνων και κανονικών διατάξεων και η οικονοµία και η ακρίβεια στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

3. Το κείµενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», που συζητήθηκε στην Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη το 1986 αφορούσε αποκλειστικώς και µονον τούς θεολογικούς διαλόγους µε τούς ετεροδόξους. Αυτό φαίνεται καθαρά από το προοίµιο του κειµένου ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν διατεθειµένη, ευνοϊκή και θετική σε κάθε διάλογο για θεολογικούς και ποιµαντικούς λόγους.

Ενώ κατά την συζήτηση προέκυψε το εκκλησιολογικό πρόβληµα και προστέθηκε µιά εκκλησιολογική παράγραφος, όµως παρέµεινε ο βασικός κορµός του κειµένου που αφορούσε τούς διαλόγους.

Έτσι, καίτοι εξέπεσαν τα θέµατα περί της Εκκλησίας και περί ακριβείας και οικονοµίας στην Εκκλησία από την θεµατολογία «της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» για να συζητηθούν µετά από αυτήν, αφού γίνει περαιτέρω µελέτη από τις κατά τόπους Εκκλησίες, εν τούτοις η βασική της εκκλησιολογική θέση που περιελάµβανε το αρχικό κείµενο περί οικονοµίας, πέρασε στο νέο κείµενο για την σχέση «της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον». Αυτό σηµαίνει ότι η «εκκλησιολογία» των ετεροδόξων πέρασε εµµέσως στο νέο κείµενο.

4. Στην Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη το 1986 ικανοποιήθηκε το αίτηµα του Μητροπολίτου ∆ηµητριάδος Χριστοδούλου, εκπροσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, να τεθή στο προοίµιο του κειµένου µιά παράγραφος στην οποία να τονίζεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει την αυτοσυνειδησία ότι είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αλλά συγχρόνως εισήλθε και η φράση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «αναγνωρίζει την πραγµατικήν ύπαρξιν όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων». Αυτό σηµαίνει ότι χαρακτηρίσθηκαν όλες οι Χριστιανικές Οµολογιες και Κοινότητες ως Εκκλησίες, χωρίς να διαµαρτυρηθή κανείς από τούς παρόντες.

5. Αργότερα στην Ε  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη το 2015 ενώθηκαν τα δύο κείµενα, ήτοι «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» και «Ορθόδοξος Εκκλησία και οικουµενική κίνησις», µε αποτέλεσµα να προέλθη ένα άλλο νέο αγνώριστο κείµενο. Στην πραγµατικότητα, στο νέο κείµενο ενώθηκαν τρία αρχικά θέµατα-κείµενα.

Αυτό σηµαίνει ότι στην Ε  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τα ενωθέντα δύο κείµενα συνετέλεσαν στο να χαθούν τα καλά στοιχεία του κειµένου της Γ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως, για το που βρίσκεται ο διάλογος µε τούς ετεροδόξους, καθώς επίσης ενώθηκε το κείµενο για την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε σχέση µε τούς ετεροδόξους, µε το κείµενο για την οικουµενική κίνηση και το Π.Σ.Ε. Έτσι, αφέθησαν πολλά κενά στο τελικό κείµενο και το σπουδαιότερο δεν καθορίσθηκαν ακριβώς σε ποια σηµεία βρίσκονται οι διάλογοι µε τούς ετεροδόξους.

6. Στην Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη το 1986 ετέθη σοβαρός προβληµατισµός ως προς τα «όρια της Εκκλησίας» και ως προς τον προσδιορισµό «του λοιπού Χριστιανικού κόσµου». Όλοι τόνιζαν την σπουδαιότητα της οµολογίας της αυτοσυνειδησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αυτή είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αλλά είχαν ασαφή εκκλησιολογικά κριτήρια για τις εκτός αυτής χριστιανικές οµάδες. Τις αποκαλούσαν Εκκλησίες, εντός η εκτός εισαγωγικών, Χριστιανικές κοινότητες, χριστιανικές οµάδες, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας Χριστιανούς κλπ. χωρίς όµως να εξετάζουν το θέµα από πλευράς Οικουµενικών και Τοπικών Συνόδων.

7. Τα όσα διηµείφθησαν κατά την Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη του 1986, όπως και των άλλων Προσυνοδικών Πανορθοδόξων ∆ιασκέψεων δεν έγιναν γνωστά στο πλήρωµα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από ο,τι κατάλαβα δεν έγιναν γνωστά ούτε στο πλήρωµα άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, δεν δηµοσιοποιήθηκαν εγκαίρως για να τα γνωρίζουν οι Κληρικοί, οι µοναχοί και οι θεολόγοι και όσοι ενδιαφέρονται για τα θέµατα αυτά, αλλά ούτε και έγινε, τουλάχιστον επί των ηµερών µου, συζήτηση διεξοδική στην Ιεραρχία για τις αποφάσεις αυτές.

8. Υφίσταται µιά ασαφής Εκκλησιολογία ως προς τον χαρακτηρισµό των ετεροδόξων. Στο κείµενο που αναλύσαµε, όπως εξελίχθηκε διαδοχικά, είδαµε ότι χρησιµοποιήθηκε η φράση «οντολογική ύπαρξις όλων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων» από άλλο κείµενο, µετατράπηκε σε «πραγµατική ύπαρξη όλων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων», διαµορφώθηκε σε «ιστορική ύπαρξη» και τελικά κατέληξε ως «ιστορική ονοµασία» των ετεροδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών.

