Οι Διωγμοί της Ορθόδοξης πίστης στη Σοβιετική Ρωσία – Δ΄

22 Σεπτεμβρίου 2013

Επίσης, στην τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, η «Κοινή Κρατική Πολιτική Διοίκηση» (ОГПУ) πέτυχε να προκαλέσει μια σειρά σχισμάτων στην Εκκλησία: το «Ανανεωτικό», το «Γρηγοριανό», το «Ιωσηφικό», το «Βικτωριανό», το «Ιαροσλαβικό», το «Δανιηλικό» και άλλα. Παρά το γεγονός ότι οι αφορμές για το καθένα από αυτά ήταν διαφορετικές, όλα υπέσκαπταν την εκκλησιαστική ενότητα σε μια τόσο κρίσιμη εποχή, μεγάλων δοκιμασιών και διωγμών, για την Εκκλησία της Ρωσίας. Σύμβολο της εκκλησιαστικής ενότητας απέμεινε μόνο ο εκτελών χρέη Πατριάρχη (για το διάστημα που η Ρωσική Εκκλησία παρέμενε ακέφαλη) ο μητροπολίτης Πέτρος (Polyanski), ο οποίος όμως συνελήφθη από τις Σοβιετικές Αρχές το 1925. Απαίτηση της Σοβιετικής εξουσίας ήταν η αποκήρυξη της θέσης του, καθώς ήλπιζαν με τον τρόπο αυτό ότι η κρίση στην Εκκλησία θα οξυνθεί περισσότερο, με συνέπεια να παραμείνει οριστικά ακέφαλη.

diwgmoi

Ο μητροπολίτης Πέτρος, απαντώντας σε αυτά τα σχέδια, έγραψε από τη φυλακή τα εξής προς τον τότε διοικητή της «Κοινής Κρατικής Πολιτικής Διοίκησης» (ОГПУ): «Ειλικρινά θα σας πω ότι δεν με ενδιαφέρει προσωπικά αυτή η υπόθεση. Οι ημέρες μου είναι μετρημένες και μάλλον έχασα το ενδιαφέρον για τη ζωή, μετά από οκτώ χρόνια στις φυλακές και στην εξορία. Το μόνο που με ανησυχεί είναι ο φόβος μήπως προκαλέσω ταραχή στους πιστούς, με κάποια απερίσκεπτη απόφαση, αντίθετη στα καθήκοντά μου»[22]. Την 10η Οκτωβρίου του 1937 και ώρα τετάρτη μεσημβρινή, ο μητροπολίτης Πέτρος εκτελέστηκε διά τουφεκισμού, με την κατηγορία της «συκοφαντίας κατά του Καθεστώτος».

Η περίοδος μεταξύ των ετών 1929-1931 –περίοδος ταχείας κολλεκτιβοποίησης και μαζικών κατασχέσεων (στην ουσία, δηλαδή, ληστείας των εργαζομένων χωρικών) και διώξεων– έμεινε στη Σοβιετική ιστοριογραφία γνωστή ως η «εποχή της μεγάλης καμπής». Αλλά, όπως λέγει ο Α. Ι. Σολζενίτσιν, αυτή είναι η καμπή της σπονδυλικής στηλής του Ρωσικού λαού. Εκείνη την εποχή, έκλεισαν οι περισσότεροι ναοί των χωριών. Η δημιουργία του κολχόζ συνοδεύεται, κατά κανόνα, από σύλληψη του τοπικού ιερέα, ως εχθρού της κολλεκτιβοποίησης. Όλα τα σωζόμενα πρακτικά των δικών, που διεξήχθησαν εκείνη την εποχή, περιέχουν κατηγορίες κατά του τοπικού ιερέα και άλλων πέντε μέχρι δεκαπέντε περίπου ατόμων ανά χωριό, δηλαδή κατά των πιο επιφανών προσώπων των τοπικών κοινωνιών της ρωσικής επαρχίας.

