Η μακαριότης των δικαίων (Εβρ. 11,39-40)

4 Απριλίου 2013

«Και ούτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσιν» (Εβρ. 11, 39-40).

Η εκ πρώτης όψεως ερμηνεία καθιστά το χωρίον τούτο προβληματικό και αντίθετο προς το πνεύμα της Γραφής και την πίστη της Εκκλησίας. Όλοι γνωρίζομε ότι «επαγγελία» είναι ο παράδεισος, τον οποίον υποσχέθηκε ο Θεός στους πιστούς και αγίους δούλους του· γνωρίζομε από την Γραφή ότι, όπως εκπλήρωσε ο Θεός την υπόσχεση του και έδωκε στους Ισραηλίτες την Γη της επαγγελίας, έτσι δίδει στους εκλεκτούς του τον παράδεισο, του οποίου «τύπος» και σύμβολο ήταν η γη της επαγγελίας. Πώς λοιπόν γράφει ο θείος απόστολος ότι «ούτοι πάντες», δηλαδή οι δίκαιοι και οι άγιοι, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν»; Πώς είναι δυνατόν να μη εισήλθε στον παράδεισο ο Αβραάμ π.χ., του οποίου τους κόλπους με την «πιστεύουσαν και αγαπώσαν καρδίαν» χρησιμοποίησε ο Κύριος στην γνωστή παραβολή, για να εκφράσει την μετά θάνατον παραδείσια κατάσταση των σωσμένων; Δεν έρχεται η σκέψη αυτή σε αντίθεση προς όλα εκείνα, τα οποία λέγει ο ίδιος απόστολος στο ίδιο κεφάλαιο για τους δικαίους της Π. Διαθήκης; Και γενικότερα δεν έλαβαν τον παράδεισο η μητέρα του Κυρίου, οι απόστολοι, οι μάρτυρες; Πώς δεν εισήλθε στον παράδεισο ο ευγνώμων ληστής, στον οποίον ο Κύριος διαβεβαίωσε λέγοντας· «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω»; (Λουκ. 23,43).

panagia, saints

Οι απορίες αυτές λύονται, όταν εξετάσουμε καλύτερα το νόημα του χωρίου. Θέμα του ΙΑ’ κεφαλαίου της προς Εβραίους επιστολής, όπου υπάρχει το χωρίο αυτό, είναι η πίστη· διά τούτο και το κεφάλαιο αυτό ονομάζεται ύμνος της πίστεως. Ο Παύλος αρχίζει το κεφάλαιο με τον ορισμό της πίστεως, ομιλεί σε όλη την έκτασή του περί των επί της γης πιστών, και το κατακλείει με το ερμηνευόμενο χωρίο, το οποίον αναφέρεται στην κατάσταση των πιστών στον ουρανό. Εν πρώτοις πρέπει να δούμε ποιοί είναι οι «μαρτυρηθεντες διά της πίστεως», ποιός μαρτυρεί περί αυτών και τί μαρτυρεί.

Κατά την αρχαία εποχή είχε την εξουσία ένας μηνυτής να βασανίσει στο δικαστήριο μέχρι θανάτου τους δούλους του κατηγορουμένου, για να αποσπάσει απ’ αυτούς μαρτυρία κατά του κυρίου των. Οι δούλοι αυτοί μάρτυρες άλλοτε ηρνούντο τον κύριόν των και πρόδιδαν τα μυστικά του ή τον συκοφαντούσαν, για να απαλλαγούν από τα βασανιστήρια, άλλοτε όμως πιστοί σ’ αυτόν προτιμούσαν να αποθάνουν παρά να τον προδώσουν. Και η ζωή του κόσμου από της πτώσεως του Αδάμ μέχρι της συντελείας του αιώνος είναι ένα μέγα και άδικο δικαστήριο. Κατηγορεί ή μάλλον διαβάλλει ο διάβολος, ο άρχων του κόσμου τού¬του, με τα όργανά του τον μόνον αδιάβλητο, τον Θεό. Μάρτυρες είναι οι άνθρωποι, εκ των οποίων πολλοί τον αρνούνται, αλλ’ ένα μικρό υπόλοιπο αφοσιωμένων δούλων του βαστάζουν το όνο¬μα του Κυρίου των, μαρτυρούν υπέρ αυτού, και αποθνήσκουν. Αυτοί είναι όλοι όσοι «ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι…» (στίχ.37).

