Ιστορία των Μεταμοσχεύσεων

25 Φεβρουαρίου 2012

Η ιδέα της μεταμοσχεύσεως, της αντικαταστάσεως δηλαδή παθολογικών ιστών ή οργάνων με άλλα υγιή τα οποία προέρχονται, είτε από τον ίδιο τον οργανισμό (αυτομεταμοσχεύσεις), είτε από κάποιον συγγενή και συμβατό δότη (αλλομεταμοσχεύσεις), είτε από κάποιο άλλο συναφές είδος (ξενομεταμοσχεύσεις), είτε ακόμη και με κάποιο εντελώς μηχανικό όργανο, είναι παλαιά και διήκει, εμφανιζόμενη βέβαια με εναλλασσόμενες κατά περιόδους μορφές. Έτσι, έχουμε μυθολογικές εκφράσεις αυτής της ιδέας, που εμφανίζονται σε ιστορίες και θρύλους του παρελθόντος, άλλοτε παίρνουν τον χαρακτήρα επιστημονικής φαντασίας και πρόσφατα έχουν μεταμορφώσει το όνειρο σε καθιερωμένη πλέον κλινική πράξη. Η όλη εξέλιξη ακολούθησε μια μακροχρόνια πορεία.

Ο μύθος του Δαιδάλου και του Ικάρου αποτελεί κλασικό παράδειγμα από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία σχετικά με την εμφύτευση τεχνητών οργάνων (στην περίπτωση μας κέρινων φτερών) που προσδίδουν ιδιότητες πέραν των φυσιολογικών. Αλλά και η Χίμαιρα που αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, αντιπροσωπεύει την ιδέα της δημιουργίας ενός όντος με υπερφυσικές ιδιότητες το οποίο είχε κεφαλή λέοντος, σώμα αιγός και ουρά φιδιού.

Ανάλογες αναφορές, μάλιστα πιο κοντινές στην ιατρική πραγματικότητα απ’ ό,τι στον μύθο, υπάρχουν σε αρχαία Ινδικά και

Κινέζικα κείμενα. Κλασικό παράδειγμα που εμφανίζεται στην βιβλιογραφία είναι το ινδικό σανσκριτικό κείμενο «Suschrouta Shamita» (700 π.Χ.), που περιγράφει μεταμοσχεύσεις ιστών και δέρματος σχετιζόμενες με την πλαστική χειρουργική της ρινός και των ώτων. Ανάλογα, και σε Κινέζικο κείμενο του 300 π.Χ. αναφέρεται ότι ο χειρουργός Pien Chiao αντάλλαξε τις καρδιές δύο ανθρώπων, τού Lu και του Chiao.

Όσον άφορα στην Χριστιανική παράδοση, παρά το γεγονός ότι η συγκόλληση τού αυτιού του Μάλχου στον κήπο της Γεθσημανή από τον Κύριο, κατά την σύλληψή Του, αναφέρεται συχνά ως περίπτωση μεταμοσχεύσεως, δεν αποτελεί ασφαλώς αντιπροσωπευτικό περιστατικό. Το πρώτο θαύμα που παραπέμπει σε μεταμοσχεύσεις είναι αυτό που αποδίδεται στους αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό με ποικίλες εκδοχές. Σύμφωνα με παλαιά συναξάρια, οι άγιοι μεταμόσχευσαν το πόδι ενός νεκρού μαύρου Μαυριτανού στην θέση του άρρωστου ποδιού ενός λευκού.

Η πρώτη αξιοσημείωτη αναφορά που σχετίζεται με την μεταμοσχευτική πραγματικότητα είναι των μέσων του 17ου αιώνα και αποδίδεται στον περίφημο Ιταλό πλαστικό χειρουργό Casparo Tagliacozzi, ο οποίος κατάφερε να διακριθεί στον τομέα της ρινοπλαστικής με μόσχευμα από τον βραχίονα. Εκατό χρόνια αργότερα, το 1771, ένας Σκωτσέζος χειρουργός, ο John Hunter, ο οποιος επιχείρησε μεταμοσχεύσεις οδόντων και ιστών, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «μόσχευμα».

Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα οι μεταμοσχευτικές προσπάθειες επικεντρώνονται στην Βιέννη και την Βουδαπέστη και είναι κυρίως ανεπιτυχείς και πειραματικού χαρακτήρα. Οι ιστοί που μεταμοσχεύονται είναι τένοντες, δέρμα, νεύρα, κερατοειδείς, επινεφρίδια, θυρεοειδείς, ωοθήκες και τμήματα γαστρεντερικών και ουροποιητικών σωλήνων.

Στην αρχή του εικοστού αιώνα, στην Βιέννη, ο Emerich Ullmann επιχειρεί επιτυχώς την μεταμόσχευση του νεφρού ενός σκύλου από την κανονική του θέση στον λαιμό. Όταν όμως ο ίδιος χειρουργός δοκίμασε να μεταμοσχεύσει νεφρό από ένα σκύλο σε άλλον, το μόσχευμα δεν κατάφερε να επιζήσει. Αντίθετα, ο Εmerich Ullmann μεταμόσχευσε με επιτυχία νεφρό σκύλου στον λαιμό κατσίκας, καθιερώνοντας έτσι το όνομα του ως πατέρα των ξενομεταμοσχεύσεων.

