Η Θράκη των Ελλήνων Θρηίκων (β’ μέρος)

8 Αυγούστου 2011

Με την δημιουργία του Βυζαντινού Κράτους, η Θράκη επανακτά τον αρχαίο γεωγραφικό χαρακτήρα της και καθίσταται μαζί με την Μικρά Ασία κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η γη του Βοσπόρου θα παραμείνει επί δεκαπέντε αιώνες το κέντρο του βυζαντινού και μεταβυζαντινού πολιτισμού.

Η Θράκη, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης -Πύλη Ανατολής και Δύσης- θα κληθεί να αναλάβει τον ρόλο της ως η ζωντανή ασπίδα, που θα περιβάλλει και θα προστατεύει την καρδιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Θα κρατήσει τον ιστορικό αυτό ρόλο της, με τίμημα τεράστιες καταστροφές και δηώσεις. Γίνεται πεδίο συγκρούσεων, καθώς βαρβαρικά φύλα κατευθύνονται προς τις μεγάλες πόλεις. Η Αδριανούπολη, η Φιλιππούπολη, η Αίνος, πρωτεύουσες θρακικών επαρχιών, υφίστανται τις επιδρομές των βαρβάρων. Παρ’ όλα, αυτά οι επιδρομές των Ούννων, των Βουλγάρων, των Αβάρων και άλλων λαών δεν κατάφεραν να αλλοτριώσουν ή να αλλοιώσουν την εθνική προσωπικότητα και την εθνική αυτογνωσία του θρακικού λαού.

Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την διανομή των θρακικών περιοχών ανάμεσα στο Βαλδουΐνο και τους Ενετούς, δημιουργήθηκε, για την Θράκη καθεστώς αφόρητης κατοχής και καταπίεσης. Ακόμα και μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης (1261), η Καλλίπολη, η Πέρινθος και τα παράλια της Προποντίδας υφίστανται δραματικές καταστροφές από τους Καταλανούς.

Οι λεηλασίες της Θράκης από τα μισθοφορικά στρατεύματα

Η εμπλοκή μισθοφορικών στρατευμάτων (Καταλανοί, Αραγώνιοι, Αλμογάβαροι) έγινε επί Ανδρονίκου Β΄ του Παλαιολόγου (1283-1328), ο οποίος κατέφυγε στον αρχηγό των Καταλανών Ρογήρον τον Ανθηρόν (Roger de flor) και ζήτησε την βοήθειά του, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει την από Μ. Ασίας οθωμανική απειλή. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1302 φθάνει στην Κωνσταντινούπολη ο Ρογήρος με 36 πλοία και 6.000 άνδρες. Ο Ανδρόνικος τον υποδέχθηκε  με τιμές και τον αναγόρευσε Μεγάλο Δούκα και Αρχιναύαρχο του Βασιλικού Οίκου, δίνοντάς του, μάλιστα, ως σύζυγο, την εγγονή του Μαρία. Αργότερα έφθασαν και άλλοι αρχηγοί μισθοφόρων (ο Βερεγγάριος Ροκοφόρτε με 200 ιππείς και 1.000 πεζούς και ο Βερεγγάριος Εντέζα με 9 πλοία και 1.000 Αλμογαβάρους), τους οποίους υποδέχτηκε με τιμές ο αυτοκράτορας.

Ενώ οι Οθωμανοί επιχειρούσαν για δεύτερη φορά πολιορκία της Φιλαδελφείας, το 1305, οι ηγεμόνες των μισθοφορικών στρατευμάτων άρχισαν να συμπλέκονται μεταξύ τους. Ο Ρογήρος και 3.000 ιππείς του σκοτώθηκαν από τους Αλανούς στην περιοχή της Αδριανούπολης. Με αφορμή την εξόντωση του αρχηγού τους, οι Καταλανοί κατέσφαξαν σχεδόν όλους τους κατοίκους της Καλλίπολης και, λίγο αργότερα, της Περίνθου.

Οι Καταλανοί κινούνται ελεύθερα σε όλη την Θράκη, σφάζοντας και λεηλατώντας. Σε μία μόνο επιδρομή κατακρεούργησαν περίπου 5.000 γυναικόπαιδα, στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Η Καλλίπολη είχε μεταβληθεί σε κέντρο δουλεμπορίου, όπου οι Οθωμανοί της Μικράς Ασίας αγόραζαν σκλάβους σε χαμηλές τιμές.

