Χριστιανισμός και Φροϋδισμός (μέρος 2ο)

11 Δεκεμβρίου 2011

Δεύτερη συνάντηση

Στο διάστημα που πέρασε από την περασμένη μας συνάντηση μέχρι σήμερα, μου δόθηκε ένα σημείωμα με τρεις απορίες πάνω στο θέμα που εξετάζουμε, με τις οποίες και θα αρχίσω την σημερινή μου εισήγηση.

Η πρώτη είναι μία πάρα πολύ βασική ερώτηση πάνω στο όλο θέμα. «Σε ποιά σημεία η θεωρία του Φρόϋντ έρχεται καθ’ ολοκληρίαν σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό και σε ποιά συμφωνεί;»

Είναι γενική απορία με πάρα πολλές πλευρές, τις οποίες κανείς μπορεί να συζητήσει και να δει. Μια προσπάθεια να συγκρίνουμε τον Χριστιανισμό με το Φροϋδισμό ή να βρούμε κοινά σημεία ή διαφορές, ίσως από πλευράς θεωρητικής να μη δικαιώνεται πάντοτε, διότι έχουμε να κάνουμε με τον Χριστιανισμό που είναι θρησκεία ή αν θέλετε διδασκαλία θρησκευτική, και με τον Φροϋδισμό που δεν έχει καμμία σχέση με την θρησκεία. Ωστόσο υπάρχουν διαφορές, μάλιστα μεγάλες, διαμετρικές αντιθέσεις, όπως λέμε, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα πρέπει να υπάρχουν και κοινά σημεία. Συστηματική μελέτη δεν μπορούμε να κάνουμε, ούτε να τα εξαντλήσουμε μεθοδικά, αλλά την ουσία μπορούμε να την θίξουμε. Υπάρχουν λοιπόν μεγάλες διαφορές. Όσον αφορά για τον Χριστιανισμό, πρόκειται για διδασκαλία, που προϋποθέτει θεωρία περί του ανθρώπου, η οποία δεν συμβιβάζεται καθόλου με την θεωρία του Φρόϋντ. Αν απομονώσουμε απ’ όλο τον Χριστιανισμό την ανθρωπολογία του, για να την συγκρίνουμε με την θεωρία του Φρόϋντ, αφού η θεωρία του Φρόϋντ είναι ένα τμήμα ανθρωπολογίας, θα δούμε ότι οι διαφορές είναι πάρα πολύ μεγάλες. Και πρώτα-πρώτα το ότι η Χριστιανική ανθρωπολογία παίρνει ως βάση το δισυπόστατο του άνθρωπου, το ότι ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή, ή απλούστερα από ένα υλικό κι ένα πνευματικό μέρος. Ο Φρόϋντ δεν δέχεται το πνευματικό μέρος. Γι’ αυτόν ο άνθρωπος είναι ένα βιολογικό και οργανικό ον, που μπορεί να έχει ψυχικές εκδηλώσεις, που αποτελούν και το αντικείμενο της θεωρίας του, αλλ’ αυτές οι εκδηλώσεις θεωρούνται ως επιφαινόμενο της οργανικής ζωής, δηλαδή προεκτάσεις που πάντα πρέπει να νοούνται στον χώρο και την πραγματικότητα της ύλης. Λόγω αυτής της βασικής διαφοράς δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κοινά σημεία τα οποία μπορούν να δικαιολογήσουν εφαρμογή της όλης θεωρίας του Φρόϋντ ή μέρους αυτής στην Χριστιανική ζωή, όπως αυτή προσδιορίζεται από την Χριστιανική διδασκαλία. Έτσι έχουμε να πούμε πολλά στο πεδίο των διαφορών.

Ό Χριστιανισμός βλέπει τον άνθρωπο σαν δισυπόστατο ον, με σώμα και ψυχή. Ο Φροϋδισμός σταματά στην σωματική πλευρά, αρνείται την πνευματική, ή τουλάχιστον δεν την παραδέχεται όπως ο Χριστιανισμός. Απ’ εδώ και πέρα μόνο διαφορές μπορούμε να βρούμε. Η προσπάθεια θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη στο αποτέλεσμά της, αν προσπαθούσαμε να βρούμε κοινά σημεία ή τουλάχιστον σημεία όχι οπωσδήποτε κοινά, άλλα στα οποία μπορεί πολλές φορές να μειώνεται η απόσταση Χριστιανισμού και Φροϋδισμού. Εδώ μπορούμε να δαπανήσουμε λίγο χρόνο για να καταλάβουμε κάτι πολύ χρήσιμο, επειδή η στάση που κρατάμε έναντι του Φροϋδισμού είναι τόσο αρνητική, ώστε ξεπερνά τα όρια της επιβαλλόμενης αρνήσεως. Το λέω με κάθε επίγνωση της σοβαρότητας που έχει ένας τέτοιος ισχυρισμός. Βεβαίως η θεωρία του Φρόϋντ στο σύνολό της υποτιμά την ανθρώπινη προσωπικότητα. Είναι κάτι που προσβάλλει το ανθρώπινο είδος. Δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει ορισμένη περιοχή που εναρμονίζεται τόσο πολύ με την ανθρώπινη υπόσταση, ώστε να δικαιολογείται να εγκολπωθούμε ένα μέρος της θεωρίας αυτής. Προσωπικά τουλάχιστον μου δίνεται πολλές φορές η ευκαιρία να τονίσω αυτήν την αρνητική πλευρά του Φροϋδισμού. Από την άλλη μεριά δεν θα φθάναμε σε παρεξήγηση ή υπερβολή αν θα λέγαμε ότι πρέπει να σταθούμε με λίγη προσοχή μπροστά στην θεωρία του Φρόϋντ και να μην είμαστε από την αρχή τελείους αρνητικοί, να μην την απορρίψουμε ευθύς εξ αρχής. Ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει κοινό σημείο μεταξύ Χριστιανισμού και Φροϋδισμού δεν είναι απόλυτα ακριβής.

