Προσωκρατικοί Έλληνες φιλόσοφοι και περιβάλλον

13 Ιουλίου 2011

Οι αντιλήψεις και οι θέσεις των αρχαίων Προσωκρατικών Ιώνων φιλοσόφων μας δείχνουν τη σχέση του αρχαίου ελληνικού κόσμου τόσο με τη μητέρα-Γη όσο και με το περιβάλλον, μια σχέση που σήμερα είναι σε μεγάλη προτεραιότητα διεθνώς για την ανάγκη άμεσης προστασίας του. Ουσιαστικά κάνουμε ένα ταξίδι γνώσης πίσω στις πηγές, στην αρχαία ελληνική προσωκρατική σκέψη, που έχει να μας αποκαλύψει πολλά ως προς τους σημερινούς προβληματισμούς μας.

Οι Ίωνες Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, τον 6ο π.Χ. αιώνα, παρατηρούσαν με μεγάλη προσοχή τα φυσικά φαινόμενα και η συνεισφορά τους στην αμφισβήτηση των μύθων είναι σημαντικότατη. Προσπαθούσαν να εξάγουν όλα τα δυνατά συμπεράσματα από την παρατήρηση της φύσης χρησιμοποιώντας κυρίως τη λογική τους.

Τους αρχαίους Έλληνες φυσιολόγους φιλοσόφους απασχολούσε το «κοσμικό αίνιγμα», δηλαδή το πρόβλημα της πρώτης αρχής, το ζήτημα της δομής ή της υφής του Κόσμου μας, καθώς επίσης και του τρόπου κατασκευής του. Ούτως ή άλλως, όμως, εκείνη τη χρονική εποχή έγινε μια απότομη και μάλλον απροσδόκητη μετάπτωση από τον μυστικισμό και τη θρησκειολατρεία στην αιτιατή σκέψη, που αποτέλεσε και το μεγαλείο της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας. Μια μεταλλαγή που οι συνέπειές της για την ανθρωπότητα υπήρξαν βαθύτατες.

Βέβαια, οι περισσότεροι Έλληνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι ήταν φυσιολόγοι μονιστές, με την έννοια ότι ενδιαφέρονται να ορίσουν την πρώτη αρχή, δηλαδή το πρωταρχικό εκείνο στοιχείο από το οποίο προήλθαν τα πράγματα του Κόσμου μας. Έτσι, επιδίδονταν στη δημιουργία φιλοσοφικών συστημάτων μέσω των οποίων θα μπορούσαν να εξηγήσουν λογικά τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Αυτός είναι ο λόγος που μέχρι σήμερα είναι επίκαιρη η φιλοσοφική σκέψη των Προσωκρατικών και το ότι η νατουραλιστική συνιστώσα της προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει τόσο μεγάλη σημασία.

Για πρώτη φορά διεθνώς, με τις απόψεις των Προσωκρατικών εκφράζεται η πλήρης αποσύνδεση του μύθου από την ορθολογιστική διανόηση.  Στην παρουσίασή μας αυτή θα δείξουμε πως από τον μύθο η Φυσική προχώρησε και διαμορφώθηκε στην πρώτη επανάσταση της επιστήμης στην Ιωνία τον 6ο π.Χ. αιώνα. Τότε που οι φιλόσοφοι επιχείρησαν να απαντήσουν στα δύο βασικά ερωτήματα που τους απασχολούσαν έντονα: Το πρώτο αυτό της αρχής του κόσμου και το δεύτερο εκείνο της δομής (ή της μορφής) του. Και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους έγιναν οι θεμελιωτές του φιλοσοφικού στοχασμού και οι ιδρυτές της επιστήμης.

Η λατρεία της Γης

Μιλώντας όμως για τις προσωκρατικές φιλοσοφικές απόψεις και το περιβάλλον, ουσιαστικά αναφερόμαστε τόσο στη λατρεία της μητέρας-Γης όσο και στη θέση της στο στερέωμα, αφού οι περιβαλλοντικές ανησυχίες  –ή απλώς το περιβάλλον– γύρω απ’ αυτήν περιστρέφονται.

Παράλληλα, λοιπόν με τη λατρεία του Ήλιου, σπουδαία θέση στο λατρευτικό πάνθεο κρατούσε η Μητέρα-Γη, η παγκόσμια μητέρα. Η υπέρτατη θεά, που γι’ αυτόν τον λόγο οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν Υπερτάταν Γαν. Σημειώνουμε όμως ότι η Γαία δεν λατρεύτηκε ποτέ ως ουράνιο σώμα, ούτε σαν μια ανθρωπόμορφη θεότητα, αλλά ως γη-χθων, ως η φύση, με το χώμα, το έδαφος και το υπέδαφός της, όπου ζει και τρέφεται ο άνθρωπος. Τον οποίο ο δραματικός ποιητής Σοφοκλής τον 5ο π.Χ. αιώνα, «κατηγορεί» ως το ον εκείνο που τολμά να ενοχλεί την υπέρτατη θεά, αφού δεν διστάζει να την πονά: οργώνοντάς την με το αλέτρι του, αυλακώνοντάς την χωρίς ανάπαυλα χρόνο με το χρόνο (Σοφοκλή Αντιγόνη 330 κ.ε.).

