«Δωρική, απόλυτη γι’ αυτό που πιστεύει και κάνει και ζεστή σαν παρουσία η Δόμνα Σαμίου εκπροσωπεί ένα κομμάτι νεοελληνικού πολιτισμού. Κι όσοι την ζούμε από κοντά χρόνια τώρα, ξέρουμε πόση ειλικρίνεια κι αγάπη κρύβονται μέσα στις προσπάθειές της για το δημοτικό τραγούδι, για τη διάσωση και διάδοσή του». Αυτά είχε πει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Παπαστεφάνου για τη Δόμνα Σαμίου, σε μία εκπομπή αφιερωμένη στην ίδια, στην εκπομπή «Μουσική Βραδιά», που προβλήθηκε από την ΕΡΤ, το 1997.
Η μεγάλη κυρία της παραδοσιακής μουσικής έφυγε το Σάββατο σε ηλικία 84 ετών. Τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Αμαλία Φλεμινγκ με λευχαιμία. Η είδηση της απώλειας της Δόμνας Σαμίου, η οποία αγωνίστηκε για να διασώσει και να διαδώσει την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά και κυρίως το δημοτικό τραγούδι, προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση. Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί στις 3 μετά το μεσημέρι από το νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.
Σύσσωμη η πολιτική ηγεσία της χώρας εξέφρασε τη θλίψη της για την απώλεια της Δόμνας Σαμίου.
«Μεγάλη απώλεια για τον ελληνικό πολιτισμό αποτελεί ο θάνατος της Δόμνας Σαμίου» υποστήριξε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, με δήλωσή του με την οποία εξέφρασε τα θερμά του συλλυπητήρια. «Η Δόμνα Σαμίου προστάτεψε και διέδωσε τον πλούτο της παραδοσιακής μουσικής και του δημοτικού μας τραγουδιού. Μέσα από τη φωνή της και την πολύτιμη τέχνη της, που αγαπήθηκε από νέους και μεγάλους, γνωρίσαμε τις ρίζες της παράδοσής μας. Ο θάνατός της είναι μια μεγάλη απώλεια για τον ελληνικό πολιτισμό. Θα τη θυμόμαστε με σεβασμό για την σπουδαία της προσφορά τη σημασία της οποίας οφείλουμε να διατηρήσουμε επίκαιρη και ζωντανή», τόνισε ο κ. Παπούλιας.
Ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος εξέφρασε τη βαθύτατη θλίψη του για το θάνατο της Δόμνας Σαμίου σημειώνοντας ότι «έφερε στο φως κρυμμένους λαϊκούς θησαυρούς και τους γνώρισε στις νεότερες γενιές, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτιστικής μας ταυτότητας».
Η Δόμνα Σαμίου (όπως αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα της) γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας. Οι γονείς της ήταν μικρασιάτες πρόσφυγες από το Μπαϊντίρι, χωριό της περιοχής της Σμύρνης. H μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα το 1922, ο πατέρας της, αιχμάλωτος στρατιώτης, λίγο αργότερα, με την Ανταλλαγή. Έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στις απάνθρωπες αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες και αλληλέγγυες συνθήκες της προσφυγιάς, κι εκεί απέκτησε τα λαϊκά ερείσματα της προσωπικότητάς της και την ατόφια συμμετοχικότητά της. Στο περιβάλλον αυτό είχε τα πρώτα μουσικά της ακούσματα απ’ τα οποία και πήγασε η αγάπη της για την παραδοσιακή μουσική.
Σε ηλικία 13 ετών η Δόμνα Σαμίου έχει την πρώτη διδακτική επαφή με τη βυζαντινή και τη δημοτική μουσική αλλά και με τη λογική της επιτόπιας έρευνας, μαθητεύοντας κοντά στον Σίμωνα Καρά, στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», ενώ παράλληλα φοιτά στο νυχτερινό Γυμνάσιο.