Πρώτα-πρώτα, σημείο όπου συναντάται η Χριστιανική ανθρωπολογία με τον Φροϋδισμό, είναι ακριβώς αυτό το ασυνείδητο. Επειδή ο Φροϋδισμός προέβαλε την σημασία της υπάρξεως και σπουδαιότητας του ασυνειδήτου, κυριαρχηθήκαμε από τόσο μεγάλη φοβία, ώστε όταν ακούμε περί ασυνειδήτου λέμε αμέσως ότι πρόκειται περί φροϋδικού όρου, άρα ας απορρίψουμε αυτή την έννοια, αφού ο Φρόϋντ την δίδαξε και την προέβαλε. Κάνουμε όμως λάθος, διότι το ασυνείδητο είναι μία πραγματικότητα, που έχει προβάλλει και η Χριστιανική ανθρωπολογία. Διότι λ.χ. ο ασκητής που αγωνίσθηκε και αγωνίζεται μέχρι σήμερα στην έρημο εναντίον του εαυτού του, των σκοτεινών ροπών που κρύβει μέσα του, κάνει έναν έντονο και συγκλονιστικό διάλογο με το ασυνείδητό του, με μια περιοχή που δεν είναι γνωστή σ’ αυτόν. Ξέρει ότι προκαλείται απ’ τον εαυτό του, έχει αντίπαλο τον ίδιο τον εαυτό του και αγωνίζεται, αλλά αγωνίζεται με σκοτεινές δυνάμεις, διότι δεν έχει την δυνατότητα να δει πρόσωπο με πρόσωπο τον αντίπαλό του, αυτόν που έχει μέσα του και τον οποίον ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει ως «παλαιόν άνθρωπον».

Ο Φρόϋντ όμως μας δίνει μια πολύ διαφορετική εικόνα γι’ αυτή την πραγματικότητα, όταν μιλά για το ασυνείδητο. Μιλά για τους τρωγλοδύτες· ότι στο βάθος της ψυχής του ανθρώπου υπάρχει μια αρνητική ορμεμφυτική δύναμη που μπορεί να παραβληθεί με την εξής εικόνα: Ένα σπίτι, που στην επάνω αίθουσα είναι η σάλα του χορού και εκεί ορισμένοι άνθρωποι χορεύουν και διασκεδάζουν. Αλλά στο υπόγειο της οικίας υπάρχουν οι τρωγλοδύτες, άνθρωποι ασυμβίβαστοι με τους αριστοκράτες που χορεύουν, οι οποίοι έχουν την τάση ν’ ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του υπογείου, για να διαταράξουν την διασκέδαση και τον χορό των ανθρώπων που απολαμβάνουν την εκδήλωση αυτή. Και υπάρχουν και οι χωροφύλακες (ο λογοκριτής) που εμποδίζουν τους τρωγλοδύτες ν’ ανεβούν με τα κουρέλια και τις βρωμιές τους επάνω, και να διαταράξουν την μεγαλοπρέπεια του χορού Αυτός είναι όλος ο αγώνας του ανθρώπου για τον Φρό¬ϋντ.

Νομίζω ότι εδώ υπάρχουν πάρα πολλά κοινά σημεία. Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο και να δούμε ότι η από τον Φρόϋντ προτεινόμενη τεχνική της αναλύσεως του ασυνειδήτου αλλά και η δομή της ψυχικής λειτουργίας, στην υπόθεση της απωθήσεως, είναι πάρα πολύ γνωστά πράγματα στους ασκητές και σ’ όλους εκείνους τους Πατέρες που έχουν ασχοληθεί με την ενδοσκόπηση. Έχουμε χαρακτηριστικά κείμενα πατερικά που αν τα βάλουμε δίπλα στα βιβλία του Φρόϋντ έχουμε πλήρη σύμπτωση ως προς την τεχνική της απωθήσεως και της αναλύσεως του ασυνειδήτου. Ας πούμε ένα παράδειγμα. Λέγαμε και την άλλη φορά το όνομα του Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου και που είναι ένας ασκητής της ερήμου, του οποίου συγγράμματα υπάρχουν στην Φιλοκαλία. Λέγει λοιπόν, ότι ο άνθρωπος για να ολοκληρωθεί πνευματικά, πρέπει πρώτα να έχει ομαλές και σωστές διανθρώπινες σχέσεις και κατά την ανάπτυξη αυτών των σχέσεων να καταπολεμά ενσυνείδητα τα πάθη του και να τα εξουδετερώνει στις ρίζες τους. Διαφορετικά, αν ξεκινήσει κανείς να πάει στην έρημο μόνος του, χωρίς να καταπολεμήσει τα πάθη του, θα πάει, θα επιδοθεί σε άσκηση και προσευχή και θα νομίσει ότι έχει φθά¬σει σ’ ένα βαθμό πνευματικής ολοκληρώσεως. Αλλ’ όταν τύχει μπροστά σε προβλήματα που θα του προκαλέσουν διέγερση των παθών, τότε τί θα συμβεί; Μας δίνει την εξής εικόνα «τα πάθη που δεν θα έχουν καταπολεμηθεί στην περιοχή των διαπροσωπικών σχέσεων μοιάζουν με ίππους δεμένους στις αφετηρίες τους με αλυσίδες και ηρεμούν, διότι δεν τους προκαλεί κανείς, αλλά και περισσότερο αδρύνονται, ισχυροποιούνται λόγω της ησυχίας, οπότε αν αυτός ο ασκητής συναντηθεί μ’ ένα ερέθισμα, μια εξωτερική αφορμή, τότε αυτά θα σπάσουν τα δεσμά, θα ξεκινήσουν απ’ τις αφετηρίες τους και θα επιτεθούν δριμύτερα εναντίον του ανθρώπου, ο οποίος μέσα του τα φιλοξενεί και τα προστατεύει». Αυτό το σχήμα δείχνει όλη την διαδικασία της απωθήσεως.

