Η δυσανεξία της ανεκτικότητας

19 Αυγούστου 2017

(Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=165113)

Η ανεκτικότητα μαζί με τον ατομικισμό, την ελευθερία, τον ορθό λόγο, την δικαιοσύνη και τη διαφορετικότητα συμπεριλαμβάνεται στο σύνολο των αξιών και κανόνων που ορίζουν τον Φιλελευθερισμό, την ιδεολογία της βιομηχανοποιημένης Δύσης.[1] Η βαρύτητα της ελευθερίας, της ελεύθερης συνείδησης και του δικαιώματος της ανεξιθρησκίας – απόρροια της ανεκτικότητας – αν και σε θεωρητικό πλαίσιο είναι κριτήρια εκπολιτισμού, προκαλούν με την εφαρμογή τους τις σύγχρονες κοινωνίες, εφόσον κάθε πολιτισμός ή κοινωνική ομάδα έχει τα δικά του μοναδικά στοιχεία συμπεριφοράς, τα οποία ξενίζουν άτομα διαφορετικής πολιτιστικής προέλευσης.[2] 

Η ανεκτικότητα ορίζεται ως η προθυμία να επιτρέπει κανείς αντιλήψεις, ενέργειες και ηθικές επιλογές, με τις οποίες δεν είναι σύμφωνος.[3] Συνοπτικά, η ανεκτικότητα ορίζεται  ως η αποδοχή της ύπαρξης του άλλου με δικαίωμα ισονομίας και ισοπολιτείας, ως επίσης των δικών του αξιών, χαρακτηριστικών, ενεργειών και τρόπων δράσης.[4] Η έννοια της ανεκτικότητας είναι ηθικό ιδανικό και βασική κοινωνική αρχή. Τον 17ο αιώνα, οι John Milton (1608-1674) και John Locke (1632-1704), προώθησαν τη φιλελεύθερη αντίληψη της ανεκτικότητας μέσα από την ανάγκη της ανεξιθρησκίας και κατ’ επέκταση της ελευθερίας του λόγου. Με την έλευση των νεώτερων αιώνων, οι δύο αυτές έννοιες μεταφράσθηκαν έντεχνα από την κοσμική εξουσία και την φιλοσοφική σκοπιά. Έτσι η αντίληψη τιμής (για λίγους εκλεκτούς) μετασχηματίσθηκε σε αντίληψη αξιοπρέπειας (για όλους).[5]

Τον 20ο αιώνα οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες των νεοσύστατων εθνών – κρατών αποτέλεσαν σοβαρό θέμα προς αντιμετώπιση στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1919). Αν και υπήρξε προσπάθεια να προστατευθούν συνταγματικά τα δικαιώματα των κατά τόπους μειονοτήτων, οι ηγεσίες των νέων εθνών – κρατών αντέδρασαν, επισημαίνοντας τον κατάφωρο περιορισμό της εθνικής τους κυριαρχίας και την προσβολή της αξιοπρέπειάς τους, τονίζοντας ότι οι ίδιες οι «νικήτριες δυνάμεις» δεν είχαν αναγνωρίσει στις χώρες τους τόσο διευρυμένα μειονοτικά δικαιώματα.[6]  Η ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας αναγνωρίσθηκαν ως θεμελιώδη δικαιώματα και  κατοχυρώθηκαν με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ψηφίστηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (1948) καθώς και από δύο Διεθνή Σύμφωνα του ΟΗΕ (1966) για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τα αντίστοιχα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα.[7]  Η Ευρωπαϊκή Ένωση διακήρυξε τα δικαιώματα των πολιτών της μέσα από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της.[8]

(Συνεχίζεται)

[1]Η ιδέα του τίτλου του υποκεφαλαίου προέρχεται από το έργο του Τ. Ταίηλορ, «Οι δυσανεξίες της Νεωτερικότητας».

 Ο Φιλελευθερισμός ως ιδεολογία είναι υπέρμαχος των αξιών και θεσμών που προήλθαν από την Γαλλική Επανάσταση (1789). Στη συνολική του θεώρηση αποδίδει στο άτομο ελεύθερη επιλογή σε θέματα όπως η θρησκεία, οι ιδέες και οι απόψεις. Οι Φιλελεύθεροι αντιμετωπίζουν τη θρησκεία ως στοιχείο του ιδιωτικού βίου το οποίο είναι σε άμεση σχέση με την ατομική επιλογή και την ατομική ανάπτυξη. Ο ελεύθερος πολίτης έχει σαφώς το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Αυτή η ελευθερία διασφαλίζεται από την διάκριση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής, δηλαδή μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους.  Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, σσ. 570, 518.

[2]Giddens, Κοινωνιολογία, σ. 74.

[3]Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, σσ. 568-569.

[4]Walzer, Περί ανεκτικότητας, σ. 23.

[5]CharlesTaylor, Πολυπολιτισμικότητα: Εξετάζοντας την πολιτική της αναγνώρισης, μτφρ. Φιλήμων Παιονίδης (Αθήνα: Πόλις, 20095), σσ. 73-75

[6]Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων έλαβε χώρα από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούνιο του 1919 και συγκαλέσθηκε από τις νικήτριες δυνάμεις (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία). Σκοπός της υπήρξε η αποκατάσταση της τάξης στη διαλυμένη Ευρώπη μέσω της εγκαθίδρυσης φιλελεύθερων δημοκρατικών καθεστώτων. Στις 28/6/1919 ολοκλήρωσε τις εργασίες της με την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η οποία τερμάτισε τυπικά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τμήμα της Συνθήκης των Παρισίων αποτέλεσε το ιδρυτικό σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 10/1/1920. Αρκετοί μεταγενέστεροι ιστορικοί αξιολόγησαν τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων ως «αποτυχημένη» διότι δεν διασφάλισε ειρήνη, αλλά αντιθέτως θεμελίωσε τις μελλοντικές συρράξεις. Albert S. Lindemann, Ιστορία της Νεότερης Ευρώπης: Από το 1815 μέχρι σήμερα, πρόλογος & επιμ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, μτφρ. Γιώργος Χρηστίδης (Αθήνα: Κριτική, 2014), σσ. 314-323, A. Leroy Bennett – James K. Olivier, Διεθνείς Οργανισμοί: Αρχές και Προβλήματα, πρόλογος – επιμ. Δημήτρης Μπουραντώνης, μτφρ. Ζωή Σαλίμπα, Χαράλαμπος Κωνσταντινίδης (Αθήνα: Gutenberg, 2006), σσ. 47-50 και Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, σσ. 89-94.

[7]Jürgen Habermas, Αγώνες αναγνώρισης στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, μτφρ. Θεόδωρος Γεωργίου (Αθήνα: Νέα Σύνορα Λιβάνη, 1994), σσ. 22-26,  Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, σ. 518 και Οικουμενική Διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, UNRIC, Περιφερειακό Κέντρο Πληροφόρησης των Ηνωμένων Εθνών, στο http://www.unric.org/el/ index.php? option=com_ content&view =article&id =18&Itemid=33, ημερομηνία πρόσβασης,  21 Μαρτίου 2016.

[8]Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ελευθερία, δημοκρατία, ισότητα, κράτος δικαίου και σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνθέτουν αυτό τον Χάρτη. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Ευρωπαϊκή Ένωση, στο http://europa.eu/pol/rights/index_el.htm, ημερομηνία πρόσβασης, 21 Μαρτίου 2106.