Ο συμβολισμός της Αποκαλύψεως [Α΄]

11 Μαρτίου 2013

Σ’ όλα τα βιβλία της αγίας Γραφής, κατά κύριο δε λόγο στα προφητικά, απαντούν συμβολικές εκφράσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν επίσης και τα αποκαλυπτικά κείμενα. Η αφθονία συμβολικών εκφράσεων στα προφητικά βιβλία οφείλεται στο γεγονός ότι οι προφήτες συχνά λαμβάνουν από τον Θεό προφητείες με τη μορφή συμβολικών παραστάσεων (βλ. Ζαχ. 1,7-6,15· Δαν. 7-8) και μερικές φορές καταφεύγουν οι ίδιοι στη χρήση συμβόλων, διότι δεν μπορούν να εκφράσουν τα οράματά τους με τη γλώσσα της εποχής τους. Ευλόγα, λοιπόν, στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, ένα σαφώς προφητικό βιβλίο, κυριαρχεί η συμβολική χρήση εκφράσεων, προσώπων, χρωμάτων, αριθμών και παραστάσεων. Είναι, μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ήδη στον πρώτο στίχο του βιβλίου ο ιερός συγγραφέας δηλώνει σχετικά με το περιεχόμενό του ότι ο Θεός «εσήμανεν αποστείλας διά του αγγέλου αυτού τω δούλω αυτού» (Απ. 1,1). Αποκάλυψε ο Θεός στον Ιωάννη «α εισι και α μέλλει γίνεσθαι μετά ταύτα» (Απ. 1,19) με οράσεις οι οποίες περιείχαν σήμανση, δηλαδή συμβολικές εικόνες.

Ο Ιωάννης, μάλιστα, καθώς και οι πρώτοι παραλήπτες της Αποκαλύψεως, «αι επτά εκκλησίαι αι εν τη Ασία» (Απ. 1,4), ήσαν εξοικειωμένοι με τη χρήση συμβόλων· το ασιατικό πνεύμα συνήθιζε να εκφράζει τις ιδέες του, θρησκευτικές και πολιτικές, με σύμβολα και τύπους. Αυτό μαρτυρούν οι κιστοφόροι (νομίσματα) και άλλα ευρήματα της περιοχής, που φέρουν συμβολικές παραστάσεις. Την ασιατική αυτή συνήθεια, που είχε επιδράσει βαθιά και στους ασιάτες χριστιανούς, χρησιμοποιεί ο Θεός για να δείξει «τοις δούλοις αυτού α δει γενέσθαι εν τάχει»(Απ. 1,1). Στην πραγματικότητα, η πρωτοβουλία στην χρήση συμβόλων ανήκει στον Θεό, ο οποίος κατά την εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο διατύπωσε το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο με συμβολικές εκφράσεις· «αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γεν. 3,15).

arni- apokalipsis

Με το συμβολισμό της Αποκαλύψεως οι εκκλησίες της Ασίας εφοδιάζονται με ένα αντίβαρο ενάντια στην άφθονη χρήση συμβόλων από τους ειδωλολάτρες. Και δεν πρόκειται απλώς για αντίβαρο. Σύμβολα συνηθισμένα στον ειδωλολατρικό κόσμο αποκτούν στην Αποκάλυψη αντίκρυσμα με υψηλό, θεϊκό ή έστω βαρυσήμαντο νόημα. Κάτι ανάλογο θα συμβεί αργότερα, όταν ο άγιος Ιωάννης θα γράψει στο Ευαγγέλιό του· «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Ακούγοντας να γίνεται πολύς λόγος στη Μ. Ασία περί του Λόγου ως ανωτάτου πάντων, ο ιερός ευαγγελιστής λέγει· «Να, ο Λόγος είναι ο Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, ο ιδικός μας Κύριος».