Τοιούτοι μάρτυρες παρελαύνουν πολλοί στο ΙΑ’ κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής, από του δικαίου Άβελ μέχρι των μαρτύρων επί των ημερών του αποστόλου Παύλου. Παρελαύνουν πατέρες της ανθρωπότητος, όπως ο Ενώχ και ο Νώε, πατέρες του Ισραήλ, όπως ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, προφήτες και μάρτυρες, άνδρες και γυναίκες, παρθένοι και πόρναι που μετανόησαν, ευσεβείς βασιλείς και πένητες. Όλοι αυτοί είναι μάρτυρες του Θεού μαρτυρήσαντες κατά ποικίλους τρόπους, διότι «μαρτυρώ» στην γλώσσα της Εκκλησίας σημαίνει πολλά πράγματα. Σημαίνει παραμένω σταθερός στον Κύριόν μου, ομολογώ την καλή μαρτυρία περί αυτού, θυσιάζομαι χάριν αυτής της μαρτυρίας, πιστεύω. Ο πιστεύων και αν δεν θυσιαστεί, είναι μάρτυς, εφ’ όσον πιστεύει στον Θεό εν μέσω του υλιστικού κόσμου, ζει κατά Θεόν, ομολογεί, μένει πιστός και σταθερός στον Θεό. Τοιουτοτρόπως μαρτυρεί διά της πίστεως, οπότε και ο Θεός μαρτυρεί περί αυτού, ήτοι τον δικαιώνει, τον συγχωρεί, τον αγιάζει, τον θεωρεί ή τον καθιστά μάρτυρά του. Αυτοί είναι οι «μαρτυρηθέντες διά της πίστεως» υπό του Θεού, διότι και μαρτύρησαν διά της πίστεως περί του Θεού. Μέσα στην αιώνιο Βίβλον και ενώπιον πάντων των εθνών και των αιώνων μαρτυρούνται ότι «ευηρέστησαν τω Θεώ», όπως εξηγεί ο ίδιος ο απόστολος (Εβρ. 11,5). Τους μάρτυρες λοιπόν της πίστεως και της Π. και της Κ. Διαθήκης, αν και ήσαν τόσον διάφοροι κατά κόσμον, συνδέει ένας εσωτερικός, πνευματικός, στενός και αιώνιος σύνδεσμος, η πίστη και η κοινή ελπίδα.

Εις αυτούς τους μάρτυρές του ο Θεός έδωκε την μεγάλη «επαγγελία» της πλησίον του αιωνίου ζωής και τελειότητος και δόξης. Αυτή είναι η βασιλεία των Ουρανών, τα αγαθά εκείνα, «α οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Α’ Κορ. 2,9). Έδωκε και άλλες επαγγελίες ο Κύριος, αλλ’ η επαγγελία της αιωνίου παρά τω Θεώ ζωής είναι ασυγκρίτως υψηλοτέρα όλων των άλλων. Ο Αβραάμ, ενώ ήταν μέσα στην γη της επαγγελίας, για την οποίαν εγκατέλειψε την συγγένεια του, κατοικούσε σε πρόχειρες σκηνές· και τούτο, διότι είχε την ελπίδα μιας άλλης πατρίδος «κρείττονος, τουτέστιν επουρανίου» (Εβρ. 11.9· 14• 16). Όλη την ζωή των προ Χριστού και μετά Χριστόν μαρτύρων και αγίων ρυθμίζει η ελπίδα αυτή, την οποίαν επειδή αγνοεί ο κόσμος, καταπλήσσεται, όταν βλέπει ότι οι ενέργειες των ανθρωπίνως είναι παράλογοι, ή μάλλον υπέρ λόγον και υπέρ φύσιν. Χωρίς αυτήν την ελπίδα η επίγειος ζωή των μαρτύρων είναι κάτι το παράδοξο και ανεξήγητο.

Οι «μαρτυρηθέντες» λοιπόν «διά της πίστεως» είναι το «νέφος μαρτύρων»(Εβρ. 12,1), είναι η θριαμβεύουσα Εκκλησία, οι άγιοι, οι οποίοι συμφώνως προς την υπόσχεση του Θεού, του εκπληρώσαντος και την προς τους Εβραίους υπόσχεσή του, εισέρχονται αμέσως μετά τον θάνατό τους στον παράδεισο. Εν τούτοις σαφώς και κατηγορηματικώς ο Παύλος βεβαιώνει ότι «ούτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» και ευθύς αναφέρει την δικαιολογία· «του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι». Το δεύτερον μέρος του χωρίου αποσαφηνίζει πλήρως το πρώτο. Διατί οι άγιοι «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν»; «Ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσιν». Εάν απεκόμιζον την επαγγελία του Θεού, ασφαλώς θα ετελειούντο συμφώνως προς το πνεύμα του χωρίου. Επαγγελία λοιπόν του Θεού, την οποίαν ακόμη δεν απεκόμισαν οι άγιοι, είναι η τελείωση, η τελεία μακαριότητα και πλήρης απόλαυση των αγαθών της βασιλείας των ουρανών.