Και ό Φρόϋντ πάνω στο θέμα αυτό το ίδιο λέει. Αν κανείς απωθεί και κράτα βαθειά μέσα του όλα εκείνα, επιθυμίες και διεγέρσεις, που πρέπει οπωσδήποτε να εκτονώσει, αυτές λόγω της καταπιέσεως θα τον εκδικηθούν. Το καλύτερο πράγμα είναι η συνειδητοποίηση. Να μπορεί να γνωρίζει κανείς αυτά τα πράγματα και να τα αντιμετωπίζει κάτω από το φως της λογικής.

Το ίδιο λέγουν και οι Πατέρες. Μου έρχεται στην σκέψη ο Ευάγριος ο Ποντικός που λέγει στον μαθητευόμενο μοναχό (συνιστά μια ανάλυση, που είναι «ψυχανάλυση»): Αν συμβεί να συναντήσεις μια δυσκολία πνευματική, έναν πειρασμό και ηττηθείς, τότε «καθεσθείς εν τω κελλίω σου δίελε τα κατά σεαυτόν» Δηλαδή όσο καθίσεις στο κελλί σου, προσπάθησε να ξεχωρίσεις τα πράγματα. Πού βρήκες τον πειρασμό, εκ ποίας αφορμής τον συνάντησες, πώς τον αντιμετώπισες, τί σου προξένησε, ποιό ήταν το τελικό αποτέλεσμα; Όταν τα αναλύσεις και τα ξεχωρίσεις έτσι τα πράγματα, «τότε φεύξεται από σου το δαιμόνιον και αναλυθήσεται», δηλαδή εννοεί ότι θα αναλυθεί, θα διαλυθεί, ακριβώς όπως συνεστήθη. Συνιστά την ψυχανάλυση, όχι με το Φροϋδικό νόημα βεβαίως, αλλά πάντως η τεχνική αυτή που συνιστά είναι μια αυτογνωσία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του ασυνειδήτου. Σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις μπορεί κανείς να βρει πολλά, τα οποία πρόχειρα βέβαια εδώ μπορούμε ν’ αναφέρουμε. Θάθελα να πω μια άλλη περίπτωση που πάλι αναφέρει ο Κασσιανός, Ότι σε μια περίπτωση, που τον κατέλαβε μια αθυμία και μελαγχολία, θέλησε να πάει κάπου να ξεσκάσει. Πήγε λοιπόν στον Αββά Παύλο και του πέρασε, όπως νόμισε, αυτή η δυσθυσμία, και το έλεγε με καμάρι σ’ έναν πάρα πολύ πνευματικό άνθρωπο, τον Αββά Μωϋσή. Και του λέει ο Αββάς. «Μη νομίσεις ότι αντιμετώπισες την δυσκολία σου έτσι. Προσπάθησες να ξεφύγεις από το πρόβλημά σου μ’ αυτό που έκανες. Εάν αντιμετώπιζες το πρόβλημά σου με το εργόχειρό σου και την προσευχή, θα είχες αντιμετωπίσει καλύτερα την κατάσταση, ενώ τώρα το απώθησες, και αυτό θα σε πολεμήσει με χειρότερο τρόπο».

Τέτοια παραδείγματα βρίσκουμε πάρα πολλά σε ασκητικά και πατερικά κείμενα, που δείχνουν ότι ο Φρόϋντ στο γενικό σχήμα της απωθήσεως και ψυχαναλύσεως δεν είπε τίποτε περισσότερο. Τα ιδιαίτερά του στοιχεία είναι μόνον ότι υπογράμμισε την ορμή προς ηδονή και ότι προσπάθησε συγκεκριμένα να δώσει μία λύση στο πρόβλημα της νευρώσεως. Αλλά όλα αυτά εντάσσονται στα γενικά σχήματα που μας είναι γνωστά ακριβώς από τα πατερικά κείμενα.

Κομίζω ότι μπορεί λοιπόν κανείς να βρει κοινά σημεία μεταξύ του Χριστιανισμού και του Φρόϋντ σ’ αυτή την περιοχή, στην πραγματικότητα του ασυνειδήτου και στον μηχανισμό της απωθήσεως και συνειδητοποιήσεως. Νομίζω ότι είναι κρίμα πολλές φορές στο σημείο αυτό ν’ αρνούμαστε έναν διάλογο με τον Φροϋδισμό εκ προκαταλήψεως.

