Με τον Ρούν των Ορεινών Ρευμάτων (μέρος Β’)

24 Ιουνίου 2011

Συνεχίζουμε την περιπλάνησή μας στον μαγευτικό κόσμο των ορεινών ρεμάτων, επιχειρώντας να σας μεταφέρουμε έστω και μία μικρή γεύση του.

Αδιάκοπο το βουητό των νερών καθώς διαβαίνουν τα στενώματα στα ρέματα της Ροδόπης.

Το μονοπάτι πάνω από την πέτρινη γέφυρα στο «Στραβόρεμα».

Στην πανέμορφα δασωμένη περιοχή της Δ. Ροδόπης, νοτίως των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων, κυλούν μία σειρά ορεινών παραποτάμων του Νέστου, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι ο Δεσπά(ο)της, ο Μουσδέλης, το Αρκουδόρεμα και το Διαβολόρεμα.

Πλήθος διακλαδώσεων και ορεινών ρυακιών σχηματίζουν τους παραποτάμους αυτούς με ποικίλες και χαρακτηριστικές ονομασίες, όπως Βαθύρεμα, Μαύρο Ρέμα, Βαθύ Ρέμα, Μηλόρεμα, Μέγα Ρέμα, Ισκιόρεμα, Στραβόρεμα, Καρυδόρεμα, Πλατανόρεμα, Φαρασινό Ρέμα, Αχλαδόρεμα, Αετόρεμα.

Τα ρέματα αυτά τα έχουμε συναντήσει αρκετές φορές σε πορείες μας στην περιοχή, αλλά ποτέ δεν σκεφτήκαμε να τα ακολουθήσουμε. Η συνεχής και με πολλά νερά ροή τους, και ιδιαίτερα η οργιώδης βλάστηση που καλύπτει τις υγρές, απότομες και απρόβλεπτες από πλευράς στερεότητας όχθες τους, απαγορεύει τέτοιου είδους εγχειρήματα.

Μονοπάτια κατά μήκος των ποταμών αυτών επίσης δεν υπάρχουν. Στην περιοχή έως το 1923, πριν δηλαδή από την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, υπήρχαν αρκετά χωριά και οικισμοί τα οποία, ιδιαίτερα και με την εγκατάλειψη της περιοχής αυτής και από τους Σαρακατσάνους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν σχεδόν εξαφανισθεί.

Κάποιους τοίχους και πεζούλια μπορεί κανείς να παρατηρήσει παραδομένα στην καταλυτική δύναμη της φύσεως.

Το ίδιο έχει συμβεί και με τα μονοπάτια ή δρόμους που προφανώς συνέδεαν τα χωριά αυτά. Αναμφίβολα ορισμένα από τα μονοπάτια θα ακολουθούσαν, για ένα τουλάχιστον τμήμα τους, κάποια από τα ορεινά ποτάμια που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Έχοντας πληροφορίες ότι ακόμη υπάρχουν ίχνη μονοπατιών στο Φαρασινό Ρέμα και το Αρκουδόρεμα, αποφασίσαμε να τα αναζητήσουμε, πόσο μάλλον που στα ποτάμια αυτά υπάρχουν ακόμα παλιές τοξωτές λίθινες γέφυρες.

Το Φαρασινό ρέμα

Για το Ρέμα αυτό πήραμε τον δρόμο που συνδέει το Παρανέστι με την περίφημη περιοχή του Φρακτού (Ζαγκραντένια). Μερικά χιλιόμετρα πριν από την περιοχή των Θερμιών, όπου και οι περίφημες ιαματικές πηγές, στρεφόμαστε δεξιά σε δύσβατο δασικό δρόμο.

Φθάνουμε με αυτοκίνητο έως την περιοχή που τώρα υπάρχουν τα ερείπια του χωριού Φαρασινό. Το μονοπάτι αρκετά ευδιάκριτο, αρχίζει από το τέλος του χωματόδρομου. Εκεί κοντά παρατηρούμε μία μικρή τοξωτή γέφυρα στις όχθες του «Ρέματος των Σαρακατσάνων», που με λιγοστά νερά τρέχει να συναντήσει δεξιά στο βάθος της κοιλάδας το Φαρασινό Ρέμα. Το μονοπάτι καλοδιατηρημένο περνά από πολλές ερειπωμένες πεζούλες και τοίχους σπιτιών, έχοντας πάντα δεξιά του και πολύ χαμηλά το Φαρασινό Ρέμα, που κυλά με βουητό, ανάμεσα από απόκρημνα, δασωμένα όμως, πρανή τα πολλά ολοκάθαρα νερά του.