H αναγωγή της γης-φύσης σε παντοδύναμη θεά-μητέρα πρέπει να έγινε την εποχή που αναπτύχθηκαν οι γεωργικές κοινωνίες και οι αγροτικές γιορτές-μυστήρια, στον αρχέγονο κύκλο ζωής (βλάστηση, καρποφορία, ωρίμαση, μαρασμός, σπόρος, φύτεμα στη γη, αναγέννηση). Ωστόσο, με αφετηρία τα πανάρχαια χρόνια μπορούμε να πούμε –σύμφωνα βέβαια με τις σημερινές γνώσεις μας– ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος από τη στιγμή που άρχισε να παρατηρεί τη ζωή πάνω στη Γη κατάλαβε ότι όπως ο ίδιος έτσι και η υπόλοιπη ζωική και φυτική ζωή εξαρτιόταν από το τρίπτυχο ζωή-ανάπτυξη-θάνατος. H επιβίωση του ανθρώπου ήταν συνυφασμένη με τη βλάστηση της γης, αφού τόσο αυτός όσο και τα υπόλοιπα ζώα τρέφονταν από τα δώρα της φύσης.

O πρωτόγονος άνθρωπος, παρατηρώντας προσεχτικά τον κύκλο ζωής των φυτών, με τον σπόρο, το φύτεμά του στη Μητέρα-Γη και τη βλάστησή του, ανακάλυψε, με το πέρασμα των αιώνων, τον αντίστοιχο αρχέγονο κύκλο της ζωικής σεξουαλικής αναπαραγωγής. Το σπέρμα –ο σπόρος της ζωής– ριχνόταν από το αρσενικό στη μήτρα του θηλυκού, όπως ο σπόρος που φυτεύεται στη Γη, και από τη μητέρα δημιουργούνταν μια νέα ζωή. Από τον άψυχο σπόρο η Γη γεννούσε, όπως ακριβώς οι ζωντανοί οργανισμοί. Επομένως, η Γη ήταν ζωντανή και για να γεννά έπρεπε να έρχεται σε επαφή με το αρσενικό. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο άνθρωπος προσωποποίησε τη Γη με τη θηλυκή μορφή, ενώ ο γονιμοποιός αρσενικός ήταν ο Ουρανός με τη βροχή ή κάποιος μεγάλος ποταμός, όπως ο θεϊκός Νείλος στην Αίγυπτο.

H Γαία και ο Ουρανός αποτελούν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι που το ενώνει ο Έρως, και στον ερωτικό-κοσμογονικό συμβολισμό ο Ουρανός αγκαλιάζει και γονιμοποιεί τη Γη μέσω της βροχής. Επομένως, η ένωσή τους παρουσιάζεται σαν μια δύναμη πανίσχυρη και αναπαραγωγική, που ένωνε και πλήθυνε τους θεούς, γεγονός που ο μυθικός Oρφέας το λάτρεψε και το ύμνησε ως γέννημα του αρχέγονου Χάους –ή του Ερέβους– και του φωτεινού τμήματος της ημέρας. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το γεγονός συμβολίζει και η ένωση της Σεμέλης, που προσωποποιεί τη Γη, με τον Δία, τον ουράνιο θεό, ο οποίος γονιμοποιεί την ερωμένη του με τους κεραυνούς, προάγγελους της πολύτιμης βροχής. Με τον ίδιο τρόπο γονιμοποιείται η γήινη Δανάη, αφού ο ουράνιος Δίας μεταμορφώνεται σε χρυσή βροχή. Συμβολικά, ο ουράνιος θεός μέσω των ευεργετικών υδάτων απαλύνει τον ξεραμένο από την ανομβρία κόλπο της Γης για την ανάπτυξη της ζωής.

Η θέση της Γης στο στερέωμα

H Γη στο ομηρικό Σύμπαν θεωρούνταν σαν ένας κυκλικός επίπεδος δίσκος περιτριγυρισμένος από έναν τεράστιο κυκλοειδή ποταμό, τον Ωκεανό. Μια άποψη, που πρωτοεμφανίζεται στον ορφικό ύμνο «ΠANOΣ θυμίαμα, ποικίλα»: Ωκεανός τε πέριξ ενί ύδασι γαίαν ελίσσων, που σημαίνει: O Ωκεανός ελίσσεται γύρω από τη Γη μέσα στα νερά.

Πάνω από τη Γη ορθώνεται ο Ουρανός. Στους Ορφικούς Ύμνους ο Ουρανός αναφέρεται ως ο κυρίαρχος του Κόσμου, που ελίσσεται γύρω από τη Γη σαν σφαίρα· κατοικία των μακαρίων θεών, που οδεύει με κυκλικές περιστροφές σαν σβούρα· φύλακας όλων τόσο στον ουρανό, όσο και στη Γη [Oρφέως Ύμνοι: (4). IV. «OYPANOY θυμίαμα, λίβανον»].