Νομίζω ότι υπάρχει δυνατότητα ακόμη και δογματικά να δικαιολογήσουμε ή και να αποδείξουμε την πραγματικότητα του ασυνειδήτου. Ο Φρόϋντ βέβαια είπε ότι υπάρχει και η άλλη πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας, η μη φαινόμενη, η σκοτεινή, η οποία είναι η έδρα όλων των αρνητικών διαθέσεων και ορμών του ανθρώπου, όπως επίσης και η έδρα όλων των αγαθών διαθέσεων, όπως τις εννοεί ο Φρόϋντ αυτές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήδη το ασυνείδητο, επειδή σε μια ορισμένη χρονική στιγμή δέχθηκε το πατρονάρισμα του Φρόϋντ, είναι μια έννοια αρνητική και ξένη προς την χριστιανική ανθρωπολογία. Αντιθέτως, αν μελετήσουμε προσεκτικά την δογματική διδασκαλία της εκκλησίας, θα δούμε ότι ό,τι λέγεται περί των συνεπειών της πτώσεως του ανθρώπου, των συνεπειών δηλαδή της παραβάσεως του θελήματος του Θεού επί της ψυχοσωματικής υποστάσεως του ανθρώπου, κατά μέγα μέρος καθιερώνει την έννοια και πραγματικότητα του ασυνειδήτου. Στην ορολογία την δογματική τουλάχιστον και στα βιβλία των Ανδρούτσου, Τρεμπέλα και άλλων συγχρόνων δογματικών, γνωστών και μη, χρησιμοποιούνται όροι που δείχνουν ότι η πνευματική υπόσταση του ανθρώπου «ημαυρώθη» και «ηχρειώθη» διά της πτώσεως και ότι κατά μέγα μέρος βυθίστηκε στο σκότος. Θα λέγαμε πιο άπλα ότι έγινε σχεδόν ένα κάρβουνο, κάηκε, αχρηστεύθηκε.

Δηλαδή προ της πτώσεως ο άνθρωπος, προσπαθώντας να κάνει το θέλημα του Θεού, ήταν μία άλλη πραγματικότητα, απ’ ό,τι είναι σήμερα, θα λέγαμε, με τις φράσεις που χρησιμοποιούν οι Πατέρες, ότι ήταν όλο φως, όλο γνώση. Έπειτα ήλθε η πτώση και αμαυρώθηκε αυτή η πνευματική υπόσταση. Η ορθόδοξη διδασκαλία διαφέρει στο σημείο αυτό, από τις άλλες ομολογίες, ρωμαιοκαθολική, προτεσταντική, και παίρνει την μέση θέση, λέγοντας ότι «ηχρειώθη» τόσο πολύ η υπόσταση του ανθρώπου, ώστε σχεδόν δεν έμεινε τίποτε από το «κατ εικόνα». Σπίθα μόνο πνευματικής ικανότητας, ώστε όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, να μπόρεσει ο άνθρωπος ν’ ακούσει και ν’ αποδεχθεί το μήνυμα της σωτηρίας. Πολύ ελάχιστο ποσοστό «υγιούς» μέρους έμεινε μετά την πτώση. Το άλλο βυθίστηκε στο σκότος, «ηχρειώθη», «ημαυρώθη».

Βέβαια οι Καθολικοί λένε απλώς ότι ο άνθρωπος έχασε τα δώρα της αρχεγόνου δικαιοσύνης, δηλ. ένα κάλυμμα εξωτερικό, ενώ έμεινε το κατ’ εικόνα ανέπαφο. Εμείς λέμε ότι το κατ’ εικόνα ακριβώς «η¬μαυρώθη» και «ηχρειώθη». Οι προτεστάντες λένε ότι όλα έγιναν κάρβουνο, Ότι «ημαυρώθη» απολύτως το κατ’ εικόνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε μόνος του. Η ορθόδοξη λοιπόν άποψη, έτσι όπως προβάλλεται, μας δίνει να καταλάβουμε ότι η πνευματική υπόσταση και ζωή του ανθρώπου βυθίστηκε σ’ ένα σκοτάδι, «ημαυρώθη» τόσο πολύ, ώστε δημιουργήθηκε μία νέα κατάσταση. Ποιά είναι η κατάσταση αυτή; Ασφαλώς της αμαρτίας. Πνίγηκε ο άνθρωπος μέσα στην αμαρτία. Επομένως αν σταματήσει κανείς σ’ αυτή την θεωρητική άποψη της εκκλησίας και κάνει μια σύγκριση με το ασυνείδητο, όπως το προβάλλει ο Φρόϋντ, θα δει ότι υπάρχουν κοινά σημεία, ότι θα μπορούσαμε νωρίτερα από τον Φρόϋντ να είχαμε διδάξει την πραγματικότητα του ασυνειδήτου, ώστε όταν ερχόταν ο Φρόϋντ να εύρισκε έτοιμη την θεωρία και να μη παρουσιαζόταν ως ο πρώτος που αποκάλυψε την πραγματικότητα του ασυνειδήτου. Αλλά εκτός από την Χριστιανική θεωρία που είναι η τυποποιημένη δογματική διδασκαλία, υπάρχει η ζωή της εκκλησίας, η παραδοχή της. Υπάρχει η αμετάβλητη δογματική διδασκαλία, αλλά υπάρχει και το ρέον ύδωρ, η παράδοση, που είναι το αποθησαύρισα των καθημερινών εμπειριών, στην προσπάθεια του ανθρώπου να βιώσει την πραγματικότητα, το θέλημα του Θεού. Ο άνθρωπος άρχισε έναν αγώνα μετά την πτώση, που συνεχίσθηκε μέχρι το πλήρωμα του χρόνου, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και θα συνεχίζεται όσο υπάρχει ο κόσμος· ένας αγώνας για ν’ αντιμετωπισθεί η εσωτερική πραγματικότητα.