Άποψη του «Φαρασινού».

Από ψηλά παρατηρούμε τις εντυπωσιακές μικρές λίμνες και τους εντυπωσιακούς σχηματισμούς στους βράχους, ιδιαίτερα στα στενά περάσματα του Ρέματος.

Έπειτα από πορεία 1,5 περίπου ωρών στο μονοπάτι ακούμε περισσότερο παρά βλέπουμε, λόγω της πυκνής βλάστησης, το Αετόρεμα που εκβάλλει από δεξιά στο Φαρασινό Ρέμα. Συνεχίζουμε και ύστερα από λίγα λεπτά αντικρίζουμε ένα μεγάλο πανέμορφο μονότοξο γεφύρι στις όχθες του Ρέματος όπου κινούμαστε, το οποίο τώρα επειδή έρχεται από την περιοχή του παλαιού χωριού «Αχλαδοχώρι» (Κρούσοβο), λέγεται «Ρέμα Αχλαδοχωρίου» (Κρουσοβιώτικο Ρέμα).

Η γαλήνη και η ομορφιά που αναδύονται στην απομονωμένη, ολόδροση αυτή περιοχή και το σκηνικό που η φύση έχει δημιουργήσει στεφανώνοντας το γεφύρι με αναρριχώμενα φυτά και σκιάζοντας αυτό και το ποτάμι με πανύψηλες οξυές κοντά στην συμβολή με το βιαστικό Αετόρεμα που ξεπροβάλλει μέσα από την πυκνή βλάστηση, δεν μας αφήνουν εύκολα να συνεχίσουμε παρά μόνο αφού, αν και καλοκαίρι, νιώσουμε δυνατό το κρύο και την υγρασία.

Έπειτα από μία ακόμη ώρα πορείας το μονοπάτι διχάζεται. Παίρνουμε τον κάτω κλάδο που φθάνει έως το ποτάμι, ανακαλύπτουμε όμως γρήγορα ότι το μονοπάτι εκεί χάνεται και η επιμονή μας να συνεχίσουμε αντίθετα με την ροή του ρέματος και μέσα στο νερό κατέληξε σε παγίδευσή μας στην οργιαστική βλάστηση, στα γλυστερά ποταμολίθια και στην παχιά λάσπη.

Επιστρέφουμε και παίρνουμε για μία ακόμη ώρα τον δεξιό ανηφορικό κλάδο, ο οποίος όμως συνέχιζε απομακρυνόμενος από το ρέμα προς τα σύνορα. Στο βάθος αριστερά ξεπρόβαλλαν κάπου-κάπου ανάμεσα από τις πυκνές οξυές τα γκρίζα βράχια της απότομης Βαλαώρας, επιβλητικής κορυφής που μόνο αυτή ξεχωρίζει βραχώδης στο καθ’ όλα πράσινο τοπίο. Στα βράχια της είναι γνωστό ότι απαντούν αγριόγιδα. Αλλωστε όλη η παρθένα αυτή περιοχή φιλοξενεί πλήθος σπάνιων για την χώρα μας θηλαστικών (π.χ. αρκούδα), πτηνών (π.χ. αγριόκουρκος) και άλλων ομάδων της άγριας πανίδας.

Επιστρέφουμε στο γεφύρι που είχαμε αφήσει πριν, ανακαλύπτοντας στα πρανή του μονοπατιού και στα χαλικώδη και βραχώδη κοιλώματα αρκετά φυτά του γένους Haberlea. Τα είδη του γένους αυτού, σπάνια στην Ελλάδα, είναι πολύ ενδιαφέροντα διότι μαζί με εκείνα των γενών Ramonda και Jankaea (το τελευταίο είναι ενδημικό του Ολύμπου) έχουν επιβιώσει από την εποχή των παγετώνων.