Είναι βέβαιον ότι η τελείωση αυτή αναφέρεται στην μετά την ανάσταση των σωμάτων κατάσταση. Είναι μέσα στο αμετάτρεπτο σχέδιο του Θεού να μη χαθεί τίποτε, εξ όσων δημιούργησε αυτός. Υπ’ αυτού επλάσθησαν μαζί και η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου, διά της αμαρτίας εξέπεσαν τα δύο μαζί εκ της τρυφής του παραδείσου, διά του σταυρικού θανάτου του Κυρίου απολυτρώθηκαν μαζί, διά του αγίου Πνεύματος τελειούνται μαζί, και συμφώνως προς το θέλημα αυτού θα απολαύσουν μαζί τα αγαθά της βασιλείας των ουρανών. Και το μεν σώμα του δικαίου, ως υλικό και φθαρτό, μετά τον θάνατον αποσυντίθεται, η δε άϋλη και άφθαρτη ψυχή μεταβαίνει πλησίον του Θεού αναμένουσα την ανάσταση του σώματος. Όταν θα γίνει η ανάσταση των νεκρών κατά την δευτέρα του Κύριου παρουσία, η ψυχή θα επανεύρει το σώμα της, άφθαρτο πλέον και πνευμα¬τικό, και θα εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών, δηλαδή θα γίνει ο άνθρωπος μέτοχος της τελείας απολαύσεως. Αυτή είναι η τελείωση, η οποία δεν δύναται να επιτελεσθεί μόνον στη ψυχή, αλλά σε ολόκληρο τον άνθρωπο, και δεν έγινε σε κανένα άνθρωπο, πλην του Θεανθρώπου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι ο μόνος αναστάς εκ νεκρών.

Η ανθρώπινη φύσις ετελειώθη εν τω Χριστώ και ήδη απολαύει τελείας μακαριότητος εν τη βασιλεία των ουρανών, αλλά πλην του Χριστού ουδείς άνθρωπος ως πρόσωπον και υπόστασις ετελειώθη. Πάντες αναμένουν την κοινή ανάσταση και την τελική κρίση. Οι ψυχές των δικαίων δεν περιήλθαν σε αφάνεια ή νάρκη ή ασυνείδητη κατάσταση, όπως θέλουν να ερμηνεύουν το «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» όσοι μολύνθηκαν με διδασκαλίες ξένες προς την χριστιανική ούτε εστερήθησαν της διαγωγής πλησίον του Θεού και της κοινωνίας μετ’ αυτού. Αφού εμείς, οι οποίοι υποκείμεθα σε όλα τα πάθη και είμεθα τρεπτοί, έχομε κοινωνία μετά του Κυρίου, πολύ περισσότερο έχουν κοινωνία μετ’ αυτού και απολαμβάνουν των αγαθών του οι απαλλαγμένες από την αμαρτία ψυχές των δικαίων, οι οποίες είναι και άτρεπτες. Αλλά τούτο δεν είναι η τελεία κοινωνία και απόλαυση και μακαριότητα, δεν είναι τελείωση· είναι μόνον μεγαλύτερα προσέγγιση προς τον Θεόν και εξασφάλιση του αμεταπτώτου της κοινωνίας μετά του Θεού. Την «επαγγελίαν», την τελείαν μακαριότητα, ουδείς «εκομίσατο».

Εις τούτο διαφέρει και η γνήσια διδασκαλία της ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας από την πλάνη, κατά την οποίαν οι ψυχές δεν είναι άτρεπτες μετά θάνατον, αλλά καθαρίζονται, όσες δεν καθαρίσθηκαν εδώ, διά του καθαρτηρίου πυρός, και απολαμβάνουν της τελείας μακαριότητας. Δεν είναι δε ορθή και η αντίληψη ότι οι ψυχές των δικαίων βρίσκονται σε προθάλαμο του παραδείσου και η μόνη απόλαυσή τους είναι η γλυκεία προσδοκία των μελλόντων αγαθών. Οι ψυχές των δικαίων από το θάνατο του σώματος μέχρι της τελικής κρίσεως βρίσκονται σε μίαν μέση κατάσταση και η απόλαυσή τους διαφέρει της απολαύσεως μετά την τελική κρίση όχι κατά την ποιότητα αλλά κατά την πληρότητα. Η δε πληρότητα αυτή δεν είναι εξ αντικειμένου αλλ’ εξ υποκειμένου. Δηλαδή η απόλαυση είναι η κοινωνία του Θεού, η οποία δίδεται πάντοτε όλη και η αυτή, αλλ’ ο άνθρωπος επειδή δεν είναι ολοκληρωμένος χωρίς το σώμα, δεν δύναται να έχει ολοκληρωμένη απόλαυση.

