Αθέατος κόσμος και Σύγχρονη Φυσική (Α’ μέρος)

26 Ιουλίου 2011

Ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της σύγχρονης θεολογικής πραγματικότητας, η οποία αναπτύσσεται στις Δυτικές κοινωνίες είναι και η προσπάθεια αντίκρουσης των υπερβατικών θέσεων της χριστιανικής Θεολογίας, μέσω της διατύπωσης απόψεων οι οποίες στηρίζονταν στα πορίσματα των θετικών επιστημών (αντιρρητική Θεολογία).

Μολονότι πιστεύουμε ότι η καλόπιστη ανάπτυξη αντιθέτων υποθέσεων και απόψεων, πάνω σε κάθε θέμα, αποτελεί τον ασφαλέστερο δρόμο διερεύνησης της αλήθειας, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε μια σειρά επιστημονικών ανακολουθιών.

  1. Η σημερινή θετική επιστημονική σκέψη θεωρεί δεδομένο ότι το σύνολο της σημερινής επιστημονικής γνώσης, αναπόφευκτα στο μέλλον, θα επεκταθεί, θα διορθωθεί, θα συμπληρωθεί, ή ακόμα και θα καταργηθεί, υπό το βάρος νέων δραματικών επιστημονικών ανακαλύψεων. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες άλλων – εκτός των θετικών επιστημών – κατευθύνσεων, οι οποίοι αγνοούν την προηγούμενη αλήθεια, δεν θα πρέπει να στηρίζουν δογματικές θεολογικές θέσεις τους σε φθαρτές και πρόσκαιρες επιστημονικές απόψεις. Οι απόψεις τους αυτές είναι βέβαιο ότι θα ανατραπούν, μόλις ανατραπούν οι επιστημονικές απόψεις πάνω στις οποίες στηρίζονται.
  2. Η αντιρρητική Θεολογία, σε πολλές περιπτώσεις, στηρίζεται σε επιστημονικές απόψεις του 17-18ου αιώνα οι οποίες έχουν πάψει πλέον να ισχύουν. Λόγω αυτού του γεγονότος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν οι διάφορες Θεολογικές Σχολές θέλουν να συνεχίσουν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα το απαντητικό-αντιρρητικό τους έργο, θα πρέπει να μελετήσουν σε βάθος τα νέα επιτεύγματα των θετικών επιστημών και να προσαρμόσουν – αν είναι δυνατόν – τις επιστημονικές απαντήσεις τους πάνω σ’ αυτά. Με λίγα λόγια συνιστούμε στους θεολόγους να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Πατέρων της χριστιανικής Εκκλησίας και να γίνουν κι αυτοί άριστοι γνώστες των επιτευγμάτων των θετικών επιστημών.

Επειδή όμως, όλα τα προηγούμενα πρέπει να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο κατανοητά, θεωρούμε υποχρέωσή μας να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα διερευνώντας – σύμφωνα με τις απόψεις της σύγχρονης επιστήμης – ένα πρόβλημα το οποίο αποτέλεσε μέσα στους αιώνες, σημείο τριβών και συγκρούσεων μεταξύ φιλοσόφων, θεολόγων και θετικών επιστημόνων.

Το πρόβλημα αυτό αφορά την ύπαρξη μιας αόρατης από τις ανθρώπινες αισθήσεις, αλλά πραγματικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, η οποία συνυπάρχει, το ίδιο πραγματική, με αυτό που αποκαλούμε αισθητό κόσμο.

Πριν από όλα όμως είναι επιβεβλημένο, προς χάριν των αμύητων στις θετικές επιστήμες, να αναφερθούμε σε κάποια νέα δεδομένα που αφορούν τη νέα επιστημονική θεώρηση.

Θεολογία και σύγχρονη Φυσική

Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα παρακάτω τρία βασικά δεδομένα, τα οποία καθόριζαν την έννοια «επιστήμη» από το 1700 μ.Χ. μέχρι τις ημέρες μας έχουν αλλάξει δραματικά.

1 Μέχρι σήμερα η έννοια της ανθρώπινης κοινής λογικής, της λογικής που ανέπτυξε ο άνθρωπος μέσω των αισθήσεών του, ταυτιζόταν με την επιστημονική λογική. Τώρα πλέον, η σύγχρονη επιστημονική σκέψη διαφοροποιείται όλο και περισσότερο από την «κοινή ανθρώπινη λογική», έτσι ώστε, όποιος δεν έχει εκπαιδευτεί από μικρός σε αυτή, να μην μπορεί να κατανοήσει την αλήθεια των φυσικών γεγονότων που περιγράφονται από τη σύγχρονη φυσική θεωρία. Το κακό βέβαια είναι ότι το παγκόσμιο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν βοηθάει προς την κατεύθυνση της αφομοίωσης των νέων αυτών νοητικών διαδικασιών.