Ατυχώς την εποχή που τα παρατηρήσαμε (Αύγουστος) τόσο ο ανθοφόρος βλαστός όσο βεβαίως και τα άνθη του είχαν αποξηρανθεί.

Τελικά μή κατάλληλα προετοιμασμένοι για διανυκτέρευση αποφασίζουμε να επιστρέψουμε, αφήνοντας την ιδιαίτερα άγρια και απομονωμένη αυτή περιοχή.

Το Αρκουδόρεμα

Για διανυκτέρευση είμαστε όμως οργανωμένοι για μία άλλη πορεία, όπου θα προσπαθούσαμε να βρούμε το παλιό μονοπάτι κατά μήκος του Αρκουδορέματος στην ίδια ευρύτερη περιοχή της Δ. Ροδόπης. Το ποτάμι αυτό έχει, όπως και το Φαρασινό, την φήμη ότι διατρέχει μία απολύτως απομονωμένη κοιλάδα, και για τον λόγο αυτό ιδιαίτερα πλούσια σε άγρια πανίδα.

Το Αρκουδόρεμα κατηφορίζοντας αφήνει πίσω του την παλιά, θαυμάσια γέφυρα.

Η πορεία μας άρχισε από την γνωστή σε όσους επισκέπτονται το περίφημο Δάσος της Ελατιάς (Καρά Ντερέ) περιοχή του Στραβορέματος. Το ορεινό αυτό ρέμα πηγάζει πολύ κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και έπειτα από πορεία μερικών χιλιομέτρων συμβάλλει με το Μέγα Ρέμα, που και αυτό έρχεται από τα σύνορα, σχηματίζοντας έτσι το Αρκουδόρεμα, το οποίο ενισχυόμενο και με άλλα ρέματα καταλήγει τώρα στην λίμνη που σχηματίζεται στον Νέστο με το Φράγμα της Πλατανόβρυσης.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το οποιοδήποτε μονοπάτι υπήρχε από παλιά έχει τώρα χαθεί στα νερά της τεχνητής λίμνης, ήταν μία επιπρόσθετη δυσκολία που έπρεπε να υπολογίσουμε προκειμένου να πραγματοποιήσουμε την διάσχιση της κοιλάδας του Αρκουδορέματος.

Αρχίζουμε αργά το πρωί την πορεία μας από την περιοχή κατασκηνώσεως των επισκεπτών στο Στραβόρεμα, ακολουθώντας τον κατηφορικό δασικό δρόμο. Ήταν τέλη Οκτωβρίου και τα χρώματα του φθινοπώρου μας συνοδεύουν παντού όπου μπορεί να φθάσει το βλέμμα μας.

Έπειτα από περίπου 2 ώρες αντικρίζουμε πολύ μακριά, βαθιά στην δασωμένη κοιλάδα, τον λοφίσκο με το χαρακτηριστικό όνομα Φρούριο (Κάλε). Εκεί κοντά, σύμφωνα με τον χάρτη, συμβάλλει το Στραβόρεμα με το Μέγα Ρέμα.

Για να φτάσουμε όμως εκεί, χρειάζονταν ώρες πορείας. Πράγματι έπειτα από 2 ακόμη ώρες φθάσαμε στο Καλέ, όπου και τερματίζει και ο δασικός δρόμος στον οποίο μέχρι τότε κινούμαστε. Περιηγηθήκαμε για λίγο τον λόφο Κάλε (Φρούριο). Το όνομα παραπέμπει σε οχυρωμένη θέση που προφανώς θα υπήρχε εκεί για τον έλεγχο του περάσματος. Έπειτα από μικρή αναζήτηση καταφέρνουμε να βρούμε την αρχή του μονοπατιού που, κρυμμένο αρχικά στην πυκνή βλάστηση, συνεχίζει αργότερα αρκετά ευδιάκριτο.

Περπατούμε σε δρυοδάσος, πότε ανηφορικό πότε όχι, και έπειτα από περίπου μία ώρα πορείας στο μονοπάτι αυτό παρατηρούμε μία τοξωτή πέτρινη γέφυρα επί του Στραβορέματος. Σύμφωνα με τον χάρτη, αυτή αποτελεί την πρώτη από τις 4 συνολικά γέφυρες που θα συναντήσουμε. Συνεχίζουμε την πορεία. Το μονοπάτι τώρα, εντελώς απρόσμενα και παρά την επισήμανση του χάρτη, στρέφεται δεξιά σε εντελώς άλλη κατεύθυνση από την πορεία του Αρκουδορέματος. Η στροφή αυτή συνεχίστηκε για πολλή ώρα. Παρατηρούμε πολλούς ερειπωμένους τοίχους και πεζούλια.

