Η πρόκληση της μετανεωτερικότητας

24 Μαΐου 2018

Η Εκκλησία καλείται είτε να διαλεχθεί με τις ανάγκες της νέας, δύσκολης, εποχής και να προσπαθήσει να δώσει απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτήματα, είτε περιχαρακωμένη να γίνει μία ακόμα θρησκευτική σέκτα. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Εκκλησίας είναι αυτό που την διακρίνει από τις άλλες θρησκείες. Είναι το εργαλείο κατά μία έννοια, το οποίο λειτουργεί για την διάδοση του Λόγου του Θεού. Η νέα εποχή έφερε εκτός από τις απίστευτες (και κάποιες φορές ανεξέλεγκτες) εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας και καινούργια, δύσκολα πολιτιστικά προβλήματα στους ανθρώπους.

Η νεωτερικότητα ανέδειξε το άτομο έναντι του ανθρώπου. Η σημερινή κοινωνία στην πλειονότητά της συντίθεται από άτομα όχι πρόσωπα, είναι μία κοινωνία ατόμων. Τα άτομα περιχαρακώνονται στον εαυτό τους περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, νιώθουν υπαρξιακό κενό και αναζητούν συνεχώς την ταυτότητά τους, τον αυτοπροσδιορισμό τους. Αυτή η ατομική αναδίπλωση έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια νοήματος της ζωής, την «απώλεια της ηρωϊκής διάστασης της ζωής»[352]. Όπως είδαμε και στα υποκεφάλαια Α.3 και Α.4.4 η έννοια της ταυτότητας του ανθρώπου δεν νοείται δίχως τους Άλλους. Οι σχέσεις με τους Άλλους είναι το κλειδί της αποκωδικοποίησης της ταυτότητας των ανθρώπων.

Ερχόμενοι σε διάλογο με τους Άλλους αυτοπροσδιοριζόμαστε. Μέσω της κοινωνικοποίησης με τον πλησίον είμαστε άνθρωποι δηλαδή πρόσωπα, ξεφεύγουμε από τη φθαρτική μοναξιά, είμαστε χαρούμενοι και βρίσκουμε το νόημα της ζωής. Αυτή η διαλεκτική σχέση με τον πλησίον, με τους Άλλους προσδιορίζεται ξεκάθαρα από τη θεολογία του Προσώπου του Χριστιανισμού όπως αυτή περιγράφηκε στο υποκεφάλαιο Δ.1.2. Σίγουρα υπάρχει απορία σχετικά με την εφαρμογή της θεολογίας του Προσώπου στη καθημερινότητα της σημερινής δύστροπης εποχής. Η κοινωνία αγάπης με τους Άλλους είναι απαραίτητο στοιχείο για να γευθούμε τις καθημερινές μικροχαρές, για να απολαύσουμε τα θετικά στοιχεία του πολιτισμού και να αντιμετωπίσουμε τα αρνητικά του στοιχεία. Δηλαδή εάν σου αρέσει το ποδόσφαιρο δεν μπορείς να το απολαύσεις διότι δεν είναι δυνατόν να παίξεις μόνος σου, ενώ το καλύτερο και νοστιμότερο φαγητό είναι πάντα αυτό που μοιράζεσαι και δεν το καταναλώνεις μόνος σου[353].

Η εσχατολογική κοινότητα της Εκκλησίας υφίσταται στον παρόντα κόσμο, ενώ αναφέρεται και ανήκει στον Θεό. Γνωρίζοντας ότι το μέλλον θα κρίνει το παρελθόν η Εκκλησία δίνει το μήνυμα της σωτηρίας του ανθρώπου ενεργώντας ανάλογα σε κάθε ιστορικό χρόνο του ανθρώπου. Στη σημερινή ρευστή εποχή, την εποχή της πολυπολιτισμικότητας και της παγκοσμιοποίησης η Εκκλησία είναι αδήριτη ανάγκη να διαλεχθεί με τη νέα ιστορική πραγματικότητα έτσι ώστε εγκοσμικευόμενη να δώσει τη μαρτυρία της[354]. Αυτό σημαίνει ότι η θεολογία του Χριστιανισμού θα πρέπει να επαναπροσδιορισθεί για τη νέα εποχή «με ευθύνη, με συμμετοχή και αλληλεγγύη» συμβάλλοντας έτσι στην αναθρησκευτικοποίηση όπως περιγράφηκε στο Κεφάλαιο Γ΄[355]. Αυτός ο επαναπροσδιορισμός διέρχεται την οδό του διαλόγου. Οι Χριστιανοί και οι θεσμικές τους Εκκλησίες, γνωρίζοντας ότι κατέχουν μέρος της Αλήθειας του Θεού, μπορούν χωρίς προβληματισμούς να δώσουν χώρο για την τοποθέτηση των Άλλων και να ενισχύσουν τον ποθητό διάλογο. Στη «δημοκρατία» της Εκκλησίας του Υιού του Θεού, οι Άλλοι επιτρέπεται να μιλήσουν για τον δικό τους θεό ακόμα και να λάβουν αποφάσεις[356].