Εξ’ άλλου η εκκλησία ως πείρα πρακτική έχει αυτό το γεγονός υπ’ όψιν της, ότι το γενετήσιο ένστικτο είναι ένα από τα τρία βασικά ένστικτα εναντίον των οποίων πρέπει να αγωνισθεί ο άνθρωπος. Γνωρίζουμε ότι στην προσπάθεια της τελειώσεως και ολοκληρώσεως, η εκκλησία μιλάει για ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή. Επομένως το γενετήσιο ένστικτο υπολογίζεται και μάλιστα στο μέτρο που πρέπει. Δεν το παραθεωρεί η εκκλησία και στην θεωρία και στην πράξη. Επομένως κι εδώ πρέπει να παραδεχθούμε ότι μέχρι ενός σημείου υπάρχει κάτι το κοινό. Ο Φρόϋντ αποκλειστικά το τονίζει. Η εκκλησία το βλέπει εντεταγμένο μέσα στο όλο πλαίσιο της ανθρώπινης προσωπικότητος. Επομένως είναι κρίμα να αρνούμαστε και στην πράξη της θρησκευτικής αγωγής και στην πραγματικότητα της ζωής την σημασία που έχει το γενετήσιο ένστικτο για την ολοκλήρωση του πνευματικού ανθρώπου.

Πολύ ωραία λέγει ο ψυχίατρος Ασπιώτης σ’ ένα βιβλίο του, ότι η Χριστιανική θέση έναντι του γενετησίου ένστικτου δεν είναι η άρνηση και η απώθηση, όπως συνήθως γίνεται, αλλά είναι ο σεβασμός του ενστίκτου και η χρησιμοποίησή του έτσι, ώστε να συντελέσει στην ολοκλήρωση την πνευματική του ανθρώπου. Νομίζω ότι από την πείρα της ζωής της εκκλησίας που έχει κανείς, αυτό το συμπέρασμα θα βγει. Και όπως υπάρχουν χωρία στους Πατέρας που είναι αυστηρά και που μιλούν περί απαγορεύσεως της συζητήσεως και αντιμετωπίσεως του γενετησίου ενστίκτου, έτσι υπάρχουν και χωρία που μιλούν περί της αισθητικής, για να μην πούμε αισθησιακής, σημασίας του γενετησίου ενστίκτου.

Ό Μέγας Βασίλειος σ’ έναν από τους λόγους του, αναφερόμενος στην παρθενία, λέγει ότι «ο Θεός έτσι έπλασε την γυναίκα, απαλή, τρυφερή, με το σχήμα της αυτό, για να μαγγανεύει το άρρεν. Όχι μόνον διά την τεκνογονίαν, αλλά και διά τον της μίξεως οίστρον». Και ο Χρυσόστομος και άλλοι, σε ομιλίες που γίνονται ακριβώς για να υποστηριχθεί η παρθενία, δεν υποστηρίζουν ότι ο γάμος γίνεται μόνον για την τεκνογονίαν. Το υποστηρίζουν κι αυτό όταν πρέπει, σε συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά ότι ο έρως, η αγάπη, η αμοιβαία έλξη των φύλων έχει το ηθικό της νόημα και μια πρωτοπορία στην ζωή την πνευματική του ανθρώπου.

Τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει και διατριβές επιστημονικές πάνω στο θέμα αυτό και μάλιστα στο δικό μας πανεπιστήμιο που δείχνουν ότι το θέμα της τεκνογονίας στον γάμο έρχεται δεύτερο. Το πρώτο είναι η εν αγάπη ένωση των συζύγων προς τον σκοπό της ηθικής και πνευματικής τους ολοκληρώσεως. Βέβαια αυτές είναι θέσεις και συζητούνται. Αλλά δεν υπάρχει αποκλειστικότητα τέτοια, που να προκαλεί αυτή την προκατάληψη έναντι του γενετησίου ενστίκτου, ώστε να νομίζουμε πολλές φορές ότι μόνον ο Φρόϋντ μιλάει για το γενετήσιο ένστικτο και μόνον αυτός το ανακάλυψε και το προβάλλει· εμείς δε οι άλλοι, οι διψασμένοι και προκατειλημμένοι, που το θεωρούμε ταμπού, απαγορεύεται και να το κοιτάξουμε στα μάτια. Είναι σωστή παρεξήγηση αυτό. Αποξενώνουμε την χριστιανική διδασκαλία από μια πραγματικότητα. Διότι τελικά το γενετήσιο ένστικτο είναι μία ιερή λειτουργία που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, όχι μετά την αμαρτία για να λύσει το πρόβλημα της αμαρτίας, αλλά προ της αμαρτίας, για να ολοκληρωθεί ηθικά και πνευματικά. Επομένως μια σωστή τοποθέτηση δείχνει ότι ο Φρόϋντ δεν έχει το δικαίωμα να σφετερίζεται θεωρίες και ιδέες που ανήκουν και σε άλλες περιοχές.