Σύμφωνα με τις αρχαιοελληνικές παραδόσεις, ο Ουρανός ήταν ένας μεταλλικός θόλος από χαλκό ή σίδερο, που τον συγκρατούσαν πανύψηλοι κίονες, ή –σύμφωνα με μια άλλη αντίληψη– κάποιος γίγαντας. O Όμηρος συνδυάζει και τις δύο αντιλήψεις βάζοντας τον Άτλαντα να ανασηκώνει και να στηρίζει τους κίονες (Οδύσσεια α΄ 53-54). Από τον Ησίοδο (Θεογονία 517 κ.ε.) μαθαίνουμε πως τη μοίρα να σηκώνει τον ουρανό, την είχε ορίσει στον Άτλαντα ο Δίας.

Τον Ουρανό, λοιπόν, οι αρχαίοι Έλληνες τον θεωρούσαν κατασκευασμένο από στέρεο μεταλλικό υλικό. Γι’ αυτόν τον λόγο στα ομηρικά έπη εκτός από χάλκινος (Iλιάδα P΄ 424) και πολύχαλκος (Iλιάδα E΄ 504, Οδύσσεια β΄ 458, γ΄2, π΄ 364, τ΄ 351), αναφερόταν και σαν σιδερένιος (Οδύσσεια ο΄ 329, ρ΄ 565).

Το διάστημα που υπάρχει ανάμεσα στον Ουρανό και τη Γη, σύμφωνα με τις απόψεις που καταγράφει ο Όμηρος, το γέμιζε προς τη Γη το πυκνό στρώμα του αέρα, ο ηήρ (Iλιάδα Ξ΄ 288). Πάνω δε απ’ αυτό και προς τον Ουρανό υπήρχε ο καθαρός και διάφανος αιθήρ, το ελαφρό στρώμα του αέρα. Πέρα από τον αιθέρα δέσποζε ο πολύχαλκος Ουρανός.

Βεβαίως, δεν πρέπει κανείς να πιστέψει ότι ο Ουρανός ήταν ένας γυμνός μεταλλικός θόλος. Ήταν, όπως αναφέρει ο Όμηρος, γεμάτος ζωή. Τη ζωή τού την προσφέρανε τα άστρα που τον στόλιζαν· γι’ αυτό τον καλούσαν αστερόεντα, δηλαδή γεμάτον αστέρια (Iλιάδα Z΄ 108, O΄ 371, Οδύσσεια ι΄ 527). Πάνω σ’ αυτόν τον ουράνιο θόλο ταξιδεύει ο Ήλιος (Οδύσσεια α΄ 7-9), που απ’ αυτό το γεγονός καλείται ουρανοδρόμος.

Από τα παλαιότερα χρόνια ο Όμηρος στα έπη του, γύρω στο 900 με 800 π.X., περιγράφει τη Γη σαν επιφάνεια επίπεδη και κυκλοτερή που περικλειόταν από τον ποταμό Ωκεανό, ενώ ο Ησίοδος στη Θεογονία του θεωρεί το Σύμπαν σφαιρικό, χωριζόμενο στα δύο από το επίπεδο της Γης.

Διεθνώς, στον μεγάλο φιλόσοφο Πυθαγόρα (6ος π.X. αιώνας) αποδίδεται ενίοτε η αρχική ιδέα για τη σφαιρικότητα της Γης. O σπουδαίος Σάμιος σοφός διατύπωσε την άποψη ότι εφόσον ο Ήλιος και η Σελήνη έχουν σφαιρικό σχήμα, το ίδιο έπρεπε να ισχύει και για τη Γη, που έστεκε ακίνητη στο κέντρο του Κόσμου! O Πυθαγόρας δίδασκε ότι η Γη ήταν σφαιρική, απομονωμένη και κατοικημένη· βρισκόταν δε ακίνητη στο κέντρο του Kόσμου. Yπενθυμίζουμε ότι και ο Aναξίμανδρος δίδασκε πως η Γη ήταν μεμονωμένη, ενώ ο Eμπεδοκλής θεωρούσε την γην είναι μετέωρον.

O Πυθαγόρας, λοιπόν, και οι Πυθαγόρειοι δέχονταν τη σφαιρικότητα της Γης μάλλον όμως για λόγους συμμετρίας, αφού θεωρούσαν ότι η σφαίρα ήταν η τελειότερη μορφή που μπορεί να πάρει ένα στερεό σώμα. Tις ίδιες απόψεις συμμεριζόταν και ο Παρμενίδης (5ος π.X. αιώνας), ο οποίος διακήρυξε μετά βεβαιότητος τη σφαιρικότητα της Γης.