Ο συμβολισμός επιτελεί στην Αποκάλυψη τριπλή λειτουργία: 1. Καλύπτει εν μέρει τον προφητικό λόγο από τα μάτια των Ρωμαίων, των ειδωλολατρών κατακτητών, και προστατεύει τον Ιωάννη και τους πιστούς από την οργή τους. Βεβαίως οι παραλήπτες της Αποκαλύψεως αντιλαμβάνονταν πολύ καλά τις συμβολικές αναφορές του Ιωάννου στην αντίχριστη Ρώμη, καθόσον είχε προηγηθεί σχετική προφορική διδασκαλία από τους αποστόλους που έδρασαν στη Μ. Ασία. 2.Λει¬τουργεί παρόμοια με τις παραβολές που χρησιμοποιούσαν οι προφήτες και ο Κύριος· αφήνει αδιάφορους τους χλιαρούς ή ψυχρούς στην πίστη και αφυπνίζει το εκλεκτό κατάλοιπο του λαού του Θεού, ώστε να εντείνει το ενδιαφέρον του για την κατανόηση του θείου λόγου και την υπακοή σ’ αυτόν. 3. Αναδεικνύει την διαχρονικότητα του συμβολιζομένου, καθ’ όσον δεν το περιορίζει σε μία και μόνη περίπτωση μιας συγκεκριμένης εποχής. Έτσι, υπό τον όρο «Βαβυλών» (Απ. 14,8· 16,19- 17,5· 18,2.10.21), π.χ., εννοείται όχι μόνον η αντίχριστη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά και κάθε κοσμική εξουσία που στρέφεται κατά της Εκκλησίας, κάθε πνευματική ή πολιτική δύναμη που γίνεται όργανο του σατανά, για να βλάψει την πίστη των χριστιανών και να εμποδίσει το έργο της Εκκλησίας.

Τα ποικίλα γεγονότα τα οποία πρόκειται να εξαγγείλει ο Ιωάννης και τα πνευματικά νοήματα που οφείλει να μεταφέρει στους πιστούς, ασφαλώς του τα αποκαλύπτει ο Θεός κάτω από εικόνες και παραστάσεις που ανήκουν στον κύκλο των γνώσεων και εμπειριών του ευαγγελιστού. Και ο Ιωάννης περιγράφει ό,τι ακριβώς βλέπει. Οι παραστάσεις της Αποκαλύψεως θυμίζουν εικόνες απ’ όλους τους τομείς της φύσεως και της ζωής. Ζωικό και φυτικό βασίλειο, γεωργική και εμπορική ζωή, θάλασσα, ουρανός, φυσικά φαινόμενα, πολύτιμοι λίθοι, αλλά και η ανθρώπινη ζωή, με τη μητέρα και το παιδί, την παρθένο νύμφη, την πόρνη, τον πόλεμο, την ειρήνη, τα μεταφορικά μέσα, προσφέρουν μία αφθονία εικόνων με τις οποίες εκφράζονται οι αλήθειες του θεοπνεύστου αυτού βιβλίου.

Οπωσδήποτε, παρόμοιες εικόνες συναντιόνται επίσης σε διάφορα κείμενα της ιουδαϊκής και θύραθεν γραμματείας. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας παραπλανήσει και να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Ιωάννης χρησιμοποίησε διάφορες πηγές για την καταγραφή των οράσεών του. Μοναδική του πηγή είναι ο Θεός, ο οποίος του έδειξε τις οπτασίες. Βεβαίως, όπως προανέφερα, ο Θεός πρόσφερε στον Ιωάννη τις αποκαλύψεις με συμβολικές εικόνες, τις οποίες ως επί το πλείστον γνώριζε ο προφήτης όχι μόνο από την φυσική ζωή, αλλά και από την αγία Γραφή. Μπορούμε, λοιπόν, να διακρίνουμε τη συγγένεια των συμβολικών παραστάσεων της Αποκαλύψεως προς παραστάσεις γνωστές:

1.Προτίστως και κυρίως από την Παλαιά Διαθήκη. Ονόματα προσώπων (Βαλαάμ, Ιεζάβελ) ή πόλεων (Ιερουσαλήμ, Βαβυλών, Σόδομα), τοπωνύμια (όρος Σιών, Αρμαγεδών), αλλά επίσης τόποι και αντικείμενα της λατρείας του Ισραήλ (η Σκηνή του Μαρτυρίου και ο Ναός με το θυσιαστήριο, το θυμιατό και την Κιβωτό της Διαθήκης) εμφανίζονται στην Αποκάλυψη ως σύμβολα γεγονότων και καταστάσεων της Εκκλησίας, στρατευόμενης και θριαμβεύουσας, και του κόσμου.

