Παιδιά: θύτες και θύματα σε βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας

14 Απριλίου 2017

PHOTOGRAPHER'S CAPTION, DO NOT DISTRIBUTE. Gambian boys walk past a graveyard of ships used by Libyan Smugglers to transport migrants and refugees to Italy, at port next to a government hot spot–a reception center that doubles as a lodging station for unaccompanied minors in Pozzallo, Sicily, on May 17, 2016. In the past boats were captured and sent to these grave yards, but due to the high numbers, today they are burned at sea by the coast guard. The boys created a crew they named "Do it or die", which consists of the seven Gambian boys that met while they were waiting for a boat in Tripoli to take them to Italy. Their name describes the sacrifice they feel they made to get to Italy. “We risked our lives to come here,” said Mohammad, 17, “we crossed a sea. We knew it is not safe, so we sacrificed. We do it, or we die.” Back in Gambia, the boys said they were fleeing political persecution, and likely violence leading up to the elections in December. “I was in jail for one month and three weeks for political crime. The presidents men put his parties flag on my compound, and I removed it. They came and asked who took it down and I said it was me, so they took me and put me in jail.” Said Mohammad, the crews leader, “I escaped and went direct to Libya. I knew if they caught me again, they would put me in a second prison I couldn’t get out of.” The trip from Agadez, Niger, to Libya is harrowing for many of those who make the journey. Corpses waste away, unclaimed in the desert sands, evidence of failed journeys. “Sometimes the pick up truck has 30 people in the back. If you fall, the truck won’t stop, and you’ll die.” Said Sanna, 17. In addition to over crowded trucks, bandits and authorities extort travellers, “At any checkpoint in the desert, you have to give money or they beat you. On your head, or on the soles of your feet.” said Alieu, 17, motioning to his bare feet. In Libya, most of the asylum seekers are shocked by the violenc

Ο αριθμός των παιδιών που χρησιμοποιήθηκαν σε επιθέσεις “αυτοκτονίας” στη σύγκρουση στην περιοχή της λίμνης Τσαντ έχει φθάσει τα 27 κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017, σε σύγκριση με εννέα κατά την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, αναφέρει η UNICEF σε μια νέα έκθεση που δημοσιεύεται σήμερα.

«Τους πρώτους τρεις μήνες του τρέχοντος έτους, ο αριθμός των παιδιών που χρησιμοποιήθηκαν σε βομβιστικές επιθέσεις είναι σχεδόν ίδιος με το σύνολο του περασμένου έτους – αυτό αποτελεί τη χειρότερη δυνατή εκμετάλλευση παιδιών σε μια σύγκρουση», δηλώνει η Μαρί-Πιέρ Πουαριέ, Περιφερειακή Διευθύντρια της UNICEF για τη Δυτική και Κεντρική Αφρική.

Η αύξηση αυτή αντανακλά μια ανησυχητική τακτική από τους αντάρτες, σύμφωνα με την έκθεση «Σιωπηλή Ντροπή: Φέρνοντας στο προσκήνιο τις φωνές των παιδιών που εμπλέκονται στην κρίση στην περιοχή της λίμνης Τσαντ». Μέχρι στιγμής, 117 παιδιά έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διεξαγωγή βομβιστικών επιθέσεων σε δημόσιους χώρους σε όλη τη Νιγηρία, το Τσαντ, το Νίγηρα και το Καμερούν από το 2014: τέσσερα το 2014, 56 το 2015, 30 το 2016 και 27 μόνο κατά τους τρεις πρώτους μήνες του 2017. Κορίτσια έχουν χρησιμοποιηθεί στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των επιθέσεων.

Κατά συνέπεια, κορίτσια, αγόρια, ακόμα και βρέφη αντιμετωπίζονται με αυξημένο φόβο στις αγορές και στα σημεία ελέγχου, εκεί όπου θεωρείται ότι μεταφέρουν εκρηκτικά.

«Αυτά τα παιδιά είναι θύματα και όχι δράστες», λέει η Πουαριέ. «Ο εξαναγκασμός ή η εξαπάτησή τους σε διάπραξη τέτοιων φρικτών πράξεων είναι αποτρόπαια.»