Το μεγάλο του λάθος το είδαμε. Είναι ότι μονοπωλεί την ιδέα αυτή και κατ’ αποκλειστικότητα παρουσιάζει το γενετήσιο ένστικτο ή την προς ηδονήν ορμή ως την ψυχική λειτουργία, ως την υπόσταση του ανθρώπου. Κι ο Χριστιανισμός ασχολείται με το θέμα αυτό, το προβάλλει σωστά, το αναγνωρίζει σαν βασικό στοιχείο της ζωής του ανθρώπου. Άλλο βέβαια το γεγονός ότι στην πράξη πολλές φορές αποφεύγουμε να ομιλούμε και περί γάμου ακόμη, διότι φέρουμε το βάρος επιδράσεων άλλων εποχών και προκαταλήψεων που δεν εκφράζουν σωστά την Χριστιανική θέση. Νομίζω ότι εδώ τερματίζουμε την πρώτη απορία, μ’ αυτά τα γενικά, διότι δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουμε περισσότερο.

Συνεχίζουμε με την δεύτερη ερώτηση: «Ποιά εξήγηση μπορεί να δοθεί για το φαινόμενο της υστερίας και γενικώς των ψυχονευρωτικών παθήσεων βάσει της Χριστιανικής διδασκαλίας;»

Η υστερία ή το νευρωτικό φαινόμενο είναι πάντοτε αντικείμενο μελέτης από ψυχιάτρους, νευρολόγους, παιδαγωγούς και πάντοτε γίνεται προσπάθεια να δοθεί μια ερμηνεία. Όπως δε παραδέχονται πολλοί αντικειμενικοί ερευνητές της νευρώσεως υπάρχουν τόσες ερμηνείες, όσοι είναι κι εκείνοι που προσπαθούν να την ερμηνεύσουν. Τις περισσότερες φορές η ερμηνεία που δίνεται στην νεύρωση από κάποιο θεωρητικό, έχει σχέση με τις προσωπικές του ιδέες. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στον ίδιο τον Φρόϋντ. Ο Φρόϋντ έκανε μια θεωρία στα μέτρα του. Ήταν κομπλεξικός και το βασικό του πρόβλημα ήταν η ανησυχία του γενετήσιου ενστίκτου. Όπως αποδεικνύεται τελευταία από άρθρα και βιβλία μαθητών του, είναι βέβαιο ότι είχε ερωτικές σχέσεις με την κουνιάδα του και αντιμετώπιζε μεγάλο πρόβλημα ψυχικού άγχους. Ο δε Γιούνγκ αποκαλύφθηκε τελευταία ότι προσφέρθηκε να τον ψυχαναλύσει, αλλά ο Φρόϋντ δεν δέχθηκε να ψυχαναλυθεί. Θέλησε λοιπόν να διατυπώσει μια θεωρία, που όπως φάνηκε εκ των υστέρων, βγήκε απ’ τον ίδιο τον εαυτό του.

Υπάρχουν θάλεγα πολλές ερμηνείες της υστερίας και του νευρωτικού φαινομένου. Προσωπικώς νομίζω ότι το φαινόμενο της υστερίας και γενικότερα το ψυχονευρωτικό φαινόμενο, μπορεί να ερμηνευθεί βάσει της απωθήσεως του αισθήματος της ενοχής. Είναι εντυπωσιακό, το πόσο τον τελευταίο καιρό ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές ασχολούνται με το αίσθημα ενοχής. Κι αυτός ο Φρόϋντ δεν προσπάθησε να το αποφύγει και μίλησε για το αίσθημα ενοχής. Αλλά τελευταία έχουμε εργασίες συγκεντρωτικές που ασχολούνται με το πρόβλημα της ενοχής στη ψυχολογία του βάθους και τη θεολογία. Βλέπουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει το αίσθημα ενοχής στην ζωή του ανθρώπου. Η ψυχανάλυση στην εποχή μας, αλλά και σ’ οποιαδήποτε εποχή, αν είναι τίμια με τον εαυτό της, θα μπορούσε να πει ότι οσάκις έχει, ο ψυχαναλυτής μπροστά του έναν νευρωτικό άνθρωπο, έχει κατά βάσιν έναν ένοχο άνθρωπο. Γι’ αυτό στην υστερία όπου έχουμε να κάνουμε με την νεύρωση της «μετατροπής», όπου δηλαδή ένα ψυχικό άλγος εκφράζεται οργανικά, βλέπουμε ότι το πρόβλημα είναι ηθικό και όχι απλώς ψυχολογικό. Τουλάχιστον οι θετικές υπηρεσίες του Γιούνγκ στο σημείο αυτό είναι αυτές. Απέδειξε ότι ο πυρήνας του συμπλέγματος έχει ηθικό περιεχόμενο. Όλα τα παραδείγματα που δίνει ο Γιούνγκ στα βιβλία του, μας δίνουν να καταλάβουμε ότι σε κάθε νεύρωση υπάρχει ένα ηθικό πρόβλημα και τελικά ότι η νεύρωση είναι, όπως λέει ο Κα¬ρούζο, μια σύγκρουση του ανθρώπου με την αρρωστημένη του συνείδηση. Πέρασε απαρατήρητο το βιβλίο του Καρούζο που μεταφράστηκε από τον Καραντώνη τον τελευταίο καιρό, «Ψυχανάλυση και σύνθεση της υπάρξεως». Ο Καρούζο είναι σύγχρονος ερευνητής, ρωσικής καταγωγής, ορθόδοξος κατά το δόγμα, εργάστηκε σαν υφηγητής στην Βιέννη και συνέχισε, θα λέγαμε, την ψυχολογική παράδοση αυτής της πόλεως, γιατί απ’ αυτήν ξεκίνησε ο Φρόϋντ και ο Γιούνγκ και ο Άντλερ. Και άλλα συγγράμματα άλλων μελετητών και ψυχαναλυτών μάς δίνουν το πρόβλημα του νευρωτικού ανθρώπου σαν πρόβλημα ενοχής. Επομένως είναι εύκολο να δώσουμε μια εξήγηση και από πλευράς Χριστιανικής διδασκαλίας.