Η κατάσταση αυτή κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια (1305-1307). Οι ληστρικές συμμορίες συγκρούονταν διαρκώς μεταξύ τους, και αφού εξάντλησαν όλες τις πηγές ανεφοδιασμού τους σε τρόφιμα, αναγκάστηκαν, πιεζόμενες και από τον στρατό του Βυζαντίου, να κατέβουν στην Θεσσαλία. Από εκεί ορμώμενοι οι Καταλανοί κατευθύνθηκαν προς το Δουκάτο των Αθηνών. Ήδη, όμως, στον θρακικό ορίζοντα αρχίζει να εμφανίζεται ο Οθωμανός Τούρκος.

Η κατάκτηση της Θράκης από τους Τούρκους

Η αρχή της οθωμανικής κατοχής στην Θράκη σηματοδοτείται από την κατάληψη της Καλλίπολης από τον σουλτάνο Ορχάν, το 1357. Οι πρώτες θρακικές πόλεις που υφίστανται την θηριωδία του κατακτητή είναι οι Αιγός Ποταμοί, ο Πύργος, το Διδυμότειχο και, αργότερα, η Αδριανούπολη. Η χριστιανική αυτή πολιτεία με τις 15 περίλαμπρες εκκλησίες γίνεται πεδίο σφαγών και δηώσεων, ενώ το 1365 ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του οθωμανικού ευρωπαϊκού κράτους.

Η «επόμενη μέρα» της οθωμανικής κατοχής βρίσκει τις περισσότερες περιοχές της Θράκης κατεστραμμένες και ερημωμένες. Ιδιαίτερα με την πτώση της Αδριανούπολης, η Θράκη παραδίδεται στην βαρβαρότητα των Οθωμανών. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαναγκάζεται σε μετοικεσία, μνημεία και μοναστήρια καταστρέφονται, Έλληνες σφαγιάζονται, ιεροί ορθόδοξοι ναοί μεταβάλλονται σε τζαμιά, παιδιά Ελλήνων απάγονται, με την μέθοδο του παιδομαζώματος, για να μεταβληθούν σε γενίτσαρους πολέμιους της ίδιας τους της πατρίδας.

Η Αδριανούπολη γίνεται κέντρο εκπαίδευσης Χριστιανοπαίδων, που είχαν απαχθεί και μεταφερθεί εκεί προκειμένου να εξισλαμιστούν. Ταυτόχρονα αρχίζει και ο εποικισμός μουσουλμανικών πληθυσμών από την Μικρά Ασία στον χώρο της Θράκης, που συνοδεύεται από τον εκτοπισμό χιλιάδων Ελλήνων της περιοχής.

Οι υπόδουλοι Θράκες διατήρησαν αναλλοίωτη και αναπαλλοτρίωτη την εθνική τους συνείδηση και με τους θρύλους, τα τραγούδια, τις προφητείες και τις παραδόσεις τους ζωντάνευαν, μέσα στην ψυχή τους, το βυζαντινό μεγαλείο. («Η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο», Δημοτικό του Πόντου). Στηρίγματα του υπόδουλου θρακικού λαού υπήρξαν η Ορθόδοξη Εκκλησία, η ελληνική παράδοση, η πολιτισμική κληρονομιά, η πολιτική οργάνωση σε Δημογεροντία, η οικονομική οργάνωση σε συντεχνίες («εσνάφια»), η παιδεία και η φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα, η Φιλική Εταιρεία και η συμπαράταξη ολοκλήρου του Έθνους.

Η δραστηριότητα των «εσναφίων» και των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων

Ο Ελληνισμός της Θράκης, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, όταν άρχισε να γίνεται εμφανής η αποδυνάμωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατάφερε, παρά τις εγγενείς αντιξοότητες, ν’ αναπτύξει αξιόλογη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, οι συντεχνιακές ενώσεις, με την οργάνωσή τους, με την καταγραφή των μελών τους σε κατάστιχα, με σφραγίδες, με σύμβολα, αλλά και με προστάτες αγίους, με την διοίκηση και λειτουργία τους, απέκτησαν αξιοσημείωτη ισχύ.

Ενδεικτικά αναφέρονται οι ενώσεις των γουναράδων, των παντοπωλών, των μυλωνάδων, των ραπτών, των ξυλεμπόρων, των τσαγκάρηδων, των κτηνοτρόφων, των μεταξουργών, των μπασμπατζήδων, των κεραμιτζήδων, των ναυτικών, των αγγειοπλαστών, των γεωργών, των πεταλωτών, των ψαράδων, των βαφέων, των κτιστών, των χρυσοχόων (σαράφηδων) και πολλών άλλων ενώσεων, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις εκατό.

