Διάλογος για τον σκληρό μοναχικό βίο μεταξύ του Φιλοκτήμονα και του Ακτήμονα

19 Φεβρουαρίου 2018

ΛΟΓΟΣ Γ
Διάλογος για τον σκληρό μοναχικό βίο
μεταξύ του Φιλοκτήμονα και του Ακτήμονα,
δηλαδή του Φιλαργύρου και του Αναργύρου.

Φιλάργυρος: Εσύ επαινείς την αναργυρία και ταυτόχρονα δεν παύεις να γυρίζεις από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα, ζητώντας ελεημοσύνη από άρχοντες και ηγεμόνες. Αλλά πες μου, τι είναι καλύτερο από τα δύο· να έχεις αρκετό εισόδημα και να ζεις πάντοτε μέσα στο μοναστήρι σου και να εξασκείσαι στην ψαλμωδία, την λιτανεία και την προσευχή η, για να έχεις το αναγ­καίο εισόδημα, να περιπλανιέσαι πάντοτε έξω από το μοναστήρι σου, να επισκέπτεσαι όλες τις πόλεις και όλες τις χώρες και, αφού σου δώσουν ελεημοσύνη, να χαίρεσαι και να ευχαριστείς αυτόν που σε ελέησε, και αν δεν σου δώσουν ελεημοσύνη, να παραπονιέσαι, να στενοχωριέσαι και να μαλώνεις όσους δεν σου έδωσαν, κατηγορώντας τους ως σκληρούς και άκαρδους;
Ανάργυρος: Μη βιάζεσαι, αγαπητέ μου, να κακολογήσεις την αρετή της αναργυρίας, που αποτελεί εντολή του ευαγγελίου και των Πατέρων, επειδή ποτέ δεν θα μπορέσεις με καμμία θεόπνευστη Γραφή να αποδείξεις ότι η φιλαργυρία ήταν χρήσιμη για όσους αφιέρωσαν τον εαυτό τους στον μοναχικό βίο. Αντιθέτως, θα βρεις παντού ότι η θεόπνευστη Γραφή την απαγορεύει ως αιτία αμετρήτων κακών για τους μοναχούς, αν βέβαια θέλεις να διαβάζεις την θεόπνευστη Γραφή χωρίς πάθος και εγωισμό. Η φιλαργυρία μας απομακρύνει από τον μοναχικό κανόνα, μας κάνει να παραβαίνουμε τους όρκους μας και, σύμφωνα με τους λόγους του αποστόλου, μας κάνει να δημιουργούμε πάλι ο,τι καταστρέψαμε [1].
Φιλάργυρος: Αυτό δεν μπορείς να το αποδείξεις, επειδή ο Κύριος ξεκάθαρα λέγει στο Ευαγγέλιο: «Και πας όστις αφήκεν οικίας η αδελφούς η αδελφάς η πατέρα η μητέρα η τέκνα η αγρούς ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» [2]. Άκουσες ότι «εκατονταπλασίονα λήψεται».
Ανάργυρος: Ομολογουμένως έτσι το είπε ο Σωτήρας και ασπάζομαι και εγώ αυτήν την θεία υπόσχεση. Όμως δεν μπορούμε να το κατανοούμε, όπως σου φαίνεται, γι᾽ αυτό άκουσε τον ίδιο τον Σωτήρα, που καθαρά λέγει: «ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετός εστιν εις την βασιλείαν του Θεού» [3]. Τι θα πεις γι’ αυτό; Μήπως ο ίδιος αντιφάσκει με τον εαυτό Του; Μακριά από μας μια τέτοια βλασφημία! Επειδή όμως θέλει να μας στηρίξει, για να επαγρυπνούμε πάντοτε τηρώντας τις σωτήριες εντολές Του, μας παρακινεί με την παραβολή