Κωνσταντῖνος Καρυωτάκης – Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ

Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,

τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,

καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,

ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.




Έργο του Θεόφιλου. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος υπερασπίζεται την Πόλη

Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,

θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.

Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.

Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,

ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,

κι ἐσφάλισε – ὀϊμένανε! – γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,

ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο,

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.

Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα

θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,

ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!