2. Ένα δεύτερο δεδομένο – το οποίο ανατράπηκε από τη σύγχρονη φυσική ήταν η έννοια της «ύλης», όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τις αισθήσεις μας και αποτελούσε το αντικείμενο επεξεργασίας της εφαρμοσμένης επιστήμης. Μαζί με τη έννοια της ύλης, ξεπεράστηκε και η Νευτώνεια κλασική φυσική, βάσει της οποίας μελετούσαμε το Σύμπαν, και η οποία αντικαταστάθηκε από τη σχετικιστική και κβαντική φυσική, καθώς και τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων.

Για το θέμα αυτό ο Τσαρλς Μιούζες στο βιβλίο του Συνείδηση και πραγματικότητα αναφέρει τα εξής: Ένα δέντρο, ένα τραπέζι, ένα σύννεφο, μια πέτρα, όλα αυτά διαλύονται από την επιστήμη του 20ού αιώνα σε κάτι που συνίσταται από το ίδιο υλικό. Αυτό το κάτι είναι ένα συνονθύλευμα στροβιλιζόμενων σωματιδίων που υπακούουν στους νόμους της κβαντικής φυσικής. Τούτο σημαίνει ότι όλα τα αντικείμενα που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι απλές τρισδιάστατες εικόνες, οι οποίες σχηματίζονται από κύματα, υπό την επίδραση ηλεκτρομαγνητικών και πυρηνικών διαδικασιών (1972).

Ομοίως η ύλη για τη Θεωρία της Σχετικότητας δεν είναι πλέον το αναλλοίωτο σύμπλεγμα μορίων του Νεύτωνα, αλλά ένα πύκνωμα ενός ενεργειακού ρεύματος. Στο πλαίσιο του χωροχρόνου του Αϊνστάιν, η ύλη δεν αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, αλλά είναι μια ιδιομορφία του πεδίου. Ένα σωματίδιο δεν είναι τίποτα άλλο από ένας κινούμενος, μη αισθητός στρόβιλος μέσα στον χώρο.

Αυτό που μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμαστε σαν απτή και εξατομικευμένη ύλη, για τη σύγχρονη φυσική δεν είναι παρά ένα ψευδές κατασκεύασμα των αισθήσεών μας. «Βλέπουμε» δηλαδή το περιβάλλον μας όχι όπως στην πραγματικότητα είναι, αλλά όπως οι αισθήσεις μας μάς επιτρέπουν να το αντιληφθούμε.

3. Ένα τρίτο δεδομένο, το οποίο άλλαξε δραματικά τις επιστημονικές περί Σύμπαντος απόψεις μας, είναι η φύση του χώρου μέσα στον οποίο δημιουργούνται τα φυσικά γεγονότα.

Η κλασική Νευτώνεια φυσική, θεωρούσε ως αυτονόητο το γεγονός ότι ο χώρος του Σύμπαντος περιγράφεται από τη γεωμετρία του Ευκλείδη. Αυτό αρκούσε εφ’ όσον γνωρίζαμε ότι οι ανθρώπινες αισθήσεις μπορούν να αντιληφθούν μόνο μορφές και σχήματα τα οποία υλοποιούνται μέσα σε Ευκλείδειους χώρους, μέχρι και τριών διαστάσεων. Όμως και αυτή μας η πίστη αποδείχθηκε λανθασμένη, όταν ο Αϊνστάιν μέσω της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, απέδειξε ότι ο χώρος του Σύμπαντος δεν είναι Ευκλείδειος, αλλά περιγράφεται από μία άλλη γεωμετρία, αυτή του Ρήμαν, η οποία διαφέρει ριζικά από την αντίστοιχη του Ευκλείδη.

Το γεγονός αυτό δεν θα είχε και μεγάλη σημασία αν δεν γνωρίζαμε κάτι συγκλονιστικό, ότι κάθε σχήμα και μορφή που υλοποιείται σε ένα τέτοιο χώρο (οσονδήποτε διαστάσεων), δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από τις ανθρώπινες αισθήσεις».

Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας δεν είναι οι πραγματικές μορφές και τα σχήματα του Σύμπαντος που μας περιβάλει, αλλά οι προβολές τους, οι σκιές τους δηλαδή, μέσα και πάνω σε μικρά τμήματα του Σύμπαντος, που λόγω του μεγέθους τους, συμπεριφέρονται σαν Ευκλείδειοι χώροι, και ως εκ τούτου γίνονται αντιληπτοί από τις ανθρώπινες αισθήσεις.

Είναι βέβαια φανερό, ότι αυτές οι προβολές (σκιές) των πραγματικών μορφών που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, δεν έχουν καμιά σχέση με τον πραγματικό κόσμο του Σύμπαντος, ο οποίος προσεγγίζεται μόνο μέσω μαθηματικών σχέσεων.