Eπηρεασμένοι και πιθανώς πεπεισμένοι από τις σκέψεις του Πυθαγόρα και της Σχολής του ενστερνίστηκαν τις απόψεις του και πολλοί άλλοι σπουδαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και αστρονόμοι, όπως ο Aριστοτέλης, ο Ίππαρχος, ο Kράτης από τη Mίλητο κ.ά. O Aριστοτέλης μάλιστα αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου του Περί Oυρανού στην υποστήριξη και παγίωση αυτής της άποψης υποστηρίζοντας ότι η Γη σχήμα έχειν σφαιροειδές αναγκαίον αυτήν (Περί Oυρανού B, 297b, 18-19).

Όπως, όμως, πολλές άλλες πρωτοποριακές απόψεις, ιδέες και θεωρίες των αρχαίων Eλλήνων φιλοσόφων –βλέπε ηλιοκεντρικό σύστημα του Aρίσταρχου–, έτσι και η άποψη για τη σφαιρικότητα της Γης, με την παρακμή της Aρχαίας Eλλάδας και την επιβολή του ρωμαϊκού πρακτικού πνεύματος, κατά τη διάρκεια της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας, λησμονήθηκε. Eκ των πραγμάτων, λοιπόν, τόσο στην Aνατολή με τη Bυζαντινή αυτοκρατορία, όσο και στην απαίδευτη τότε Δύση κατά τη διάρκεια του Mεσαίωνα επικράτησε η απλούστερη άποψη του επίπεδου σχήματος της Γης. Διδασκαλίες σοφών που επανέφεραν την ορθή άποψη για το σφαιρικό σχήμα της Γης καταπολεμήθηκαν έντονα από τους ημιμαθείς, που βασικά υποστήριζαν πως ήταν αδύνατον να συμβαίνει αυτό, αφού δεν ήταν δυνατόν να υφίστανται οι «αντίποδες», δηλαδή οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο αντιδιαμετρικό με εμάς σημείο της Γης και ως προς εμάς θα στέκονταν ανάποδα και θα έπεφταν στην άβυσσο!

Bεβαίως, πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι η αποδοχή του σφαιρικού σχήματος της Γης σήμαινε την εγκατάλειψη αφενός μεν της παραδοχής του επίπεδου σχήματος της Γης, αφετέρου δε και της βαθιάς ριζωμένης άποψης στους ανθρώπους της εποχής εκείνης ότι στον χώρο υπάρχει μόνον μία κατεύθυνση, εκείνη που αντιπροσωπεύει το «επάνω» και το «κάτω». Ήταν η εποχή που δεν είχε καμία ανάπτυξη η φυσική και η πολύ απλοϊκή και κατανοητή σε εμάς σήμερα άποψη ότι όλα τα υλικά σώματα εξαιτίας της βαρύτητας έλκονται προς το κέντρο της Γης ήταν ακόμα και για τους μορφωμένους ανθρώπους εκείνης της περιόδου εντελώς ακατανόητη!

Aπό τον 15ο αιώνα και μετέπειτα, όταν οι σοφοί της εποχής έσκυψαν στα κείμενα του Aριστοτέλη, άρχισε πάλι να συζητείται η σφαιρικότητα της Γης. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι βασιζόμενος σ’ αυτήν την άποψη του Aριστοτέλη –καθώς και των άλλων Eλλήνων σοφών– και με γνώμονα τις γεωγραφικές καταγραφές του Kλαυδίου Πτολεμαίου ο Xριστόφορος Kολόμβος αποτόλμησε το ταξίδι του προς τα Δυτικά για να ανακαλύψει –μέσω άλλου δρόμου– τις Iνδίες.

Οι προσωκρατικές περιβαλλοντικές προσεγγίσεις

Τον 6ο π.Χ. αιώνα με τους Μιλήσιους και τους άλλους Ίωνες σοφούς συντελέστηκε μια πραγματική επανάσταση στη φιλοσοφία και την επιστήμη. Δημιουργήθηκε η επιστημονική φιλοσοφία –θεωρία έννοιες και αντικειμενική φυσικομαθηματική επιστήμη– που αποτελεί μέχρι σήμερα το μεγάλο επίτευγμα του ελληνικού πνεύματος.
Αρχικά ο Θαλής ο Μιλήσιος, πρώτος από τους μονιστές φιλοσόφους, υποστήριξε ότι η βάση των πραγμάτων ήταν το ύδωρ, ο Αναξίμανδρος το άπειρο, ο Αναξιμένης στη θέση του πρωταρχικού στοιχείου τοποθέτησε τον αέρα, ενώ ο Ηράκλειτος το πυρ. Οι διάφορες και διαφορετικές απαντήσεις τους στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα χαρακτηρίζουν τη φιλοσοφία τους.

Ο Θαλής ο Μιλήσιος, ιδρυτής της Ιωνικής Σχολής και θεμελιωτής της θεωρητικής γεωμετρίας και της αστρονομίας, διατύπωσε την άποψη ότι ο πολύμορφος κόσμος των φυσικών φαινομένων έχει μια ενότητα και προέρχεται από μία μόνο δημιουργική κοινή φυσική αρχή και αιτία, που κατ’ αυτόν ήταν το ύδωρ: παν συνίσταται εξ ύδατος.