να το κάνουμε. Ως «χείρα» ο Κύριος αποκαλεί την προσωπική αυτεξούσια βούληση και την προσπάθεια του καθενός μας, ως «άροτρον» αποκαλεί τις άγιες εντολές Του, επειδή με αυτές καθαρίζεται το χωράφι της καρδιάς μας και εξολοθρεύον­ται τα νοερά αγκάθια, που φυτρώνουν μέσα της εξαιτίας της μακρόχρονης πονηρής συνηθείας μας, δηλαδή των πονηρών σκέψεων και των σαρκικών επιθυμιών. Αντί αυτών σπέρνονται εκεί οι σωτήριοι σπόροι της ευσεβείας, δηλαδή η γερή και σταθερή πίστη, η αγνή και ανυπόκριτη αλήθεια και η ελπίδα, από τις οποίες φυτρώνει η φλεγομένη Θεία αγάπη. Η αγάπη αυτή μισεί πάντοτε ολόψυχα κάθε επίγεια φιλαργυρία και εμπάθεια, διότι ακριβώς αυτές απομακρύνουν την ψυχή από την θεία αγάπη και την αναζήτηση του Θεού, και μαζί με αυτά φυτρώνει και η τελεία αλήθεια, που κάνει να προτιμούμε να είμαστε αδικημένοι και να υποφέρουμε από πτωχεία και διάφορες πίκρες, ελπίζοντας στην απόλαυση των αιωνίων αγαθών στον ουρανό. Με την στροφή «εις τα οπίσω» Αυτός εννοεί την επιστροφή στις συνήθειες και στις πράξεις της εγκόσμιας ζωής, που στην ουσία είναι οι πολύπαθες μέριμνες και φήμες. Τέτοιες είναι ο πλούτος και η κάθε είδους φιλαργυρία, η ασταμάτητη επιθυμία και η ακόρεστη δίψα για χρυσό και ασήμι και η συνεχώς αυξανομένη φιλαργυρία, που σαν αγκάθια πνίγουν τον σπόρο της ευσεβείας [4]. Αυτός ο άνθρωπος δεν φέρνει καρπούς στον Κύριό του, και γι’ αυτό, όπως το άχυρο θα καεί εντελώς από το πυρ του Θεού, σύμφωνα με το θείο ρητό· «το δε άχυρον κατακαύσει πυρί ασβέστω» [5]. Γι’ αυτό ακριβώς ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει δεκτός στην βασιλεία των ουρανών, όπου κατοικούν μόνο η αλήθεια και η αγιότητα. Η φιλαργυρία συνδέεται πάντοτε με το κακό και την αδικία, και συνήθως θα βρεις μέσα της πολλή απανθρωπία, αν θέλεις να το μελετήσουμε μαζί με την θέληση του Θεού και με την αλήθεια.
Φιλάργυρος: Δεν συμφωνώ καθόλου μαζί σου, επειδή γνωρίζω ότι ο Αβραάμ και το ενάρετο γένος του, που χειρίστηκαν δίκαια τον πλούτο και τα χρήματα, αγαπήθηκαν από τον Θεό. Επειδή ο πλούτος δεν είναι κακό για όσους τον διαχειρίζονται καλά, όπως είπαν οι θεόπνευστοι Πατέρες.
Ανάργυρος: Δόξα τω Θεώ και τω Κυρίω των όλων, διότι ακόμη και χωρίς να το θέλεις υποστήριξες την αλήθεια των λόγων μου, αναφέροντας ως επιχείρημά σου αυτούς τους δικαίους, ούτως ώστε αυτό που έπρεπε να αποδείξω με πολλά λόγια το απέδειξες ο ίδιος με λίγα λόγια και μάλιστα, σκοπεύοντας να με πολεμήσεις με αυτά, ακύρωσες τελικά τα επιχειρήματά σου.