Τελικά αυτό που θα πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι ζούμε μέσα σε ένα Σύμπαν που δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε μέσω των αισθήσεών μας και ότι αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε δεν είναι παρά μια σκιά αυτού που πραγματικά υπάρχει.

Όλα τα προηγούμενα, όμως, δεν σημαίνουν ότι η κλασική φυσική θεωρία, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, δεν συνεχίζει να λειτουργεί άψογα όταν μελετάμε φαινόμενα μέσα σε μικρά κομμάτια του Σύμπαντος όπως λ.χ. είναι το πλανητικό μας σύστημα. Πάνω στις κλασικές αυτές επιστημονικές γνώσεις στηρίζεται η σύγχρονη τεχνολογία που κάνει τη ζωή μας άνετη και ευχάριστη. Όταν όμως έχουμε να μελετήσουμε συνολικά μεγάλες περιοχές του Σύμπαντος, ή ακόμα ολόκληρο το Σύμπαν, όπου οι αισθήσεις μας στέκουν αδύναμες, η επιστήμη μπορεί να συνεχίσει την έρευνα, εφ’ όσον τα φαινόμενα, οι μορφές και τα σχήματα που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις, μπορούν να περιγραφούν από μαθηματικές σχέσεις τις οποίες η επιστήμη ονομάζει πρότυπα (μοντέλα).

Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι η μελέτη του μεγάκοσμου του Σύμπαντός μας δεν είναι πλέον έργο της εμπειρικής και αποδεικτικής μέσω των αισθήσεων επιστήμης, αλλά ένα έργο του νου μας, τον οποίο ίσως πολύ σύντομα θα πρέπει να τον χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, σαν μια επιπλέον αίσθηση, πιο ευαίσθητη από την όραση και την ακοή.

Βεβαίως όλα τα προηγούμενα πιστοποιούν το γεγονός, ότι εκτός των άλλων, άλλαξε το φιλοσοφικό υπόβαθρο των θετικών επιστημών. Από το 1700 μ.Χ. και έπειτα, η επικράτηση μέρους των ιδεών του Αριστοτελισμού, σε βάρος του Πλατωνικού Ιδεαλισμού, στη Δυτική Ευρώπη, δημιούργησε το καθεστώς θεοποίησης της ύλης και των εφαρμογών της, δημιουργώντας αυτό που σήμερα λέμε σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό. Με βάση τον Αριστοτελισμό, κυριάρχησε ο πραγματισμός του κόσμου των αισθήσεων και μια λογική που στηριζόταν στην Εμπειριοκρατία.

Ο μη αντιληπτός, από τις αισθήσεις, αλλά υπαρκτός, κόσμος των ιδεών του Πλάτωνα, και η θεωρία απεικόνισης του στις υλικές αισθητές μορφές, μη έχοντας τότε καμιά επιστημονική στήριξη και τεκμηρίωση, έγινε εύκολη λεία της αριστοτελικής πρακτικής σκέψης.

Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, και μάλλον ο Πλατωνισμός παίρνει μια πανηγυρική ρεβάνς.

Όπως ήδη συζητήσαμε, η επιστήμη γνωρίζει ότι το Σύμπαν μας, όπως ακριβώς πίστευε και ο Πλάτωνας, είναι μη αισθητό λόγω του γεγονότος ότι περιγράφεται από μία μη Ευκλείδεια γεωμετρία. Και ακόμη ότι οι μορφές και τα σχήματα που αντιλαμβανόμαστε δεν αποτελούν παρά ψευδείς απεικονίσεις, άλλων, πραγματικών μεν αλλά μη αισθητών γεγονότων, τα οποία αποτυπώνονται σαν σκιές πάνω σε μικρά τμήματα του χώρου που οι αισθήσεις μας έχουν τη δυνατότητα να τα αντιλαμβάνονται.

Όμως δεν είναι μόνο ο Πλάτωνας που είχε προβλέψει τη νέα φυσική πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους Ηράκλειτο, Δημόκριτο και Παρμενίδη, οι οποίοι δίδασκαν ότι αυτά που φαίνονται αντιληπτά στις αισθήσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργούνται μόνο στη φαντασία των ανθρώπων, και ακόμα ότι η γνώση που προέρχεται από τις αισθήσεις είναι ψευδής, ενώ μόνο η διανοητική σύλληψη των πραγμάτων μας οδηγεί στη συμπαντική αλήθεια.

Με βάση τα προηγούμενα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως οι προσωκρατικοί Έλληνες φιλόσοφοι είχαν φθάσει, πριν από μας, στη σύλληψη των βασικών αρχών που διέπουν τη λογική των σύγχρονων θετικών επιστημών.