Ο καθηγητής της Νεοελληνικής Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, στο βιβλίο «Θράκη», 1994, σσ. 218, 219, της Γενικής Γραμματείας Περιφερείας Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης, γράφει:

«Οι Έλληνες και γενικότερα το χριστιανικό στοιχείο της Φιλιππουπόλεως συγκροτούσε πολυάριθμα εσνάφια. Τα αρχαιότερα και πολυπληθέστερα θεωρούνται οι τέκτονες (δουλγέρηδες) και οι αμπατζήδες, κατασκευαστές χονδρών μάλλινων υφασμάτων».

Η συντεχνιακή δραστηριότητα αποτέλεσε, ασφαλώς, το στήριγμα για την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στην υπόδουλη Θράκη, αλλά και το υπόβαθρο για την ανάπτυξη «συνομωτικής» αντιστασιακής δράσης κατά της οθωμανικής κατοχής.

Επίσης ο υπόδουλος Ελληνισμός της Θράκης δεν παρέλειψε να αγωνίζεται και για την διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς του, κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα αντίξοες. Αξιοσημείωτη υπήρξε η φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα που αναπτυσσόταν, συνεχώς σε όλο τον κατεχόμενο χώρο, κυρίως μετά την λήξη του κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), την κρητική εξέγερση (1866-1869) και την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870).

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος σημειώνει στο ίδιο βιβλίο, σελ. 248:

«Καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισαν κυρίως οι δύο μεγάλοι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, ο “Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως” (1861) και ο “Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων” (1869), το έργο του οποίου θα συνεχίσει, μετά το 1886, η “Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας”». Οι σύλλογοι αυτοί συνέβαλαν υλικά και ηθικά στην αναγεννητική αυτή προσπάθεια του υπόδουλου Ελληνισμού με την ίδρυση σχολείων, την έκδοση διδακτικών εγχειριδίων και βιβλίων, την χορήγηση υποτροφιών, την κατάρτιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς και την επιλογή και τον διορισμό διδακτικού προσωπικού …».

Σύμφωνα με πίνακα καταχωριμένο σε βιβλίο του Γ. Χασιώτη, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1882, στην Θράκη -συμπεριλαμβανομένης και της Κωνσταντινούπολης- λειτουργούσαν 385 Δημοτικά Σχολεία και 81 Σχολές Μέσης Εκπαίδευσης. Δίδασκαν 626 καθηγητές και φοιτούσαν 29.428 μαθητές.

Η φιλεκπαιδευτική αυτή δραστηριότητα αναπτυσσόταν με την φροντίδα των ελληνικών κοινοτήτων, ενισχυόμενη σημαντικά από τους Θράκες εθνικούς ευεργέτες, η συμβολή των οποίων υπήρξε αποφασιστική και καθοριστική.

Οι Έλληνες της Θράκης, παράλληλα με τους φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους, ίδρυαν και αθλητικά σωματεία, μουσικούς συλλόγους, φιλανθρωπικά ιδρύματα (νοσοκομεία, ορφανοτροφεία), λέσχες και βιβλιοθήκες. Με την φιλεκπαιδευτική και, γενικότερα, με την πολιτισμική τους δραστηριότητα οι Θράκες έθεταν τα θεμέλια της πνευματικής αναγέννησης, όχι μόνο του υπόδουλου, αλλά και του απελευθερωνόμενου Ελληνισμού.

Η συμμετοχή των Θρακών στην Ελληνική Επανάσταση

Η συμμετοχή των Θρακών τόσο στις προπαρασκευαστικές δραστηριότητες για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όσο και κατά την εθνεγερσία, υπήρξε καθοριστική και αποφασιστική. Τα κατά τόπους παραρτήματα της Φιλικής Εταιρείας, και ιδιαίτερα εκείνο της Αδριανούπολης, ανέπτυξαν σημαντική δράση. Ο Αντ. Κομιζόπουλος, από την Φιλιππούπολη, είχε μυηθεί ως τέταρτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μετά τους Εμμ. Ξάνθο, Νικ. Σκουφά και Αθ. Τσακάλωφ.