Με μια εξ ίσου μεγάλη στροφή το μονοπάτι ακολουθεί τώρα αριστερή πορεία προς το Αρκουδόρεμα. Δεν αργούμε να συναντήσουμε ένα άλλο τοξωτό γεφύρι, το οποίο πνιγμένο στο πράσινο βρίσκεται επάνω από το Μηλόρεμα, που ως συνέχεια του Σκοτεινού Ρέματος και ενισχυόμενο από το Ισκιόρεμα συμβάλλει λίγο μετά την γέφυρα με το Αρκουδόρεμα.

Το μονοπάτι γίνεται ασαφές. Αποφασίζουμε να μην περάσουμε την γέφυρα (την αφήνουμε δεξιά μας) και συνεχίζουμε προκειμένου να βρούμε κατάλληλο μέρος για διανυκτέρευση. Πολύ σύντομα βρίσκουμε μία (τρίτη) γέφυρα, την οποία περνάμε και έτσι βρισκόμαστε στην άλλη όχθη (την αριστερή) του Αρκουδορέματος. Το μονοπάτι γίνεται περισσότερο ασαφές και σύντομα το χάνουμε, ενώ πλέον το φως της ημέρας έχει αρχίσει να χάνεται.

Μέσα στο πυκνό δάσος βρήκαμε, ευτυχώς, ένα επίπεδο μικρό ξέφωτο πολύ κοντά στην συμβολή ενός ρυακιού, του «Θερμού Ρέματος» με το Αρκουδόρεμα. Εκεί αποφασίζουμε να διανυκτερεύσουμε. Ησυχάζουμε, ώσπου σύντομα αντιλαμβανόμαστε πολύ κοντά μας ένα περίεργο βαρύ θόρυβο. Αναμφίβολα επρόκειτο για κάποιο μεγάλο ζώο, αρκούδα ίσως. Και οι 4 της ομάδος γεμάτοι φόβο προσπαθήσαμε να δούμε τί συμβαίνει.Ο θόρυβος σταμάτησε για λίγο, αλλά αμέσως μετά ακούσαμε τον ήχο της εισόδου του ζώου στο μικρό ρέμα δίπλα μας και την χαρακτηριστική ανάσα του αγριογούρουνου, το οποίο με γρυλλισμούς συνοδευόμενες από τις δικές μας φωνές αγωνίας απομακρύνεται στην θεοσκότεινη δασωμένη πλαγιά.

Με λιγοστό και ανήσυχο ύπνο λόγω του περιστατικού αλλά και των κάθε είδους θορύβων και ήχων, που ίσως η ταραγμένη φαντασία μας μεγαλοποιούσε, ξυπνάμε το πρωί για να διαπιστώσουμε ότι η περιοχή, το ξέφωτο που είχαμε επιλέξει για να κοιμηθούμε, ήταν κυριολεκτικά σκαμμένη και έφερε παντού ίχνη από αγριογούρουνα. Προφανώς είχαμε κοιμηθεί σε μέρος όπου αυτά συνήθιζαν να αναζητούν τροφή τους.

Χωρίς, ευτυχώς, ιδιαίτερη χρονοτριβή βρίσκουμε την συνέχεια του μονοπατιού και βαδίζοντας κατά μήκος του Αρκουδορέματος αφήνουμε δεξιά μας άλλη θαυμάσια τοξωτή πέτρινη γέφυρα.

Πλατανόρεμα και Διαβολόρεμα

Το μονοπάτι συνεχίζει για ώρες ακόμη, πότε καλογραμμένο, πότε ασαφές, με το Αρκουδόρεμα να κυλά σχετικά ήρεμα δεξιά μας, πνιγμένο στα σκλήθρα, τις λεύκες και την παντός είδους βλάστηση.