Η τρίτη ερώτηση του σημειώματος είναι η εξής: «Πώς εξηγεί ο Φρόϋντ τα φαινόμενα της φιλίας, της αγάπης προς τους γονείς, τους συγγενείς και γενικά προς τον συνάνθρωπο, της φιλοπατρίας, της πίστεως και τόσα άλλα, ανεξάρτητα από το σεξουαλικό ένστικτο, τα οποία πληρούν τον άνθρωπο, τον οδηγούν μέχρι την αυτοθυσία;»

Ίσως το νόημα της ερωτήσεως είναι ότι, εάν υπάρχει μόνον το σεξουαλικό ένστικτο, πώς εξηγούνται οι άλλοι δεσμοί, που είναι μακρυά από το γενετήσιο ένστικτο, η φιλία, η συγγένεια κλπ.;

Για τον Φρόϋντ και η φιλία και η συγγένεια έχει σεξουαλικό νόημα. Η φιλία είναι μορφή ενός ορισμένου ερωτισμού. Η δε συγγένεια είναι φορτισμένη με ορισμένο βαθμό ερωτισμού. Εάν μεν τα μέλη της οικογένειας είναι ετερόφυλα δημιουργείται κατ’ αυτόν αμοιβαία έλξη, εάν δε ομόφυλα αντιθετική σχέση, απωθούνται ερωτικώς, μισούνται, δημιουργούν εχθρικές σχέσεις. Θάθελα να προσθέσω εδώ, όπως ζητά ο ερωτών, πώς ερμηνεύει ο Φρόϋντ την φιλοπατρία, την αυτοθυσία; Ο Φρόϋντ κατάλαβε πολύ ενωρίς ότι μόνον ο έρωτας, η ορμή προς ηδονή, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ψυχολογική ισορροπία που υπάρχει ούτως ή άλλως στη δομή της ανθρώπινής προσωπικότητας. Γι’ αυτό επηρεασμένος από φιλοσοφικά σχήματα και κυρίως από την θεωρία του Εμπεδοκλέους υπεστήριξε ότι όπως η αγάπη αποτελεί στοιχείο συνοχής της ορμής προς ηδονή, συνέχει δηλαδή τις λειτουργίες της προσωπικότητας του ανθρώπου, έτσι υπάρχει μία άλλη δύναμη, που αντιδρά στην αγάπη και δημιουργεί την κίνηση και την αλλαγή των καταστάσεων. Είναι το μίσος. Αγάπη και μίσος, έρωτας και καταστροφή, είναι αντίθετες δυνάμεις που συντελούν στην ψυχική ισορροπία. Η αυτοθυσία εντάσσεται στην έννοια της αυτοκαταστροφής. Είναι μία επιθετική εκδήλωση προς τα έξω ή προς τα μέσα. Αν είναι προς τα μέσα είναι αυτοκαταστροφή. Αν είναι προς τα έξω, είναι επιθετικότητα, και οφείλεται και η μία και η άλλη κατεύθυνση της ορμής στην καταπίεση τής γενετησίου ηδονής. Εάν η καταπίεση είναι ισχυρή και συνδέεται με ναρκισσιστικές τάσεις, έχουμε να κάνουμε με το πρόβλημα αυτό της αυτοκαταστροφής. Εάν όμως η ορμή στρέφεται προς τα έξω ως εκτόνωση, παίρνει ένα χαρακτήρα επιθετικό. Επομένως και ο Φρόϋντ στην περίπτωση αυτή θα μας έλεγε ότι και η φιλοπατρία, η διάθεση να θυσιασθεί κανείς, είναι απλώς μία ευκαιρία να εκτονώσει τις τάσεις αυτοκαταστροφής που κρύβει μέσα του. Η αγάπη και ο θάνατος, είπε ο Φρόϋντ, αποτελούν τους πόλους της ψυχικής ζωής. Μεταξύ αυτών των δύο δράσεων και αντιδράσεων κινείται όλη η ψυχή του ανθρώπου και εκφράζεται πάντοτε με κινητήριο δύναμη την προς ηδονήν ορμή.

Θα τελειώσω μ’ ένα τελευταίο ερώτημα. «Ποιά είναι τα σημεία που μας πληροφορούν ότι υπάρχει βαθμός απωθήσεως του ενστίκτου μέσα μας;»

Θα απαντήσω και πάλι με βάση τα όσα λέει ο Φρόϋντ πάνω στο θέμα αυτό. Ο Φρόϋντ έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής». Σ’ αυτό το βιβλίο εικονογραφεί όλες τις περιπτώσεις εκείνες που μπορούν στη ζωή μας ν’ αποκαλύψουν, κατ’ αυτόν, τις ενεργούμενες απωθήσεις μέσα στο ψυχικό μας κόσμο. Λέγει λοιπόν ότι τα σφάλματα γλώσσης που κάνομε, το λάθος στο διάβασμα, στο γράψιμο (θέλουμε να γράψουμε τη λέξη νερό και βγαίνει κάτι άλλο), η αφηρημάδα μας, η έλλειψη ικανότητος μνήμης, γενικώς τα σφάλματα, μαρτυρούν περί αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή μέσα μας μία ψυχική λειτουργία δεν εκτυλίχθηκε και δεν εκφράσθηκε ομαλά, αλλ’ υποκατεστάθη από κάποια άλλη κίνηση. Επειδή απωθήθηκε κάποια άλλη κίνηση, ήλθε να πάρει την θέση της.