Το νερό λοιπόν, πέρα από τις οποιεσδήποτε θεϊκές παρεμβάσεις ήταν για τον Θαλή το ουσιώδες συστατικό όλων των πραγμάτων και όλα τα φυσικά όντα ήταν μεταλλαγές αυτής της αρχικής ύλης. Άρα το ύδωρ συμβόλιζε για τον Μιλήσιο σοφό την πρωταρχική ουσία από την οποία αναδύονταν όλες οι μορφές της ύλης και στην οποία πάλι αενάως επέστρεφαν. Σύμφωνα με τον Θαλή τα όντα έχουν κοινή φυσική αρχή και αιτία, το ύδωρ, και όλα τα φυσικά όντα δημιουργούνται ως μετατροπές του αρχέγονου αυτού στοιχείου με πύκνωση ή αραίωση. Το ύδωρ είναι το στοιχείο, το οποίο διαστελλόμενο με την εξάτμιση δημιουργεί τον αέρα, ενώ με τη συστολή και τη συμπύκνωσή του παράγει τη γη, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται, όπως λέει, με την εμφάνιση των προσχώσεων στους ποταμούς.

Όχι μόνο η Γη αλλά ολόκληρο το Σύμπαν, κατά τον Θαλή, ήταν υδάτινης προέλευσης και είχε σχήμα ημισφαιρικό. Tο εσωτερικό του ήταν γεμάτο αέρα, ενώ την κοίλη επιφάνειά του την αποτελούσε ο ουρανός, στο επίπεδο της βάσεως του οποίου βρισκόταν η ακίνητη Γη, την οποία θεωρούσε κειμένην και επιπλέουσα επί του ύδατος: πλωτήν ώσπερ ξύλον ή τι τοιούτον έτερον (πλωτή σαν ξύλο ή κάτι παρόμοιο).

O Aναξίμανδρος πίστευε βασικά ότι στον Kόσμο υπάρχει μια μορφή φυσικού νόμου, μια κοσμική δικαιοσύνη, που εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των τεσσάρων κυρίαρχων στοιχείων, που συνεχώς αντιμάχονται εξαιτίας της διαφορετικής υφής τους και της ανομοιογενούς συστάσεώς τους. H φυσική σχέση, κατά τον Aναξίμανδρο, έπρεπε να συντηρείται και να διαιωνίζεται ούτως ώστε κανένα από τα τέσσερα βασικά στοιχεία να μην μπορεί να υπερισχύσει των άλλων. Aπέρριπτε, λοιπόν, τη θέση του διδασκάλου του ότι αρχή του Kόσμου ήταν το νερό, διότι εάν συνέβαινε αυτό θα διασαλευόταν η φυσική σχέση δικαιοσύνης μεταξύ των βασικών στοιχείων. Eάν ένα στοιχείο, όπως το νερό, ξεχώριζε και πλεονεκτούσε, τότε θα είχε απορροφήσει τα άλλα και ο Kόσμος όχι μόνον θα ήταν τελείως διαφορετικός, αλλά θα όδευε και προς την οριστική καταστροφή του.

Ο πρώτος Έλληνας χαρτογράφος που αποτύπωσε τη γνωστή τότε οικουμένη ήταν ο Αναξίμανδρος (610-540 π.Χ.). Ο ίδιος πρότεινε μια ευφάνταστη ανθρωπογονία σύμφωνα με την οποία οι πρώτοι άνθρωποι δημιουργήθηκαν από ιχθυόμορφα πλάσματα. Όμως και άλλοι προσωκρατικοί Ίωνες φιλόσοφοι, όπως ο Εμπεδοκλής, είχαν κάνει παρόμοιες εικασίες για την αβιοτική προέλευση ή τις ποικίλες μεταμορφώσεις των πρώτων μορφών ζωής, που κατά τον Εμπεδοκλή εξαφανίστηκαν εξαιτίας της έλλειψης προσαρμοστικότητας. Αυτές οι πρώτες προσπάθειες να διατυπωθεί μια φυσική ιστορία και μια εύλογη εξήγηση του φαινομένου της ζωής, παρά την απλοϊκότητά τους, επέμεναν στην «αυθόρμητη γένεση» και όχι στη δημιουργία της ζωής από κάποιον Θεό δημιουργό, όπως θα υποστηρίξει αργότερα ο Πλάτων στον Τίμαιο.

Συνεπώς η ιδέα ότι καμία μορφή ζωής δεν είναι αιώνια και αμετάβλητη αλλά συνεχώς εξελίσσεται, στην προσπάθειά της να προσαρμοστεί σε ένα εξίσου ευμετάβλητο περιβάλλον δεν διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Κάρολο Δαρβίνο αλλά από τον Αναξίμανδρο.

O Aναξιμένης αποδεχόταν κι αυτός, όπως όλοι οι άλλοι Ίωνες φιλόσοφοι, τη βασική μονιστική αρχή της Iωνικής Σχολής ότι τα πάντα πηγάζουν από μία αρχή και τελικά καταλήγουν σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τις απόψεις του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, που κατ’ αυτόν ήταν άπειρος, δηλαδή απροσδιόριστος και αιώνιος. O αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα στην οποία αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε.