Συναντάμε μία ακόμη τοξωτή πέτρινη γέφυρα. Την πέμπτη αυτή γέφυρα δεν την αναφέρει ο σχετικός χάρτης. Λίγο μετά το μονοπάτι ανηφορίζει, είναι δε ιδιαίτερα καλοκτισμένο σε βραχώδη περιοχή.

Το γεφύρι στεφανώνεται με αναρριχόμενα φυτά και σκιάζεται από πανυψηλες οξιές.

Εκεί παρατηρούμε ένα ασυνήθιστο (το μοναδικό άλλωστε σε όλη την διαδρομή) σημάδι-κόκκινο κύκλο με μία τελεία στο κέντρο και βέλος με κατεύθυνση αριστερά προς την πλαγιά. Εμείς όμως δεν αφήνουμε το καλογραμμένο πετρόκτιστο μονοπάτι, το ίδιο δε κάνουμε και αργότερα, όταν βλέπουμε και άλλες διακλαδώσεις που οδηγούν ανηφορικά πάλι αριστερά στην πλαγιά. Συνεχίζουμε ώσπου διαπιστώνουμε το λάθος μας. Τα δένδρα μπροστά μας είναι βυθισμένα σε στάσιμο νερό. Φθάσαμε προφανώς στις παρυφές της τεχνητής λίμνης του Πλατανορέματος, που έπρεπε να είχαμε αποφύγει.

Γυρίζουμε πίσω και τυχαία διαλέγουμε ένα από τα μονοπάτια που πολύ ανηφορικά ανεβαίνουν δεξιά την πλαγιά. Η ιδιαίτερα αυτή κοπιαστική ανάβαση μας φέρνει σε κορυφογραμμή απ’ όπου, επιτέλους, βλέπουμε απέναντι τον δρόμο Παρανεστίου-Θερμιών, όπου και ένα μέλος της ομάδας είχε ορισθεί, ερχόμενο από την Δράμα, να μας περιμένει με το αυτοκίνητο.

Παρατηρούμε ότι η λίμνη εισχωρεί και στο ρέμα (το Διαβολόρεμα), που πρέπει να περάσουμε για να βρεθούμε στον δρόμο αυτόν.

Αναγκαστικά λοιπόν κινούμαστε βόρεια και περνώντας από πολύ πυκνή βλάστηση φτάνουμε ασυντόνιστα σε ένα ερειπωμένο κτίσμα, με έντονα τα σημάδια φωτιάς, στην τοποθεσία Πολυγέφυρο. Τα βάτα, οι αγριοτριανταφυλλιές και τα παλιούρια μας δυσκόλεψαν την πορεία και τα ισχυρά αγκάθια τους είχαν αφήσει τα ίχνη τους στα ρούχα και τα ματωμένα χέρια και το πρόσωπό μας. Ιδιαίτερα το παλιούρι έχει καλά κρυμμένα τα ισχυρά, γαμψά αγκάθια του πίσω από τα απατηλώς θαυμασίου πράσινου χρώματος απαλά φύλλα του. Κλαδιά του είδους αυτού, επιστημονικά Paliurus thorni christi, λέγεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του «στεφάνου εξ ακανθών» που αυλάκωνε το μέτωπο του Χριστού κατά την μαρτυρική του πορεία προς και κατά την σταύρωση. Το ερειπωμένο και με ίχνη φωτιάς κτίριο του Πολυγέφυρου που βρίσκεται μπροστά μας αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα τραγωδίας που εκτυλίχθηκε εδώ στην περίοδο της γερμανο-βουλγαρικής Κατοχής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αργά το απόγευμα φτάνουμε στον αμαξιτό δρόμο κοντά στην τοποθεσία «Ζαρκαδιά».

Στον δρόμο της επιστροφής αναλογιζόμαστε τις στιγμές που περάσαμε, ώρες πριν, σε τόσα ακόμη ορεινά ποτάμια, ποτάμια που υπάρχουν πολύ πριν εμφανισθεί ο άνθρωπος και που οφείλουμε να διατηρήσουμε παρθένα, ζωντανά και πλημμυρισμένα με την μουσική των φωνών των ζωντανών πλασμάτων που απαντούν εκεί, του θροΐσματος των φύλλων, του κελαρύσματος των πηγών και του βουητού των νερών που διαβαίνουν αδιάκοπα τα στενώματα…