Οι μεταμοσχεύσεις γνώρισαν σημαντική πρόοδο, όταν ο Γάλλος ερευνητής Αlexis Carrel, το 1902 στην Λυών, προσέγγισε το θέμα συστηματικά και έλυσε το πρόβλημα των ανεξέλεγκτων θρομβώσεων και της ανεπαρκούς κυκλοφορίας των μεταμοσχευόμενων οργάνων με την επινόηση της λεγόμενης τελικο-τελικής αναστομώσεως των μικρών αγγείων. Το 1905, συνεργαζόμενος με τον Charles Guthrie, στο Σικάγο των ΗΠΑ, επιχείρησε να επιτελέσει μια αυτομεταμόσχευση νεφρού σκύλου, ο λήπτης όμως πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια.

Ακολούθησε μία περίοδος στασιμότητας, μέχρις ότου το 1923 ο Carlos Williamson υποστήριξε ότι η όλη επιτυχία των μεταμοσχεύσεων δεν στηρίζεται μόνον στην χειρουργική τεχνική αλλά και στους ανοσοβιολογικούς παράγοντες που προσδιορίζουν την αποδοχή ή απόρριψη του οργάνου από τον λήπτη. Τριάντα χρόνια αργότερα, η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε και επεξεργάσθηκε από τους Εmile Holman, τον Μac Farlane Burnet και τον Ρeter Medawar, χωρίς όμως παράλληλα να καταστεί δυνατόν να αντιμετωπισθεί επιτυχώς το πρόβλημα της απόρριψης των μοσχευμάτων από τον οργανισμό του λήπτη.

Από καθαρά μεταμοσχευτικής πλευράς, αυτό που θα μπορούσε κανείς να πει είναι ότι η πρώτη προσπάθεια ανθρώπινης μεταμόσχευσης έγινε το 1908 από τον Jaboulay, δάσκαλο τού ΑΙexis Carrel, χωρίς όμως επιτυχία. Στην συνέχεια, το 1933, o Ρώσος χειρουργός Yuri Voronoy προσπάθησε, χωρίς όμως ιδιαίτερη και αυτός επιτυχία, να μεταμοσχεύσει ένα πτωματικό νεφρό σε ασθενή, o οποίος είχε υποστεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια λόγω δηλητηριάσεως από ψευδάργυρο.

H πιο σημαντική χρονολογία στην ιστορία των μεταμοσχεύσεων όμως είναι το έτος 1954, όταν o J. Murray, o οποίος βραβεύθηκε το 1990 με το βραβείο Νοbel, έκανε την πρώτη επιτυχή νεφρική μεταμόσχευση, στο Peter Bent Bringham Hospital της Βοστώνης, μεταξύ όμως μονοωογενών διδύμων, παρακάμπτοντας έτσι και το πρόβλημα της απορρίψεως. Η δεύτερη σημαδιακή ημερομηνία είναι το 1967, όταν ο Christian Barnard πραγματοποίησε στο Care Town, τhν πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς σε ασθενή ηλικίας 57 ετών, o όποιος έπασχε από ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και έζησε 18 ημέρες. Το ίδιο έτος ο Th. Starzl έκανε την πρώτη επιτυχή μεταμόσχευση ήπατος, στο Denver Colorando, σε νεαρό ασθενή που έπασχε από ηπάτωμα και έζησε 13 μήνες. Λίγο πριν, το 1966, οι Κelly και Lillehei κατάφεραν να μεταμοσχεύσουν πάγκρεας. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα ό ReitΖ έκανε την πρώτη επιτυχή μεταμόσχευση καρδιάς και πνευμόνων ταυτόχρονα.

Στην Ελλάδα, η πρώτη επιτυχής πτωματική μεταμόσχευση νεφρού έγινε το 1968, από τον καθηγητή Κ. Τούντα στην Θεσσαλονίκη, ενώ από ζώντα δότη το 1970, από τον καθηγητή Λαζαρίδη, επίσης στην Θεσσαλονίκη. Τον τομέα, των καρδιακών μεταμοσχεύσεων άνοιξαν το 1990 οι Γ. Τόλης στο Θεραπευτήριο ΥΓΕΙΑ των Αθηνών και ο Χ. Λόλας στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ. Και στις δύο περιπτώσεις οι ασθενείς δεν έζησαν πολύ, άλλα υπέκυψαν στις συνέπειες των μετεγχειρητικών επιπλοκών. Το ίδιο έτος έγινε και η πρώτη μεταμόσχευση ήπατος στην Ελλάδα από τον καθηγητή Παπαδημητρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο.