Τη 15η Μαΐου του 1932, η «Ένωση των Πολέμιων Αθεϊστών» –πρόκειται για τη μαζικότερη οργάνωση στη Σοβιετική Ένωση– ανακοινώνει τους στόχους της αντιθρησκευτικής της προπαγάνδας για την επόμενη πενταετία. Συγκεκριμένα προβλεπόταν: για το πρώτο έτος το κλείσιμο όλων των εκκλησιαστικών σχολείων (αυτά των «Ανανεωτών» λειτουργούσαν ακόμη, ενώ των Πατριαρχικών είχαν κλείσει λίγα χρόνια νωρίτερα)· για το δεύτερο έτος μαζικό κλείσιμο ναών, απαγόρευση εκκλησιαστικών εκδόσεων και παραγωγής εκκλησιαστικών αντικειμένων· για το τρίτο έτος εξορία (σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως) όλων των ιερέων· για το τέταρτο έτος κλείσιμο των ναών των άλλων θρησκειών· για το πέμπτο έτος νομική κατοχύρωση όλων των δραστηριοτήτων, που θα ελάμβαναν χώρα τα προηγούμενα τέσσερα έτη. Σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις της «Ένωσης των Πολέμιων Αθεϊστών», την 1η Μαΐου του 1937 «το όνομα του Θεού θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί σε ολόκληρη την επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης».

 Έτσι, μπήκε σε εφαρμογή το σχέδιο για το μαζικό κλείσιμο ναών, ενώ ήδη είχε προηγηθεί, την 5η Δεκεμβρίου του 1931, καταστράφηκε με εκρηκτικά ο ναός του Χριστού Σωτήρος, σύμβολο της Ρωσικής Ορθοδοξίας. Την περίοδο μεταξύ των ετών 1929-1933 τέθηκαν υπό κράτηση 40.000 εκκλησιαστικοί παράγοντες[23]. Ένα μέρος αυτών εκτελέστηκε διά τουφεκισμού άμεσα, ενώ οι υπόλοιποι εστάλησαν σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όσοι επιβίωσαν μέχρι τους διωγμούς του 1937, εκτελέστηκαν τότε ως μάρτυρες.

Το 1937, επικεφαλής της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας τέθηκε ο υπουργός Εσωτερικών N. I. Ezhov. Οι ανακρίσεις δεν ξεπερνούσαν, κατά κανόνα, τις δύο φορές, ενώ συνοδεύονταν από καταθέσεις μαρτύρων (πολύ συχνά, φυσικά, πλαστογραφημένες). Οι ανακριτές ανάγκαζαν, πολλές φορές, τους μάρτυρες να υπογράφουν σε λευκά φύλλα ή τους ανάγκαζαν με τη βία να ψευδομαρτυρούν. Τριμελής Επιτροπή της Πολιτικής Αστυνομίας (NKVD) ελάμβανε την τελική απόφαση, η οποία ήταν συνήθως η καταδίκη σε θάνατο.