 

1. Πρβλ. Α´ Τιμ. 6,10.
2. Ματθ. 19, 29. Πρβλ. Λουκ. 18, 29-30.
3. Λουκ. 9, 62.
4. Πρβλ. Ματθ. 13,7.
5. Ματθ. 3, 12.

Φιλάργυρος: Γιατί το λες αυτό; Μήπως δεν έχει γραφεί ότι και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, καθώς και ο Ιώβ, ο Δαυίδ και ο Σαμουήλ, που καλά, ενάρετα και όσια χειρίστηκαν τον πλούτο και την περιουσία τους, ευχαρίστησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Ύψιστο;
Ανάργυρος: Για τους μακαρίους αυτούς άνδρες αναφέρεται ότι με αυτόν τον τρόπο ευχαρίστησαν τον Ύψιστο, και εγώ το παραδέχομαι, όπως άλλωστε και ο κάθε καλόπιστος υποστηρικτής της αληθείας. Αλλά μερικοί από αυτούς ζούσαν και πριν από τον γραπτό νόμο και τις εντολές, ενώ άλλοι έζησαν μετά τον Νόμο και τις εντολές και συμ­περιφέρονταν δίκαια, όπως το διέταζε ο νόμος του Θεού, χωρίς καμμία αδικία και απληστία. Έτσι έδιναν απλόχερα το ψωμί τους σε όλους όσοι είχαν ανάγκη και συμπλήρωναν με το ασήμι τους, και χωρίς φειδώ, τις ελλείψεις αυτών που δεν είχαν τα αναγκαία για να ζήσουν. Με λίγα λόγια, βοηθούσαν με κάθε τρόπο όλους τους ταπεινούς και τους καταφρονημένους, προστάτευαν τις χήρες και τα ορφανά και μεριμνούσαν γι’ αυτές, σύμφωνα με την θεόπνευστη Γραφή, η οποία, σε πολλά χωρία της, άλλοτε επικαλείται τον Ύψιστο εναντίον των αδικούντων λέγοντας «χήραν και ορφανόν απέκτειναν, και προσήλυτον εφόνευσαν» [6], και αλλού προαναγγέλλει εκδίκηση γι’ αυτούς με την βοήθεια του Υψίστου λέγοντας: «Κύριος φυλάσσει τους προσηλύτους. Ορφανόν και χήραν αναλήψεται και οδόν αμαρτωλών αφανιεί» [7]. Και αλλού πάλι λέγει: «Κρίνατε ορφανώ και πτωχώ, ταπεινόν και πένητα δικαιώσατε» [8]. Επίσης ο μακάριος Ιώβ λέγει ότι ήταν πατέρας των ορφανών και προστάτης των χηρών και ποτέ δεν άφησε πτωχό να φύγει με άδεια χέρια [9]. Όλα αυτά αποδεικνύουν φανερά, ποιά μέριμνα και φροντίδα είχαν αυτοί οι ενάρετοι για τους πτωχούς και τους αδικημένους. Παρ’ όλα αυτά, αγαπητέ μου, ζούσαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, είχαν σπίτια και υπηρέτες, σύμφωνα με αυτόν τον νόμο και οι εντολές του νόμου δεν τους απαγόρευαν να ζουν την ζωή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ανθρωπίνης φύσεως και να κατέχουν κτήματα και δούλους. Γι’ αυτό, όπως γενικά αυτοί που εκπληρώνουν τις εντολές του Θεού, ευαρεστούν τον Ύψιστο.
Εμείς όμως, ως μοναχοί, πως τακτοποιούμε την ζωή μας η, για να το πω καλύτερα, πως τολμάμε να συγκρίνουμε την ζωή μας με την ζωή αυτών των εναρέτων; Που είναι γραμμένο γι’ αυτούς ότι, αντίθετα με τις εντολές του νόμου, δάνειζαν το ασήμι τους με τόκους η ζητούσαν από τους πτωχούς τόκους επί τόκων η προχωρούσαν σε κατάσχεση της ασήμαντης ελεεινής περιουσίας εκείνων που δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν τα χρέη τους;