Είναι η θεωρία της υποκαταστάσεως. Γενικά στην θεωρία του, η μη ικανοποίηση του ενστίκτου προκαλεί την νεύρωση. Επομένως το νευρωτικό σύμπτωμα είναι η βίωση αυτής της καταστάσεως που βιώνει ο άνθρωπος αντί της ικανοποιήσεως του ενστίκτου, η νεύρωση είναι δηλ. υποκατάστατο της κανονικής λειτουργίας της γενετησίου ορμής. Ένα λάθος λοιπόν της γλώσσας, ένα λάθος του χεριού στο γράψιμο, ένα παραπάτημα, ένα τρακ κι οτιδήποτε άλλο, δείχνουν ότι υπάρχει κάτι που δεν εξελίχθηκε ομαλά μέσα μας, που είναι καταπιεσμένο και αυτό είναι το υποκατάστατο της οφειλομένης κανονικής πράξεως ή εκδηλώσεως. Αυτή η κατάσταση δεν δείχνει βέβαια ότι είναι κανείς ήδη νευρωτικός. Αποκαλύπτει απλά τις ενεργούμενες απωθήσεις, που στο σύνολό τους είναι δυνατόν τελικά να αποτελέσουν συμπτώματα νευρώσεως. Αυτό θα εξαρτηθεί από το είδος του απωθούμενου ψυχικού γεγονότος ή από την ένταση της βιούμενης ψυχικής συγκρούσεως που απωθείται στο ασυνείδητο.

(«Προβληματισμοί» 3. εκδ. Χ.Φ.Ε., σ. 57-76)

Σχετικά άρθρα Αφιερώματα
Αναίρεση ισχυρισμών για τον «Αφορισμό» της Ελληνικής Επαναστάσεως 4 Μαρτίου 2021 Εφέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, η οποία αποτελεί έναν μοναδικό σταθμό στην μακραίωνη ιστορική πορεία του Έθνους μας και το γενεσιουργό γεγονός της δημιουργίας της νεοελληνικής μας κρατικής υπόστασης. Γι’ αυτό έχει αποφασισθεί από την Ελληνική Πολιτεία, η φετινή χρονιά να είναι αφιερωμένη στο μεγά...
Διονύσιος Σολωμός: Μια Τριλογία Γ. Το τραγικό και χριστιανικό στοιχείο στους ««Ελεύθερους Πολιορκημένους» 3 Μαρτίου 2021 Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο εθνικός μας ποιητής. Οι έννοιες «εθνικός» και «ποιητής» μπορεί να κρύβουν και μία αντίφαση: Αν ο ποιητής είναι ο στοχαστής και ο οραματιστής ενός νέου κόσμου, ανύπαρκτου προς το παρόν και ουτοπικού, αν είναι ο πολίτης μιας πολιτείας που είναι εν αναμονή και διαρκώς επερχόμενη, προκειμένου να αντικαταστήσει μία οικουμένη ...
Ιωάννης Καποδίστριας, η συμβολή του Κυβερνήτη στην Ελληνική Εκπαίδευση 2 Μαρτίου 2021 Σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό Φερνάν Λ’Ουιλιέ, ο Καποδίστριας αγωνιζόταν να δημιουργήσει ένα κόσμο που θα τον αποτελούσαν άνθρωποι τόσο τέλειοι σαν τον ίδιο. Καμμία άλλη κρίση δεν περιγράφει καλύτερα την προσωπικότητά του, όσο αυτή. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Κέρκυρας, σπούδασε στην Ιταλία και κατέλαβε δημόσια αξιώματα κατά τ...
Η οικονομική άνοδος των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας 2 Μαρτίου 2021 Από την εκμηδένιση στις πρώτες βάσεις της οικονομικής ανάπτυξης Μετά την κατάκτηση της Κρήτης 1669 από τους Τούρκους, η κατάσταση των ελληνικών χωρών φαίνεται να επιδεινώνεται, περισσότερο: η Βενετία, ο επί αιώνες πρωταγωνιστής των αγώνων της Χριστιανοσύνης εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποσύρεται κουρασμένη στο Ιόνιο και στην Αδριατική. ...
Νοσοκομεία πριν και κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν 1 Μαρτίου 2021 Προ του απελευθερωτικού αγώνος νοσοκομεία και λοιμοκαθαρτήρια ελειτούργουν κυρίως εις τα Επτάνησα, την Χίον, την Λέσβον και την Κρήτην. Τον 16ον αιώνα ελειτούργει εις την Κεφαλληνίαν Νοσοκομείον, το οποίον παρέμενεν εν λειτουργίαν και την εποχήν, κατά την οποίαν η νήσος περιείλθεν εις τας χείρας των Γάλλων. Εις την Ζάκυνθον από το ήμισυ του ...