Το φθινόπωρο του 1938 είναι η περίοδος κορύφωσης της αθεϊστικής προπαγάνδας. Η Εκκλησία της Ρωσίας γνώρισε ολοσχερή σχεδόν καταστροφή. Με βάση τα δεδομένα της Κυβερνητικής Επιτροπής «Αποκατάστασης των Θυμάτων του Κομμουνιστικού Καθεστώτος», προκύπτουν τα εξής στοιχεία: το 1937 φυλακίστηκαν 136.900 ορθόδοξοι ιερείς, μοναχοί και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι, από τους οποίους 85.300 εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες. Το 1938 φυλακίστηκαν 283.000, από τους οποίους 21.500 εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες[24]. Το καλοκαίρι του 1939 βρίσκονταν στη ζωή μόνο τέσσερεις αρχιερείς: ο μητροπολίτης της Μόσχας Σέργιος (Starogorodski) και Πατριαρχικός Επίτροπος, ο μητροπολίτης Λένινγκραντ (πρώην Αγίας Πετρούπολης) Αλέξιος (Simanski), ο αρχιεπίσκοπος Petergof Νικόλαος (Yaruševič) και ο επίσκοπος της επαρχίας Νόβγκοροντ και Πσκωφ Dmitrov Σέργιος (Voskresenski). Ο τελευταίος, από το 1937, εκτελούσε χρέη προκαθημένου του Πατριαρχικού Θρόνου, (λόγου του αδυνάτου εκλογής Πατριάρχη). Ακόμη δέκα αρχιερείς είχαν μείνει ζωντανοί, αλλά ιερουργούσαν ως ενοριακοί ιερείς ή δεν ήταν σε θέση να ιερουργήσουν καθόλου. Το 1937 δεν υπήρχαν πλέον εκκλησιαστικές επαρχίες, ενώ κάποιες ενορίες, που ακόμη λειτουργούσαν, προσπαθούσαν να επιβιώσουν, διατηρώντας, όσο ήταν δυνατόν, επικοινωνία μεταξύ τους.

Η κατάσταση άλλαξε τον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η Κυβέρνηση, με την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στη Πολωνία και την προσάρτηση της Δυτικής Λευκορωσίας και Δυτικής Ουκρανίας, αντιμετώπισε την πρόκληση να προσαρτήσει περιοχές, στις οποίες υπήρχε ακμαία εκκλησιαστική ζωή. Σύμφωνα με τον ιστορικό M.V. Škarovski, στην έκθεση του επικεφαλής της Επιτροπής Εκκλησιαστικών Υποθέσεων ταγματάρχη G. Karpov προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού  Κόμματος, της 14ης Φεβρουαρίου 1947, πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λειτουργούσαν στη Σοβιετική Ένωση 3.732 ορθόδοξοι ναοί, από τους οποίους 3.350 βρίσκονταν στα νέα εδάφη και μόνο 350-400 στα παλαιά εδάφη της Σοβιετικής Ρωσίας. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία επιβεβαιώνονται και από τα δεδομένα των επαρχίων[25].

Στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, φαίνεται ότι οι Σοβιετικές Αρχές είχαν πετύχει να εξαφανίσουν ολοκληρωτικά σχεδόν την Εκκλησία. Σε ολόκληρη την επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης απογράφονταν κατά κόρον πόλεις και χωριά με άθεο πληθυσμό, κατά κανόνα. Ωστόσο, η εικόνα αυτή ήταν επιφανειακή. Μελετώντας την ιστορία των διωγμών κατά της Ορθόδοξης πίστης στη Σοβιετική Ρωσία, επαληθεύονται και πάλι τα λόγια του Χριστού: «Καγώ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).

Παρά τους σκληρούς διωγμούς και τη σχεδόν ολοκληρωτική σχεδόν διάλυση της Εκκλησίας της Ρωσίας, αυτή επιβίωσε ως θεανθρώπινος οργανισμός, για να δώσει στον Ορθόδοξο κόσμο έναν τεράστιο χορό Νεομαρτύρων και Ομολογητών. Σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας αρδεύεται και αναγεννάται από το ιερό τους αίμα.

Μετάφραση: Φώτης

[22] Цыпин Влад., прот. История Русской Церкви 1917–1997. Москва, 1997, 199. [23] Дамаскин (Орловский), игум. ГОНЕНИЯ НА РУССКУЮ ПРАВОСЛАВНУЮ ЦЕРКОВЬ В СОВЕТСКИЙ ПЕРИОД. Электронный ресурс: http://fond.centro.ru/calendar/about/gonenija.htm

[24] Доклад митрополита Крутицкого и Коломенского Ювеналия, председателя Синодальной комиссии по канонизации святых. Электронный ресурс: http://www.tzar-nikolai.orthodoxy.ru /n2/sobor/dokl.htm

[25]Шкаровский М. В. Русская Православная Церковь при Сталине и Хрущеве. Москва, 2005, 117.