O αέρας του Aναξιμένη βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Aναξίμανδρου. Tελικά από αυτή την αέναη κίνηση του αέρα δημιουργήθηκε όλη η ποικιλία φαινομένων και πραγμάτων. Aπό τον αέρα μέσω της αραίωσης προερχόταν το πυρ, ενώ μέσω της συμπύκνωσης του αέρα δημιουργήθηκαν τα ύδατα και η Γη.

Γένεσις και φθορά κόσμων διαδέχονται ακατάπαυστα η μία την άλλη. O Aναξιμένης πρέσβευε, όπως και ο Aναξίμανδρος, ότι ο Kόσμος μας δεν ήταν ο μοναδικός που υπήρχε· ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η αχανής μάζα του αέρα περιείχε αναρίθμητους Kόσμους που συνεχώς γεννιούνταν και πέθαιναν, επιστρέφοντας στο αρχικό άπειρο.

Ο Ηράκλειτος θεωρούσε το πυρ ως γενεσιουργό ουσία του κόσμους μας και ότι στον απέραντο πλούτο του φυσικού και ουράνιου/συμπαντικού κόσμου με την απρόβλεπτη ζωντάνια του, τίποτα δεν μένει σταθερό, ακίνητο και δεδομένο: πάντα ρεί μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν,  ή ότι πάντα χωρεί και ουδέν μένειν. Δηλαδή ότι δεν υπάρχει καμιά σταθερότητα, αλλά μόνο μια διαρκής ροή, μια αιώνια κίνηση. Ό,τι ακριβώς αποδεχόμαστε σήμερα στον κόσμο της μικροφυσικής. H δήθεν σταθερότητα και ακινησία είναι απατηλή και οφείλεται στις ατελείς αισθήσεις μας. Πράγματι, σύμφωνα με τον Hράκλειτο η ύλη μεταμορφώνεται ακατάπαυστα, ενώ στο πεπερασμένο Σύμπαν τα στοιχεία πυρ, αέρας και γη είναι διαφορετικές καταστάσεις μιας και της αυτής ύλης.

Όλοι οι αρχαίοι Ίωνες φυσιολόγοι φιλόσοφοι απομάκρυναν τον Θεό – Δημιουργό από τη φύση και την Ιστορία, με βαθύ σεβασμό όμως στις προηγούμενες πεποιθήσεις των συνανθρώπων τους, αφού μάλλον κι αυτοί τον κράτησαν σε κάποιες μύχιες περιοχές της σκέψης τους και της ψυχής τους, στην πνευματική και ηθική του διάσταση.

Πέρα από τους φυσιολόγους Ίωνες φιλοσόφους,  στον Σωκράτη βλέπουμε την απόρριψη της διάκρισης άνθρωπος / ζωικό βασίλειο (ζώα) και στον Πλάτωνα μια φιλοσοφική θεώρηση Γης και ουρανίων σωμάτων. Επίσης, ο Πλάτων αναφέρει και κάποια περιβαλλοντικά προβλήματα στην αρχαία Αττική. Πράγματι στους Πλατωνικούς Διαλόγους και ιδιαίτερα στον Γοργία βρίσκουμε τη φιλοσοφική θέση: Και ουρανόν και γην και θεούς και ανθρώπους η κοινωνία συνέχει… (508Α), ενώ στον κοσμολογικό Τίμαιο, αντιμετωπίζεται –από τον Σωκράτη, όπως είπαμε προηγουμένως– η σχέση μας με το ζωικό και το φυτικό βασίλειο:

Της γαρ ανθρωπίνης συγγενή φύσεως φύσιν άλλαις ιδέαις και αισθήσεσιν κεραννύντες, ώσθ’ έτερον ζώον είναι, φυτεύουσιν· α δη νυν ήμερα δένδρα και φυτά και σπέρματα παιδευθέντα υπό γεωργίας τιθασώς προς ημάς έσχεν…

που αποδίδεται ως εξής: Αφού ανακάτεψαν λοιπόν τη φύση του ανθρώπου με άλλα σχήματα κι αισθήσεις, δημιούργησαν μια φύση συγγενική με τη δική του, από την οποία έγιναν κι άλλα είδη όντων, όπως τα καλλιεργημέννα δέντρα, τα φυτά και οι σπόροι που αναπτύχθηκαν με τη γεωργία και μας εξυπηρετούν (Τίμαιος, 77a).

Τέλος, καταλήγει στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις τρεις κατηγορίες εμβίων όντων (άνθρωποι, ζώα, φυτά): … τα ζώα εις άλληλα, νου και ανοίας αποβολή και κτήσει μεταβαλλόμενα, που αποδίδεται ως εξής: … τα ζωντανά πλάσματα περνάνε από το ένα είδος στο άλλο και μεταμορφώνονται ανάλογα με την απόκτηση ή την απώλεια νόησης ή ανοησίας (Τίμαιος, 92b), και Δύο είναι ζώων γένη, το μεν ανθρώπινον, έτερον δε των άλλων συμπάντων θηρέων έν (Πολιτικός, 263c).