Η αναβολή της τελείας απολαύσεως γίνεται, διότι ο Θεός προέβλεψε «περί ημών κρείττόν τι». «Ημείς» δε είμεθα η αείποτε στρατευομένη Εκκλησία, το άλλο «νέφος», όχι των «μαρτύρων», αλλά των αθλητών του Κυρίου, οι οποίοι αγωνιζόμεθα να γίνουμε μάρτυρες. Οι ψυχές των δικαίων αναμένουν την έκβαση του αγώνος «ημών», διότι είναι σχέδιο του Θεού να τελειωθούμε όλοι μαζί. Διά τούτο παρατηρεί ο Ιερός Χρυσόστομος ότι «Ουκ είπεν ίνα μη χωρίς ημών στεφανωθώσιν, αλλ’ ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσιν, ώστε και τέλειοι τότε φαίνονται». Αυτό είναι το «κρείττον», το οποίον οικονόμησε περί ημών ο Θεός, δηλαδή η τιμή, την οποίαν μας κάμνουν οι από αιώνων μεταστάντες δίκαιοι, να μας αναμένουν, ίνα τελειωθούμε μαζί. Η προς ημάς ιδιαιτέρα αυτή τιμή δεν γίνεται εις βάρος των δικαίων, διότι, καθώς πάλιν λέγει ο αυτός ιερός πατήρ, «ουκ εκείνους ηδίκησεν, αλλ’ ημάς ετίμησε• και γαρ και αυτοί τους αδελφούς αναμένουσι… και γαρ οι δίκαιοι και εν τούτω εισί θαυμαστοί, ότι χαίρουσιν ως επί οικείοις αγαθοίς τοις των αδελφών». Οι δίκαιοι δεν σκέπτονται ως άνθρωποι χοϊκοί. Η τιμή και η δόξα ημών είναι τρυφή αυτών.

Αλλ’ η αναβολή της τελείας απολαύσεως της «επαγγελιάς» εκ μέρους των «μαρτυρηθέντων» δικαίων έχει και άλλο βαθύτερο νόημα, στο οποίο διαφαίνεται το μεγαλειώδες σχέδιο του Θεού. Όπως ερμήνευσε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μετά τούτον και πολλοί άλλοι πατέρες, η Εκκλησία όλη, θριαμβεύουσα και στρατευομένη, είναι ένα σώμα πνευματικό. Ό¬πως λοιπόν η ψυχή μόνη χωρίς το σώμα δεν μπορεί να μετάσχει της τελείας μακαριότητας και η πνευματική της ηδονή δεν είναι ολοκληρωμένη, έτσι και η θριαμβεύουσα Εκκλησία, η οποία άλλως τε τώρα αποτελείται μόνον εκ ψυχών, δεν μπορεί να τελειωθεί μόνη χωρίς την στρατευομένη. «Ει γαρ», λέγει ο ιερός πατήρ, «σώμα έν οι πάντες εσμέν, μείζων γίνεται τω σώματι τούτω ηδονή, όταν κοινή στεφανώται και μη κατά μέρος». Η ένωση ψυχής και σώματος σε κάθε πρόσωπο και η ένωση θριαμβευούσης και στρατευομένης Εκκλησίας θα συμβούν μαζί και είναι ένα γεγονός, όχι δύο. Το μέγα τούτο γεγονός, η τελείωση, θα γίνει κατά την ανάσταση των νεκρών. Τότε πάντες οι «μαρτυρηθέντες» θα αποκομίσουν την «επαγγελίαν» και θα τελειωθούν όχι «χωρίς αλλήλων» αλλ’ ομού ως ένα σώμα με κεφαλή τον Χριστό.

(Στεργίου Ν. Σάκκου, «Η έρευνα της Γραφής», έκδ. Ορθ.Χρ.Αδελφ. «Η Απολύτρωσις», σ. 129-134)