Το πρόβλημα της απόρριψης των οργάνων ξεπεράσθηκε με δύο σημαντικές ανακαλύψεις στον τομέα της ανοσοκαταστολής- το 1960, οπότε εισήχθη στην κλινική θεραπευτική η αζαθειοπρίνη, και κυρίως το 1980 με την χρήση της κυκλοσπορίνης-Α. Η κυκλοσπορίνη είναι που αφ’ ενός μεν ανέβασε κατακόρυφα τα ποσοστά επιτυχίας των μεταμοσχεύσεων νεφρού, αφ’ ετέρου δε άνοιξε τον δρόμο και στις μεταμοσχεύσεις άλλων συμπαγών οργάνων, όπως ήπατος, καρδιάς, παγκρέατος, πνευμόνων, έντερου κ.ά.

Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ την δεκαετία 1970-1980 έγιναν ελάχιστες μεταμοσχεύσεις, από το 1981 και μετά έχουμε μία κατακόρυφη αύξηση και του αριθμού και της επιτυχίας των μεταμοσχεύσεων, με παράλληλη μείωση των λοιμώξεων, χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή της χειρουργικής τεχνικής, Έτσι, στις Η.Π.Α, μόνον, από το 1983 μέχρι το 1988, οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς οκταπλασιάσθηκαν.

Η ανάγκη των μεταμοσχεύσεων συγχρονίζεται με μία ραγδαία αύξηση της χρήσης των αυτοκινήτων και δυστυχώς των τροχαίων ατυχημάτων, συνέπεια της οποίας είναι η αύξηση του αριθμού των ατόμων που μεταφέρονται στις μονάδες εντατικής θεραπείας με αθεράπευτες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Η παράλληλη πρόοδος της τεχνολογίας οδήγησε στο καθαρά ιατρογενές φαινόμενο του εγκεφαλικού θανάτου, το οποίο αποτελεί επινόημα αλλά και παράλληλο ευεργέτημα της επιστήμης. Επι¬νόημα μεν, διότι ως τώρα ο θάνατος προσδιοριζόταν από την παύση της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας, ευεργέτημα δε κατά το ότι διασπάται πλέον το σχεδόν ταυτόχρονο της διακοπής της εγκεφαλικής και καρδιακής λειτουργίας με αποτέλεσμα την δυνατότητα τα όργανα κάποιου νεκρού να μεταμοσχευθούν και να δώσουν ζωή σε κάποιον ετοιμοθάνατο.

Ο εγκεφαλικός θάνατος άνοιξε το πεδίο των λεγομένων πτωματικών μεταμοσχεύσεων, δηλαδή των μεταμοσχεύσεων εκείνων που αξιοποιούν τα όργανα νεκρών ήδη ατόμων

Τα άτομα αυτά συντηρούνται μερικώς στην ζωή με μηχανική υποστήριξη. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ έχει νεκρωθεί ο εγκέφαλος και έχει καταπαύσει η εγκεφαλική λειτουργία, μπορούμε να συντηρήσουμε για λίγο διάστημα τις υπόλοιπες λειτουργίες του σώματος (καρδιακή, αναπνευστική, ηπατική, νεφρική κ.λπ.) με μηχανικά μέσα. Με τον τρόπο αυτόν, καθίσταται δυνατή η μεταμόσχευση οργάνων νεκρών ατόμων σε άτομα που εμφανίζουν πλήρη ανεπάρκεια κάποιας ζωτικής τους λειτουργίας (καρδιακής, ηπατικής, πνευμονικής, νεφρικής κ.ο.κ.),

Για να γίνουν όμως όλα αυτά, χρειάσθηκε να επαναπροσδιορισθεί ιατρικά το γεγονός του βιολογικού θανάτου του ανθρώπου και να επινοηθούν συγκεκριμένες εξετάσεις διαγνώσεως του εγκεφαλικού θανάτου, τέτοιες που να μην επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση. Αυτό συνέβη το 1968 με την καθιέρωση των κριτηρίων και της διαδικασίας διαγνώσεως του εγκεφαλικού θανάτου από μία αρμόδια γι’ αυτό επιτροπή του πανεπιστημίου Ηarvard (Ad Hoc Commitee of the Harvard Medical School).

Τα κριτήρια αυτά με την πρόοδο και εξέλιξη της τεχνολογίας τροποποιούνται και προσαρμόζονται ελαφρώς. Έτσι, έχουμε τα κριτήρια του Stanford και αυτά της Μinnesota (1971).

Από το 1968 που προσδιορίσθηκαν τα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου και μετά, οι μεταμοσχεύσεις καθιερώθηκαν ως θεραπευτική χειρουργική τεχνική και ήδη ο συνολικός αριθμός τους έχει ξεπεράσει τις 600.000 διεθνώς.

(Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, «Αλλήλων μέλη» – Οι μεταμοσχεύσεις στο φως της Ορθόδοξης Θεολογίας και ζωής. Κέντρο Βιοιατρικής Ηθικής και δεοντολογίας, Αθήνα 2005, σ. 17-22)