Επαναστατικές εστίες είχαν δημιουργηθεί σχεδόν παντού και πολλοί Θράκες είχαν καταταγεί στον ιερό λόχο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Όχι λίγοι έπεσαν στο Δραγατσάνι, όπου τραυματίστηκε και ο Γεώργιος Παπάς ή Κούρτογλου. Ο Θρακιώτης ήρωας, παρά τον τραυματισμό του, συνέχισε την επαναστατική δράση του, όπως και ο Θανάσης Μπελιάς ή Καραμπελιάς.

Ο μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος Πρικαίος και ο αδελφός του Δημήτριος Βάρης ξεσήκωσαν τον λαό στην Σωζόπολη, τον Απρίλιο του 1821, και προέβαλαν ισχυρή αντίσταση στους κατακτητές, που την έπνιξαν στο αίμα. Τον ίδιο μήνα οι Οθωμανοί αποκεφάλισαν 26 προκρίτους στην Αδριανούπολη και τον Αδριανουπολίτη Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ΄.

Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου απαγχόνισαν τους μητροπολίτες: Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Δέρκων Γρηγόριο, Μυριοφύτου Νεόφυτο, Αγχιάλου Ευγένιο, Μεσημβρίας Ιωσήφ και πολλούς άλλους κληρικούς, προκρίτους και απλούς Θρακιώτες.

Σημαντική αντίσταση εκδηλώθηκε την άνοιξη του 1821 και στην Αίνο, που έμεινε για αρκετές μέρες στα χέρια των Ελλήνων. Στην επιχείρηση έλαβε μέρος και ναυτική μοίρα που βομβάρδισε τα οχυρά. Με θάρρος και αυταπάρνηση πολέμησαν στην θάλασσα ο καπετάνιος Χατζή Αντώνιος Βισβίζης και η σύζυγός του Δόμνα, που κυβερνούσαν το μπρίκι τους «Καλομοίρα».

Η ηρωϊκή γυναίκα, γνωστή και ως δεύτερη Μπουμπουλίνα, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και ναυμαχίες. Μαζί με το θρυλικό ζευγάρι μάχονταν και τα 5 παιδιά τους, καθώς και 140 ναύτες. Στις ναυτικές επιχειρήσεις έλαβαν μέρος και πολλοί άλλοι Θράκες, όπως ο Χατζή Φραντζής και η οικογένειά του, οι Κομνηνός Τέρογλου, Αργυρίου κ.ά.

Τους κατακτητές αιφνιδίασαν και οι Σαμοθρακίτες, που πλήρωσαν με το αίμα τους την αγάπη τους προς την ελευθερία: οι Τούρκοι, τον Σεπτέμβριο του 1821, εκδικούμενοι, κατέσφαξαν 700 άνδρες και εξανδραπόδισαν εκατοντάδες γυναικόπαιδα.

Η Θράκη, παραμένοντας υπόδουλη και μετά την απελευθέρωση των άλλων ελληνικών περιοχών (1830), αποδυόταν συνεχώς σε ηρωϊκούς αγώνες εναντίον των Τούρκων κατακτητών και των Βουλγάρων επιδρομέων, με σκοπό την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό. Τα βουλγαρικά κομιτάτα, που δρούσαν με την ανοχή των Τούρκων στην ελληνική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και την Μακεδονία, αποτελούσαν πηγή δεινών για τους Έλληνες κατοίκους των περιοχών αυτών.

Οι διώξεις των Θρακών από την Βουλγαρική Εξαρχία

Ο Ελληνισμός της Θράκης θα υποστεί απηνείς διώξεις και από τους Βουλγάρους που, επωφελούμενοι των συγκυριών που επικρατούσαν στην ευρύτερη περιοχή, θα προσπαθήσουν να εδραιώσουν την παρουσία τους με την ίδρυση, υπό την κάλυψη του σουλτάνου, της βουλγαρικής Εξαρχίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη, το 1870.

Οι ανθελληνικοί διωγμοί στην Αγχίαλο το 1906, η εισβολή στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) τον Οκτώβριο του 1913, οι λεηλασίες στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη, στο Σουφλί και αλλού, οι καταλήψεις ελληνικών εκκλησιών και οι βιοπραγίες εναντίον ιερέων και άλλων κατοίκων όταν, το 1915, το έως τότε τουρκοκρατούμενο Διδυμότειχο πέρασε στην βουλγαρική κατοχή, ο βίαιος εκβουλγαρισμός των Πομάκων και ο εκτοπισμός πολιτών, αποτελούσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα ενταγμένα στον ευρύ κύκλο των ιστορικών γεγονότων που έχουν καταγραφεί στην μνήμη των πληθυσμών της περιοχής.