Ως μέλος της χορωδίας του Σίμωνα Καρά αρχίζει η σχέση της και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας/Ε.Ι.Ρ όπου αργότερα, το 1954, προσλαμβάνεται στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής. Από τη θέση αυτή γνωρίζει τους σημαντικότερους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη της εσωτερικής μετανάστευσης συρρέουν στην Αθήνα απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας, και τους οποίους το ΤΕΜ ηχογραφεί για τις εκπομπές του. Έτσι η Δόμνα εξοικειώνεται με όλα τα τοπικά μουσικά ιδιώματα. Παράλληλα κάνει μουσική επιμέλεια σε εκδόσεις δίσκων, θεατρικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες. Το 1963 αρχίζει τα ταξίδια της στην επαρχία για επιτόπιες καταγραφές και συγκέντρωση μουσικού υλικού για το προσωπικό της αρχείο με δικά της μηχανήματα.
Το 1971 παραιτείται από την Ραδιοφωνία. Την ίδια χρονιά-σταθμό αποδέχεται την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου και πρωτοεμφανίζεται στο Ροντέο, δίνοντας μια μεγάλη έκτοτε στροφή στη σχέση των νέων με την παραδοσιακή μουσική. Τις σημαντικές αυτές εμφανίσεις ακολουθεί η συμμετοχή στο Φεστιβάλ Μπαχ στο Λονδίνο, οργανωμένο από τη Λίλα Λαλάντη. Η λαμπρή καλλιτεχνική καριέρα της Δόμνας Σαμίου έχει ξεκινήσει θριαμβευτικά. «Πέρασε η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι», όπως δηλώνει σε συνέντευξή της η ίδια.
Το 1974 αρχίζει η συνεργασία με την Columbia και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις LP. Το 1976-77 με σκηνοθέτες τον Φώτο Λαμπρινό και τον Ανδρέα Θωμόπουλο γυρίζουν στην ελληνική επαρχία είκοσι επεισόδια για την εκπομπή της ΕΡΤ «Μουσικό οδοιπορικό».
Το 1981 ιδρύεται ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου, με σκοπό την διάσωση και προβολή της παραδοσιακής μουσικής και κυρίως την έκδοση δίσκων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων με αυστηρές επιστημονικές και ποιοτικές προδιαγραφές, μακρυά από τις απαιτήσεις των εμπορικών εταιριών.
Το έργο της ξεπερνά πια τα ελληνικά σύνορα. Εκδίδονται δίσκοι της στη Γαλλία και τη Σουηδία. Επί σαράντα περίπου χρόνια πραγματοποιεί σειρά συναυλιών από την Αυστραλία μέχρι τη Νότια Αμερική που όχι μόνο συγκινούν τους Έλληνες της Διασποράς αλλά και αποκαλύπτουν στους ξένους μια ποιοτική «ελληνική μουσική δίχως μπουζούκι», όπως γράφτηκε σε κάποια κριτική συναυλίας της στη Σουηδία.
Στο εσωτερικό της Ελλάδας οι εμφανίσεις της σε συναυλίες κάθε είδους και με κάθε αφορμή είναι αναρίθμητες καθώς και οι τιμητικές προσκλήσεις και τα αφιερώματα, όπως π.χ. η επετειακή παράσταση για τα 70 της χρόνια: «Η Δόμνα Σαμίου στο Μέγαρο Μουσικής: η γνωστή και άγνωστη Δόμνα», τον Οκτώβριο του 1998.
Για τις ποικίλες δραστηριότητες της συνεργάζεται με τους πιο καταξιωμένους Έλληνες και ξένους μουσικούς, μουσικολόγους, λαογράφους, εθνομουσικολόγους αλλά και διδάσκει, μυεί και αναδεικνύει πρωτόβγαλτους νέους καλλιτέχνες. Aπό το 1994 δίνει μαθήματα δημοτικού τραγουδιού για ενήλικες στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων της Αθήνας. Πάμπολλες είναι επίσης οι πρωτοβουλίες της και έμπρακτη και ανιδιοτελής η προσφορά της σχετικά με την βελτίωση της μουσικής εκπαίδευσης των παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αίτημα παιδαγωγικά πρωταρχικό και επιτακτικό κατά την ίδια.