Εμείς όμως τώρα τολμάμε να τα πράττουμε αυτά εις βάρος των πτωχών αγροτών, επιβαρύνοντάς τους με μεγάλους τόκους, και τους καταστρέφουμε οικονομικά, αν δεν μπορούν να εξοφλήσουν το δάνειο, και μάλιστα εις βάρος αυτών που δουλεύουν ασταμάτητα και υποφέρουν στα χωριά μας και για όλες τις ανάγ­κες μας εντός και εκτός της μονής. Που είναι γραμμένο ότι θα τολμούσαν να επιτρέψουν μια τέτοια απανθρωπία εκείνοι οι δίκαιοι; Δεν θα το βρεις πουθενά. Και ακόμη περισσότερο αξιοθαύμαστοι είναι αυτοί, επειδή τήρησαν με ακρίβεια τις εντολές του Ευαγγελίου, τότε που δεν είχε δοθεί ακόμη νόμος. Και εμείς, που αποκαλούμαστε οπαδοί του Ευαγγελίου και προσ­παθούμε να φθάσουμε την τελειότητα της ζωής σύμφωνα με τον Θεό, για ποιόν λόγο απαρνούμαστε με την θέλησή μας όλες τις χαρές αυτού του ματαίου κόσμου; Δίνουμε όρκους στο όνομα του Θεού ενώπιον των εκλεκτών Αγγέλων Του ότι θα ζήσουμε όλο τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας κατά τις άγιες εντολές Του, με ταπεινοφροσύνη, με ένδεια και πραότητα όπως ο Χριστός. Αλλά αργότερα ξεχνούμε τους όρκους μας και χωρίς προφανώς να τους δίδουμε καμμία αξία, προσπαθούμε συνεχώς να αποκτήσουμε κάτι, όπως και στην προηγούμενη κοσμική μας ζωή: περιουσίες και κοπάδια ζώων και να συσσωρεύσουμε γη μέσα από διάφορες αδικίες, απληστία και παράνομους τόκους, άφθονο χρυσάφι και ασήμι. Οι ευαγγελικές όμως εντολές απαγορεύουν αυστηρώς αυτού του είδους τα κέρδη.
Με όλα αυτά ρίχνουμε πάλι τον εαυτό μας μέσα στις βιοτικές μέριμνες, τις φιλονικίες και τα δικαστήρια στον ίδιο βαθμό με όσους έχουν παραδοθεί στην κοσμική ζωή. Το πιο λυπηρό όμως είναι ότι, τολμώντας να πράττουμε έτσι, σε αντίθεση με τις θείες εντολές και τους όρκους μας, όχι μόνο δεν συνειδητοποιούμε την αδικία μας, αλλά και υπερ­ηφανευόμαστε επιπλέον ότι πράττουμε ενάρετα! Ενώ θα έπρεπε να μετανοούμε ενώπιον του φοβερού Κριτή και να απομακρυνόμαστε από την αμαρτία μας και ο,τι μαζέψαμε άδικα να το μοιράσουμε δίκαια, για να αξιωθούμε και εμείς να ακούσουμε: «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο» [10]. Ας θυμηθούμε εκείνον που υπήρξε προηγουμένως σκληρός κερδοσκόπος και ύστερα έγινε ζηλωτής και φιλάνθρωπος δότης [11], ώστε να μην καταδικαστούμε μαζί με εκείνον τον άκαρδο πλούσιο που μισούσε τους πτωχούς, ο οποίος είχε ανάγκη από μία σταγόνα νερό, όταν καιγόταν στις φλόγες της άσβεστης φωτιάς, αλλά δεν την έλαβε από τον ενάρετο Αβραάμ [12], που σκέπασε όλους τους ανθρώπους με την αξιοθαύμαστη αρετή της φιλοξενίας [13].
Φιλάργυρος: Απλοϊκά καταλαβαίνεις την θεία Γραφή, γι’ αυτό και απλοϊκά την ερμηνεύεις. «Ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» [14]. «Ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν λύτρον αντί πολλών» [15], όπως μας έχει πει ο Κύριος.