Στωικισμός και Νεοπλατωνισμός

Αργότερα, στον Στωικισμό, έχουμε τη συνέχεια της πλατωνικής παράδοσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή Δρ. Δαμάσκο Παναγιώτη: «Ο Στωικισμός ανάγει σε βασική αρχή το να ζεις σύμφωνα με την Φύση και τον συνυπάρχοντα Λόγο. Αυτές οι έννοιες δεν αναλύονται αλλά λαμβάνονται ως δεδομένες. Εξάλλου ο Στωικισμός δεν φημίζεται για την ενασχόληση με τα θεωρητικά σχήματα και τις νοητικές αναλύσεις πάνω σε κοσμολογικά και μεταφυσικά ζητήματα. Ακόμη, όμως, και μέσα από την ηθική του διδασκαλία διαβλέπουμε τον σεβασμό του για το Όλο, την αδελφική συνύπαρξη όλων των όντων και τον σεβασμό στη φύση του κάθε είδους» (Το πρόβλημα της οικολογίας στους Στωϊκούς, 27 Μαρτίου 2009).

Στη συνέχεια των φιλοσοφικών συστημάτων ακολουθεί ο Νεοπλατωνισμός, που επανέρχεται στη θεωρητική, δογματική πλατωνική παράδοση και –σ’ αυτή τη μορφή του– εκπροσωπείται από τον σπουδαίο νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πλωτίνο. Η κλασική ελληνική φιλοσοφία οφείλει πολλά στην ανανεωτική και διεισδυτική σκέψη του φιλοσόφου Πλωτίνου, στις γνώσεις του, αλλά και στη διαλεκτική προσπάθειά του να αναπτύξει τα πλατωνικά δόγματα και παράλληλα να τα συνδυάσει με τις στωικές και περιπατητικές θεωρίες, αλλά και με πραγματείες του Αριστοτέλη.

Στις Εννεάδες του Πλωτίνου, υπάρχει ένα ωραίο απόσπασμα για την προσωποποιημένη φύση: Εάν κάποιος ρωτούσε: ένεκα τίνος δημιουργεί; Και η φύση ήθελε να ακούσει τον ερωτώντα και να απαντήσει, σίγουρα θα έλεγε: Δεν θα έπρεπε να με ρωτάς αλλά να καταλάβεις από μόνος, σωπαίνοντας όπως κι εγώ σωπαίνω και δεν συνηθίζω να μιλώ. Τι πρέπει λοιπόν να καταλάβεις; Ότι το δημιούργημα μου είναι ένα θέαμα δικό μου, της σιωπούσας, ένα αντικείμενο θέασης που προέκυψε εκ φύσεως κι έχει λάβει από εμένα η οποία επίσης προέκυψα από μία τέτοια θέαση την τάση να θεάται. Και η θέασή μου δημιουργεί το βλεπόμενο όπως ακριβώς ιχνογραφούν οι μαθηματικοί μόνον εφόσον θεώνται. Και ενώ εγώ βέβαια δεν ιχνογραφώ αλλά μόνο βλέπω, προκύπτουν οι γραμμές των σωμάτων κάπως σαν βροχόπτωση. Με εμένα δεν συμβαίνει τίποτε διαφορετικό από εκείνο που συμβαίνει με την μητέρα μου και τους γονείς μου. Κι εκείνοι προέκυψαν από μία τέτοια θέαση (Εννεάδες, ΙΙΙ 8,4).

Δηλαδή, η φύση, στο απόσπασμα αυτό των Εννεάδων, προσωποποιημένη, παρουσιάζει τον εαυτό της, την προέλευσή της και το έργο της.

Επίλογος

Όχι μόνον η προσωκρατική, η πλατωνική, η στωική και η νεοπλατωνική φιλοσοφία, αλλά και η Βίβλος περιέχει παραινέσεις για το περιβάλλον. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή η Γη μας είναι έργο του Θεού: Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην (Γεν. α΄, 1).

Εξάλλου βασική διδασκαλία του Χριστιανισμού είναι ότι ο Θεός όχι μόνο δημιούργησε τη Γη, αλλά και ότι ο ίδιος διακυβερνά τον Κόσμο, επιβλέπει, φροντίζει και προνοεί τόσο για τη διατήρηση της ζωής πάνω στη Γη, όσο και για την αρμονική λειτουργία της μέσα στο παγκόσμιο οικολογικό σύστημα.

Τέλος, η Αγία Γραφή μας διδάσκει ότι ο Θεός και Δημιουργός του Κόσμου τοποθέτησε τον άνθρωπο πάνω στη Γη, με συγκεκριμένη εντολή: Εργάζεσθαι αυτήν και φυλάσσειν (Γεν. β΄, 15), δηλαδή σαν διαχειριστή και οικονόμο των κτισμάτων του πάνω στη Γη.