Καταξιωμένη και αγαπητή για την προσφορά και την προσήνια της είδε το έργο της να αναγνωρίζεται πολλαπλά και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, με αποκορύφωση την απονομή μεταλλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλο το 2005.
Η Δόμνα Σαμίου έχει πει για το δημοτικό τραγούδι και για τα μαθήματα που μας δίνει:
«Μέχρι τώρα έχω δουλέψει πάρα πολύ πάνω στο δημοτικό τραγούδι, θα έλεγα ότι ίσως είναι έργο ζωής γιατί είμαι πια πενήντα εφτά χρονών. Παρόλα αυτά, όσο αντέχω και όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, θέλω ακόμα να δουλέψω πάνω στο δημοτικό τραγούδι, όταν έχω χρόνο να κάνω πάλι συλλογή, να πάω να μαζέψω υλικό και ο σκοπός μου είναι να βγάλω δίσκους γιατί οι δίσκοι μένουν. Μια μέρα θα φύγω εγώ, θα φύγουν οι συνεργάτες μου αλλά οι δίσκοι μένουν. Και αν μου δοθεί ευκαιρία να κάνω ακόμα μερικές εκπομπές στην τηλεόραση, που κι αυτές οι εκπομπές μένουν, και κάποια μέρα οι νέοι θα βλέπουν και θα ακούν και θα λένε, «να, έτσι ήταν κάποτε». Οι νέοι πρέπει να γνωρίσουνε, να αγαπήσουνε, να τραγουδήσουνε ακόμα το δημοτικό τραγούδι στη μορφή που έφτασε σε μας από την παράδοση και τότε νομίζω ότι θα μπορέσουνε να καταλάβουνε τον πολιτισμό, την πνευματική αξία και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων που το δημιούργησαν. Εγώ νομίζω ότι το πιο σπουδαίο πράγμα στο δημοτικό τραγούδι είναι αυτό το μάθημα ήθους που μας δίνει. Δηλαδή το δημοτικό τραγούδι μας μαθαίνει ότι τα τραγούδια γράφονται για να εκφραζόμαστε κι όχι για να κάνουμε επιτυχία, όχι δηλαδή να κάνουμε σουξέ».
Η Δόμνα Σαμίου είχε πει για το μεγάλο δάσκαλο τηςΠαραδοσιακής Μουσικής Σίμωνα Καρά τα εξής:
«Κοντά στον Καρά δεν έμαθα μόνον βυζαντινή μουσική και νότες. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Από δημοτικό τραγούδι, παρόλο που τραγουδούσα σαν παιδάκι, δεν ήξερα τι είναι. Ο Καράς με μύησε στο τι είναι το δημοτικό τραγούδι, τα είδη του δημοτικού τραγουδιού. Αυτά που λέω τώρα γίνονται την Κατοχή, Γερμανοί βεβαίως στην Ελλάδα, ο ραδιοφωνικός σταθμός, κάτω στο Ζάππειο, ήταν στα χέρια τους. Παρόλα αυτά ο Καράς έκανε με τη χορωδία εκπομπές δημοτικού τραγουδιού στο ραδιόφωνο. Μπαίναμε στο στούντιο, μόλις άναβε το κόκκινο φωτάκι η εκπομπή έβγαινε στον αέρα. Λάθος κάναμε, λάθος δεν κάναμε, ήμαστε έτοιμοι να περάσει στον αέρα.
Παράλληλα όμως, εκτός από τη χορωδία που διατηρούσε κι έκανε αυτές τις εκπομπές, «Ελληνικοί αντίλαλοι» λεγόταν, σε ορισμένα απ’ τα παιδιά, όπως κι εγώ μαζί, μας έκανε χωριστά μουσική, βυζαντινή. Εκεί λοιπόν μας έδινε τα μαθήματα σε διάφορους ήχους και μετά από κάθε μάθημα εκκλησιαστικό, κάθε ύμνο στον τάδε ήχο, απαραίτητα μας έβαζε και δυο τρία τραγούδια του ίδιου ήχου που μας δίδασκε.