Ποιός είναι όμως ο δόκιμος τρόπος διαλόγου και συνεργασίας του μετανεωτερικού κράτους και της Εκκλησίας; Πολλοί είναι οι τρόποι και αρκετοί μελετητές τους έχουν προσεγγίσει[357]. Η βάση όμως είναι μία και είναι η δημοκρατική κρατική και κοινωνική περιβάλλουσα. Ο π. Δ. Μπαθρέλλος προτείνει μία συνεργασία σε «χαλκηδόνια λογική». Δηλαδή η συνύπαρξη Εκκλησίας και κράτους, με σαφείς ρόλους των θεσμών σε μία ενότητα, η οποία δεν θα προσβάλει και δε θα αποκλείει την κρατική από την εκκλησιαστική λειτουργία και τανάπαλιν. Αυτή η συνεργασία για να είναι βιώσιμη και αποδοτική προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κατά βάση «ηθικής νομιμοποίησης του κάθε κράτους», την ενεργή παρουσία των Χριστιανών στον δημόσιο χώρο-τομέα και τέλος τον διαυγή προσπορισμό των θετικών αποτελεσμάτων της συνεργασίας αυτής από το κράτος[358]. Αυτές οι προϋποθέσεις βασίζονται προφανώς στο δημοκρατικό πολίτευμα του κράτους και στην δημοκρατική κοινωνική ανεκτικότητα.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 

[352] Τσάρλς Ταίηλορ, Οι δυσανεξίες της νεωτερικότητας, μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος (Αθήνα: Εκκρεμές, 2006), σσ. 158-159, 33, 85, 93 (το παράθεμα στη σ. 32).
[353] Η επεξήγηση μας δόθηκε από τον π. Δημήτριο Μπαθρέλλο στο πλαίσιο της κατανόησης της θεολογίας του Προσώπου στην απλή καθημερινότητα.
[354] Μπαθρέλλος, Οἱ χριστιανοί στούς χρόνους τῆς μετα-ἐκκοσμίκευσης, σσ. 191-193.
[355] Gibellini, Η θεολογία του εικοστού αιώνα, σ. 152.
Ο Πάπας Φραγκίσκος αναφέρει ότι «προτιμά μία Εκκλησία τραυματισμένη, λαβωμένη και λερωμένη επειδή βγήκε στους δρόμου, από μία Εκκλησία άρρωση από την κλεισούρα και τη βολή που της εξασφαλίζει το γάντζωμα στις βεβαιότητές της». Πάπας Φραγκίσκος, Για μία Εκκλησία φτωχή και των φτωχών: Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στον π. Αντόνιο Σπαντάρο, μτφρ. Θεόδωρος Κοντίδης, επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης (Αθήνα: Πόλις, 2014), σ. 67.
[356] Παντελής Καλαϊτζίδης, «Πρόλογος» στο Παντελής Καλαϊτζίδης, Νίκος Ντόντος (επιμ.), Ὀρθοδοξία καί Νεωτερικότητα, της Ἱεράς Μητρoπόλεως Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικών Σπουδών (Αθήνα: Ίνδικτος, 2007), σσ. 9-10 και Vattimo, After Christianity, σσ. 97, 99-101.
[357] Luke Bretherton, Christianity & contemporaty politics: The conditions and Posilitities of faithful witness (Oxford: Wiley-Blackwell, 2010), σσ. 57-58.
[358] Μπαθρέλλος, Οἱ χριστιανοί στούς χρόνους τῆς μετα-ἐκκοσμίκευσης, σσ. 21-23.