Βιβλιογραφία
  • Aristotle, 1956, On the Heavens (De Caelo), transl. by W.K.C. Guthrie. The Loeb Classical Library (reprinted 1936, 1947, 1953, 1956). Heinemann, London,
  • Δαμάσκος Παναγιώτης, Το πρόβλημα της οικολογίας στους Στωϊκούς, Ένωση Ελλήνων Φυσικών, Ρέθυμνο-Kρήτη, 27 Μαρτίου 2009.
  • Darwin C.R., 1998, The Origin of Species, Oxford World’s Classics. Oxford University Press, Oxford, New York.
  • Eliade, M., 1978, A History of Religious Ideas, vol. I, From the Stone Age to the Eleusinian Mysteries, transl. by W. Trask, IL: University of Chicago Press, Chicago.
  • Hesiod, 1914, The Homeric Hymns and Homerica (Theogony), transl. by H.G. Evelyn-White. The Loeb Classical Library (reprinted 1954). Heinemann, London.
  • Hesiod, 2006, Volume I, Theogony. Works and Days. Testimonia. Ed. & trans. by Glenn W. Most. The Loeb Classical Library, No. 57N, Heinemann, London.
  • Homer, 1924, The Iliad, trans. by A.T. Murray (reprinted 1954),  The Loeb Classical Library, Heinemann, London.
  • Homer, 1919, The Odyssey, transl. by A.T. Murray, revised by G.E. Dimock (reprinted 1995). The Loeb Classical Library, Heinemann. London.
  • Homeric Hymns, 1914, by Hugh G. Evelyn-White, Cambridge, M.A., Harvard University Press. Heinemann. London
  • Homer, 1954, The Iliad, transl. by A.T. Murray, The Loeb Classical Library. Heinemann, London.
  • Homer, 1954, The Odyssey, transl. by A.T. Murray (revised by G.E. Dimock, reprinted 1995). The Loeb Classical Library. Heinemann, London.
  • Kern, O., 1922, Orphicorum Fragmenta, Weidmann. Berlin.
  • Orphic Hymns, 1997, Ideotheatro Publications-R. Αnastasakis, Athens [in Greek].
  • Plato: Timaeus, Critias, Kactos Publications, Athens 1993 [in Greek].
  • Plato, 1929, Timaeus, Critias, Cleitophon, Menexenus, Epistles, transl. by R.G. Bury (reprinted 1942, 1952, 1961, 1966, 1975, 1981, 1989, 1999). The Loeb Classical Library No. 234 (v. 9). Harvard University Press. Heinemann, London.
  • Plato, 1925, Lysis. Symposium. Gorgias, transl. by W.R.M. Lamb (reprinted 1932, 1939, 1946, 1953, 1961, 1967, 1975, 1983, 1991, 1996). The Loeb Classical Library No. 166. Harvard University Press. Heinemann, London.
  • Plato, 1925, Statesman, Philebus, Ion, transl. by H.N. Foweler & W.R.M. Lamb. The Loeb Classical Library No. 164. Harvard University Press. Heinemann, London.
  • Πλωτίνος, 2004, Εννεάς τρίτη. Μετάφρ. & Επιμέλ. Παύλος Καλλιγάς. Έκδοση του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών (Βιβλιοθήκη Α. Μανούση, 5). Αθήνα.
  • Πλωτίνος, 1995, Εννεάδων Bιβλία 30-33 (Το Μεγάλο Βιβλίο), Εισαγωγή – Μετάφραση & Σχόλια Γιάννη Τζαβάρα. Εκδόσεις Δωδώνη. Αθήνα-Γιάννενα.
  • Plotinos, 1951-1973, Texts: Plotini Opera, Ed. Paul Henry and H.R. Schwyzer, vols. 3. Publ. Desclée de Brouwer, Paris.
  • Plotinus, 1924-1938, Ennéades, Texte établi et traduit par E. Bréhier, vols. 7. Les Belles Lettres, Paris.
  • Simplicius, 1882. Peri Ouranou (De Caelo). Priores Commentaria, Editit Hermannus Diels, Typis et Impensis G. Reimeri. Berolini.
  • Simplicius in Physicorum, 1895. Libros VVIII, in Commentaria in Aristolelem Graeco, Editit Hermannus Diels, Typis et Impensis G. Reimeri. Vol. X. Berolini.
  • Σιμπλίκιου, 1882-1895, Υπόμνημα εις την Αριστοτέλους Φυσικήν Ακρόασιν (εις Φυσικά). Επιμ. Hermann Diels, vol. 9-10. Φυσικά, Berlin.
  • Sophocles, 1994, Vol. II. Antigone. The women of Trachis. Philoctetes. Oedipus at Colonus. Edit. & trans. by W.H.S. Jones, The Loeb Classical Library No. 21. Harvard University Press. Heinemann, London.
  • Theodossiou, E., 2007, The dethronement of the Earth – The dispute between geocentric and heliocentric systems, Diavlos Publ., Athens [in Greek].