Ο Καράς όταν ήταν η ώρα του μαθήματος ήταν τρομερά αυστηρός, τρομερά αυστηρός. Αλλά τις άλλες ώρες ήτανε μάλαμα, ήτανε πολύ τρυφερός, πολύ μαλακός, πολύ αστείος, έλεγε αστεία, γλεντζές… Αφού ήτανε Κατοχή, πείνα, και για να μας κρατήσει κοντά του εμάς τα παιδιά, που διψούσαμε κι εμείς και θέλαμε να γλεντήσουμε, τις Αποκριές οργάνωνε μέσα στο σύλλογο, είχε μια μεγάλη αίθουσα, και οργάνωνε γλέντια. Και τι… ο καθένας πήγαινε ό,τι είχε, άλλος λίγα φασόλια, άλλος λίγες ελιές, άλλος λίγο ψωμάκι αν βρισκότανε, άλλος λίγο κρασάκι. Και όμως με αυτήν τη μιζέρια, θα έλεγε κανείς, εκεί μέσα υπήρχε η ελληνική ψυχή, τραγουδούσαμε, χορεύαμε, λέγαμε τ’ αστεία μας.
Έρευνα έκανε ο δάσκαλός μου, χωρίς μαγνητόφωνο, το καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε ότι η Ραδιοφωνία στην Ελλάδα ιδρύθηκε το 1936 και από τα πρώτα στελέχη ήτανε και ο Σίμων Καράς, ο οποίος οργάνωσε το Τμήμα Δημοτικής Μουσικής, άρα ήταν υπάλληλος. Έτσι, όταν τουλάχιστον τον γνώρισα εγώ, τα καλοκαίρια που έπαιρνε την άδειά του, πήγαινε και όργωνε την Ελλάδα. Και θυμάμαι, όταν επέστρεφε απ’ το κάθε ταξίδι, έφερνε τα τραγούδια γραμμένα με το χέρι με βυζαντινή παρασημαντική και οι τσέπες του ήταν γεμάτες απολειφάδια, που λέμε, από τα μολύβια αυτά τα faber, τα ξύλινα. Και άδειαζε από τις τσέπες του κάθε φορά χούφτες τα μολυβάκια τα μικρά που μένανε.
Τώρα καταλαβαίνω πόσο δύσκολο ήταν το έργο που έκανε ο δάσκαλός μου. Διότι βεβαίως πήγαινε, όπως κι εγώ αργότερα, σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας για να βρίσκεται πολύ κοντά στην αυθεντικότητα των τραγουδιών. Γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι, οι μεγάλης ηλικίας δεν δέχονται να τους παραλλάξεις και να τους χαλάσεις τίποτα από τις συνήθειές τους, ούτε βεβαίως από το τραγούδι κι από το χορό. Διότι σου λέει, «εμείς έτσι το ξέρουμε, έτσι το μάθαμε»… Και πάρα πολύ καλά έκανε. Αλλά ένα τραγούδι για να το γράψεις με νότες την ώρα που τραγουδάει ο άλλος είναι πάρα πολύ δύσκολο πράγμα. Έπρεπε φράση φράση. Λοιπόν έλεγε μια φράση ο τραγουδιστής, η γυναίκα ή ο άντρας, έπρεπε να το επαναλάβουνε για να γράψει. Αλλά στο δημοτικό τραγούδι δεν είναι εύκολο να πεις ακριβώς τις νότες. Ο τρόπος που τραγουδάνε όσοι δεν μπορούν να τραγουδήσουν σωστά δημοτικό τραγούδι, είναι να το απογυμνώνουν από τα τσαλίμια και το τραγουδάνε πολύ ξερά. Αυτό είναι πολύ απλό, γράφεις πολύ εύκολα τις νότες. Αλλά το να τραγουδήσει ο απλός ο άνθρωπος του λαού εκεί με τα τσαλίμια του, είναι πολύ δύσκολο να το γράψεις. Μάζευε λοιπόν αυτά τα τραγούδια, τα έφερνε στο Σύλλογο, μας τα δίδασκε και τότε κάναμε τις εκπομπές στο ραδιόφωνο».