2.Από την Καινή Διαθήκη. Βεβαίως η Αποκάλυψη είναι το μόνο προφητικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Εν τούτοις, προφητικά στοιχεία υπάρχουν και στα άλλα καινοδιαθηκικά βιβλία. Στην πραγματικότητα, σ’ όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, Ευαγγέλια, Πράξεις Αποστόλων, Επιστολές, Αποκάλυψη, υπάρχουν και ιστορικά και διδακτικά και προφητικά στοιχεία. Οι συμβολικές περιγραφές της Αποκαλύψεως εμφανίζουν συγγένεια με το Β΄ Θεσ. 2,1-12, όπου ο απόστολος Παύλος μιλά για τον αντίχριστο, και κυρίως με την λεγομένη «μικρή Αποκάλυψη» (Μθ. 24· Μρ. 13· Λκ. 21), όπου ο ίδιος ο Κύριος προφητεύει τα μελλοντικά γεγονότα. Αυτά τα ίδια γεγονότα, που άκουσε ο ευαγγελιστής Ιωάννης από το στόμα του Κυρίου επί της γης, αυτά περιγράφει παραστατικά στην μεγάλη Αποκάλυψή του, όπως του τα έδειξε «εν πνεύματι» (Απ. 1,10) ο αναστημένος και δοξασμένος Ιησούς. Και επειδή η Αποκάλυψη είναι το πρώτο έργο του, δεν αναφέρει στο Ευαγγέλιό του την «μικρή Αποκάλυψη», την οποία άλλωστε καταγράφουν οι τρεις προγενέστεροί του ευαγγελισταί.

Αυθαίρετους και αβάσιμους θεωρώ τους ισχυρισμούς ότι κάποιες εικόνες αντλεί η Αποκάλυψη από τη θεματική της αποκαλυπτικής. Το γεγονός ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία κοινά στην Αποκάλυψη και στις ιουδαϊκές ή χριστιανικές αποκαλύψεις δεν αποτελεί απόδειξη ότι η πρώτη τα δανείστηκε από τις άλλες. Όπως ήδη ανέφερα, αρκετά σύμβολα αποτελούν κοινό τόπο στις ασιατικές παραδόσεις και εμφανίζονται και στην Αποκάλυψη. Άλλωστε οι διάφορες αποκαλύψεις είναι ως επί το πλείστον μεταγενέστερες της Αποκαλύψεως. Επίσης αστήρικτες είναι οι απόψεις ότι η Αποκάλυψη περιέχει επιδράσεις από ειδωλολατρικές θρησκείες, μάλιστα δε και ίχνη συγκρητισμού. Οπωσδήποτε από αυτές τις εικασίες απουσιάζει η κατανόηση του πνεύματος του ιερού βιβλίου, του χριστιανικού χαρακτήρος του, που δεν συμβιβάζεται με οτιδήποτε ειδωλολατρικό. Αρκεί μία ανάγνωση της Αποκαλύψεως για να αντιληφθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης την αποστροφή του Κυρίου προς την ειδωλολατρία και, την τελεσίδικη καταδίκη των ειδωλολατρών (βλ. Απ. 21,8- 22,15). Ο Ιωάννης, ο οποίος είδε, άκουσε και κατέγραψε όλα αυτά και με την αγωνία του πνευματικού ποιμένος παραγγέλλει στους πιστούς «Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων» (Α’ Ιω. 5,21), πώς θα κατέφευγε σε ειδωλολατρικά δάνεια;

Είναι αξιοσημείωτο ότι και εκείνοι που ισχυρίζονται ότι ο Ιωάννης επηρεάζεται από ξένες πηγές παραδέχονται ότι ο συγγραφέας της Αποκαλύψεως κινείται με πλήρη ανεξαρτησία και πρωτοτυπία, αφού μάλιστα πολλές από τις εικόνες του βιβλίου δεν συναντώνται ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε σε άλλα κείμενα. Είναι εικόνες κυρίως από την επίγεια ζωή του Χριστού (π.χ. η γυναίκα με το παιδί στο 12ο κεφ.) και από την εμπορική κίνηση των μικρασιατικών πόλεων (π.χ. οι απαριθμήσεις των εμπορικών ειδών στο 18ο κεφ., των πολυτίμων λίθων στο 21ο κεφ.) προς τις εκκλησίες των οποίων απευθύνεται το βιβλίο.