Η έκθεση, που δημοσιεύεται τρία χρόνια μετά την απαγωγή πάνω από 200 μαθητριών στο Chibok, περιέχει μαρτυρίες παιδιών που ήταν σε αιχμαλωσία στα χέρια της Μπόκο Χαράμ, και δείχνει πώς αυτά τα παιδιά αντιμετωπίστηκαν με μεγάλη καχυποψία όταν επέστρεψαν στις κοινότητές τους.

Σε συνεντεύξεις, πολλά παιδιά που έχουν συσχετιστεί με τη Μπόκο Χαράμ αναφέρουν ότι κρατούν μυστικές τις εμπειρίες τους, επειδή φοβούνται τον στιγματισμό και ακόμα και βίαια αντίποινα από την κοινότητά τους. Μερικά είναι υποχρεωμένα να σηκώνουν σιωπηλά το φορτίο των φρικτών εμπειριών τους, καθώς αυτά τα ίδια απομακρύνονται από άλλες κοινωνικές ομάδες από το φόβο ότι θα μπορούσαν να διωχθούν και να στιγματιστούν.

Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τοπικές αρχές με παιδιά που εντοπίζονται στα σημεία ελέγχου και κρατούνται υπό επιμέλεια, για ανάκριση και έλεγχο, αυξάνοντας τις ανησυχίες σχετικά με παρατεταμένες περιόδους κράτησης.

Το 2016, σχεδόν 1.500 παιδιά κρατήθηκαν υπό επιμέλεια στις τέσσερις χώρες. Η απελευθέρωση περισσότερων από 200 παιδιών από τις Νιγηριανές αρχές στις 10 Απριλίου είναι ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της προστασίας των παιδιών που πλήττονται από τη συνεχιζόμενη κρίση.

Η UNICEF καλεί τα αντιμαχόμενα μέρη να δεσμευτούν για τις ακόλουθες δράσεις για την προστασία των παιδιών στην περιοχή:

·         Τερματισμό των βαρύτατων παραβιάσεων εις βάρος των παιδιών από την Μπόκο Χαράμ, συμπεριλαμβανομένης της στρατολόγησης και χρήσης παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις ως “καμικάζι”.

·         Μετάβαση των παιδιών από στρατιωτικό σε πολιτικό περιβάλλον το ταχύτερο δυνατόν. Τα παιδιά που έχουν τεθεί υπό κράτηση αποκλειστικά και μόνο για υποτιθέμενο ή πραγματικό συσχετισμό τους με ένοπλες ομάδες, θα πρέπει να παραδοθούν αμέσως στις πολιτικές αρχές για την επανένταξη και υποστήριξή τους. Πρέπει να υπάρχουν πρωτόκολλα μετάβασης σε κάθε μία από τις τέσσερις χώρες για τα παιδιά που εμπλέκονται, κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

·         Παροχή φροντίδας και προστασίας για τα χωρισμένα από τις οικογένειές τους και τα ασυνόδευτα παιδιά. Όλα τα παιδιά που πλήττονται από την κρίση χρειάζονται ψυχοκοινωνική στήριξη και ασφαλείς χώρους για να ανακάμψουν.

Το 2016, η UNICEF παρείχε σε πάνω από 312.000 παιδιά υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής στήριξης στη Νιγηρία, το Τσαντ, το Καμερούν και το Νίγηρα και επανένωσε περισσότερα από 800 παιδιά με τις οικογένειές τους.

Η UNICEF συνεργάζεται με τις κοινότητες και τις οικογένειες για την καταπολέμηση του στίγματος κατά εκείνων που βίωσαν σεξουαλική βία και για να χτίσει ένα προστατευτικό περιβάλλον για τους πρώην απαχθέντες.

Σε μια κρίση που έχει εκτοπίσει περισσότερα από 1,3 εκατομμύρια παιδιά, η UNICEF υποστηρίζει επίσης τις τοπικές αρχές για την παροχή ασφαλούς νερού και σωτήριων υπηρεσιών υγείας, για την αποκατάσταση της πρόσβασης στην εκπαίδευση με τη δημιουργία προσωρινών χώρων μάθησης και την παροχή θεραπευτικής αγωγής για υποσιτισμένα παιδιά.

Η απόκριση σε αυτή την κρίση παραμένει σοβαρά υποχρηματοδοτούμενη. Η περυσινή ανθρωπιστική έκκληση της UNICEF ύψους $154 εκατομμυρίων δολαρίων για την περιοχή της λίμνης Τσαντ καλύφθηκε μόνο κατά 40%.