Αυτό δείχνει έλλειψη σαφούς Εκκλησιολογίας, όταν µαλιστα σκεφθή κανείς ότι στην πράξη εκλαµβάνονται οι «ετερόδοξες Εκκλησίες» ως πραγµατικές Εκκλησίες, οι οποίες διαθέτουν υποστατό Μυστήριο Βαπτίσµατος και οι ετερόδοξοι Χριστιανοί σε ανάγκη µπορούν να κοινωνούν από τα Μυστήρια των Ορθοδόξων Χριστιανών και αντιστρόφως. Έτσι, η Εκκλησία θεωρείται ότι µπορεί να ασκή και µιά «Χριστιανική Μυστηριακή φιλοξενία»!! Αυτό είναι νοµιναλισµός στην θεωρία και ρεαλισµός στην πράξη!

Το καταληκτικό συµπέρασµά µου είναι ότι στην Γ  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη του 1986 όπου καταρτίσθηκε το κείµενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» έγινε µιά συζήτηση, χωρίς σοβαρά ορθόδοξα θεολογικά και εκκλησιολογικά επιχειρήµατα, χωρίς να βασίζεται στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας, και χωρίς να ενηµερωθή το πλήρωµα της Εκκλησίας για τα θέµατα αυτά και για την σχετική συζήτηση.

Έτσι, η προετοιµασία για την «Αγία και Μεγάλη Συνοδο της Κρήτης» δεν ήταν η δέουσα και µε την «µεθοδο του σαλαµιού» κατέληξε σε ένα κείµενο στο οποίο τουλάχιστον επικρατούσε εκκλησιολογική σύγχυση.

*************************

7. Παράρτηµα

Η παράγραφος 6 στα διάφορα καταρτισθέντα κείµενα.

α) Στο κείµενο «Ακρίβεια και Οικονοµία», όπως την παρουσίασε ο Μητροπολίτης Μυρων Χρυσόστοµος.

«∆ιο και η αγία ηµών Ορθόδοξος Εκκλησία, έχουσα συνείδησιν της σηµασίας και σπουδαιότητος της παρούσης δοµής του συγχρόνου Χριστιανισµού, όχι µονον αναγνωρίζει, καίτοι αυτή ούσα η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την οντολογικήν ύπαρξιν όλων τούτων των Χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων, αλλά και θετικώς πιστεύει ότι αι προς πάσας ταύτας σχέσεις αυτής στηρίζονται επί της όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειµενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέµατος και της παρ’ αυταίς καθόλου δογµατικής διδασκαλίας…».

(Μετά τα αποσιωπητικά προφανώς η συνέχειά του, όπως φαίνεται στο επόµενο κείµενο, είναι: «περί µυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής»).

β) Στο κείµενο της Γ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως 1986

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία ανέκαθεν ήτο εύνους και θετικώς διατεθειµένη προς πάντα διάλογον τόσον δια θεολογικούς, όσον και δια ποιµαντικούς λόγους. Κατά τα τελευταία έτη η Ορθόδοξος Εκκλησία εχώρησε πράγµατι εις θεολογικόν διάλογον µετά πλείστων χριστιανικών Εκκλησιών κάι Οµολογιων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν των πνευµατικών αυτής θησαυρών προς τούς εκτός αυτής, µε αντικειµενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ως ούσα η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, έχει πλήρη συνείδησιν της ευθύνης αυτής δια την ενότητα του χριστιανικού κόσµου, αναγνωρίζει την πραγµατικήν ύπαρξιν όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων, αλλά και πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειµενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέµατος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Οι σύγχρονοι διµερείς θεολογικοί διάλογοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας εκφράζουν κατά τρόπον αυθεντικόν την συνείδησιν ταύτην της Ορθοδοξίας».

γ) Στο κείµενο της Συναξης των Προκαθηµένων (Ιανουάριος 2016), όπως είχε προταθή από την Ε  Προσυνοδική Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη

(Όπως θα αντιληφθή ο αναγνώστης, στην Ε  Προσυνοδική έγινε αναδιάρθρωση-αλλαγή σειράς των δύο παραγράφων σε σχέση µε το προηγούµενο κείµενο)

«6. Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων µη ευρισκοµένων εν κοινωνία µετ’ αυτής, αλλά και πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειµενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέµατος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειµένη τόσον δια θεολογικούς, όσον και δια ποιµαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον µετά διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων και προς την συµµετοχήν γενικώτερον εις την Οικουµενικήν Κινησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν του πληρώµατος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευµατικών αυτής θησαυρών προς τούς εκτός αυτής, µε αντικειµενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».

δ) Στο τελικό κείµενο της αποφάσεως της Συνόδου της Κρήτης (Ιούνιος 2016)

«6. Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονοµασίαν των µη ευρισκοµένων εν κοινωνία µετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιων, αλλά πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειµενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέµατος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί µυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειµένη τόσον δια θεολογικούς, όσον και δια ποιµαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον µετά των λοιπών χριστιανών εις διµερές και πολυµερές επίπεδον και προς την συµµετοχήν γενικώτερον εις την Οικουµενικήν Κινησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναµικήν µαρτυρίαν του πληρώµατος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευµατικών αυτής θησαυρών προς τούς εκτός αυτής, µε αντικειµενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».

Πηγή:parembasis.gr

23 Για τα κατωτέρω βλ. Θεοδόσης Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράµµατα, Αθήνα 2009, σελ. 331-334· Μαριος Μπέγζος, Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία της Θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2004, σελ. 129-152· Γεώργιος Παναγόπουλος, Εισαγωγή στην ιστορία της ∆υτικής θεολογίας, εναλλακτικές εκδόσεις ∆οκίµιο 20, σελ. 45, 109-118, 259-260, και Παναγιώτης ∆ρακόπουλος, Μεσαίωνας ελληνικός και δυτικός, Παρουσία, Αθήνα 2002, σελ. 195-214.