Τουρκικοί διωγμοί σε βάρος των Θρακών

Οι τουρκικοί διωγμοί σε βάρος των υπόδουλων Θρακών συνεχίζονται έως και το 1920, με προφανή επιδίωξη την συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου. Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι, και κατά την περίοδο αυτή, ο σφαγιασμός, ο εξανδραποδισμός και ο εκτοπισμός εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Θράκης, συνθέτουν την εικόνα μιάς νέας γενοκτονίας παράλληλης με εκείνες των Αρμενίων, των Ποντίων και, αργότερα, των Μικρασιατών.

Ενδεικτικά παρατίθενται ονομασίες χωριών και περιοχών της Θράκης, όπου οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε σφαγές Ελλήνων: Γκλιστρίτσα, Γραβούνα, Μαύρες, Βαϊραμίτσιο, Κρινιώ, Καλύβια, Μάλγαρα, Καστρίτσα, Δερβενάκι, Αϊβαλί, Ελευθερές, Κεσσάνη, Σαμμόκοβο, Γένη, Καλλίπολη, Ραιδεστός, Σαράντα Εκκλησιές, Ηράκλεια, Μακρά Γέφυρα, Σκοπό, Αίνος, Σαμοθράκη και αλλού.

Πολλές χιλιάδες Ελλήνων της Θράκης στάλθηκαν σε μακρινές εξαντλητικές πορείες στα βάθη της Μικράς Ασίας ή κατατάχθηκαν στα λεγόμενα τάγματα εργασίας («αμελέ ταμπουρού»), που χαρακτηρίζονται «κατακόμβες ανθρώπινου υλικού». Με τον τρόπο αυτόν οι Θράκες οδηγούνται σε βέβαιο θάνατο, ώστε να δημευθούν οι περιουσίες τους και να αλλοιωθεί η εθνολογική σύνθεση των περιοχών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τους Θράκες ως ανθρώπινα τείχη μπροστά από τα στρατεύματά τους, λέγοντας ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν «τροφή για κανόνια». Το ίδιο έκαναν και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που πολεμούσαν στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και εναντίον των συμμάχων: έστελναν Έλληνες της Θράκης στην χερσόνησο Καλλίπολης και από εκεί στις γραμμές Αναφάρτας, όπου θερίζονταν από τα συμμαχικά πυροβόλα. Εξοντώθηκαν έτσι χιλιάδες Θράκες.

Η απελευθέρωση της Θράκης

Στην Θράκη ανήκει το δραματικό «προνόμιο» της μακρότερης σε διάρκεια κατοχής: κράτησε πεντέμισι αιώνες. Απελευθερώθηκε το 1920, χάρη στα ελληνικά όπλα, αφού ένα χρόνο πριν, το 1919, με την Συνθήκη του Νεϊγύ είχαν ρυθμιστεί και θέματα αναφερόμενα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Με την Συνθήκη των Σεβρών, το 1920, ξαναγεννήθηκε η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Όμως η Συνθήκη αυτή δεν έμελλε να κρατήσει. Μετά την τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας, συνομολογήθηκε, το 1923, η Συνθήκη της Λωζάνης, που καθόριζε, μεταξύ άλλων, και τα ελληνοτουρκικά σύνορα στην περιοχή.

Τελικά, ο θρακικός χώρος (περίπου 75.000 τετρ. χλμ.) τριχοτομήθηκε και διαιρέθηκε στην Βόρεια Θράκη, γνωστή και ως Ανατολική Ρωμυλία (42.259 τετρ. χλμ.), που αποτελεί τμήμα της Βουλγαρίας, στην Ανατολική Θράκη (24.378 χλμ.), που αποτελεί τμήμα της Τουρκίας και στο μικρότερο κομμάτι της, την Δυτική Θράκη, με έκταση 8.586 τετρ. χλμ., βορειοανατολικό τμήμα της ελληνικής επικράτειας.

Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης, με διοικητή τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, αναλαμβάνει, στις 11 Απριλίου 1920, μετά την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων, την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης. Η Ημερήσια Διαταγή που κοινοποιήθηκε στα στρατεύματα κατά την έναρξη των επιχειρήσεων κατέληγε: «…Ταχύνετε το βήμα προς το ιδανικόν τέρμα, όπου σας αναμένουν πέντε αιώνων πόθοι και ελπίδες και απαρασάλευτος εθνική πίστις».