 

6. Ψαλμ. 93, 6.
7. Ψαλμ. 145, 9.
8. Ψαλμ. 81, 3.
9. Πρβλ. Ιώβ 29,12-13.
10. Λουκ. 19, 9.
11. Πρβλ. Λουκ. 19,1-8.
12. Πρβλ. Λουκ. 16,19-31.
13. Πρβλ. Γέν. 18,1-8.
14. Λουκ. 9, 56.
15. Ματθ. 20, 28.

Ανάργυρος: Ας παραδεχθώ ότι και καταλαβαίνω και ερμηνεύω απλοϊκά την Αγία Γραφή. Εσύ, όμως, που την καταλαβαίνεις σωστά, πες μου· γιατί διώχνονται από τον μυστικό γάμο οι πέντε άφρονες παρθένες, ενώ οι φρόνιμες μπαίνουν μέσα μαζί με τον Νυμφίο [16]; Πες μου επίσης, αν μπορείς, γιατί από αυτούς που μετέχουν στον γάμο του Αγαπημένου οι Άγγελοι στέλνουν στο βαθύ σκοτάδι, δεμένο χειροπόδαρα, εκείνον ακριβώς που δεν είχε ένδυμα γάμου[17]; Πες μου επίσης, για ποιόν λόγο στερήθηκαν του θείου δείπνου όσοι ήταν προσκεκλημένοι στον γάμο, αλλά αρνήθηκαν και δεν πήγαν [18]; Και σε ποιόν θα ειπωθεί με οργή: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού»[19] και τα συνακόλουθα; Ποιά είναι αυτά τα σάπια ψάρια, που ως άχρηστα πετάγονται έξω [20]; Η μήπως δεν άκουσες ότι μόνο το ένα τέταρτο σπαρμένων σπόρων φέρνει καρπούς επί 100 η 60 η 30 φορές [21]; Και το πιο φοβερό, ακόμη και μερικοί από όσους έκαναν εδώ θαύματα και έδιωξαν δαιμόνια εν ονόματι του Κυρίου αποκαλούνται άνομοι [22]. Είναι δυνατό να μην καταλαβαίνεις από όλα αυτά ότι «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς»[23]; Επειδή η πίστη χωρίς καλές πράξεις είναι νεκρή, όπως λέγει ο θείος Ιάκωβος ο αδελφόθεος[24], και ομοίως, αυτές είναι νεκρές χωρίς την πίστη. Ποιός εκτελεί το θέλημα του Πατρός Του; Μόνο αυτός που αγαπάει τον μονογενή Υιό Του. Και ποιός αγαπάει αληθώς τον Υιό; Άκουσε, πως Αυτός ο ίδιος το λέγει ξεκάθαρα: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με… ο μη αγαπών με τους λόγους μου ου τηρεί» [25]. Και προσθέτει: «Υμείς φίλοι μου εστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν» [26]. Είναι σαφές ότι αυτός που περιφρονεί τις άγιες εντολές Του δεν είναι φίλος αλλά εχθρός Του και «ψεύστης», όπως λέγει ο θείος Ιωάννης «ο λέγων, έγνωκα αυτόν, και τας εντολάς αυτού μη τηρών, ψεύστης εστί, και εν τούτω η αλήθεια ουκ έστιν» [27].
Εμείς όμως ασεβούμε προς την θεία εντολή Του για την αγάπη προς τους πτωχούς, που είναι η κορυφή όλων των θείων εντολών Του και η ένωση της τελειότητας, όπως είπε ο Απόστολος Παύλος [28]. Έτσι καταπιέζουμε απάνθρωπα τους πτωχούς αδελφούς του Χριστού, εξαντλώντας τους απαιτώντας βαρείς τόκους και με διάφορες μοναστηριακές εργασίες, εντός και εκτός της μονής, κάνουμε την ζωή τους δυσβάστακτη, χωρίς να δείχνουμε κανένα έλεος. Πως μπορούμε να ευχαριστήσουμε τον Θεό, εάν πράττουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Και πως θα αποφύγουμε εκείνη την φοβερή Κρίση, όταν θα στεφανωθούν οι εκ δεξιών Του, όχι λόγω της μεγάλης νηστείας, ούτε λόγω των ολονυκτιών και των πολυώρων ψαλμωδιών, αλλά μόνο λόγω της φιλανθρωπίας και της ευσπλαγχνίας προς τους πτωχούς; Ο,τι κάνατε, λέγει, σε έναν από τους μικρότερους αδελφούς μου, το κάνατε και σε εμένα τον ίδιο [29]. Επίσης και οι εξ ευωνύμων Του δεν θα τιμωρηθούν, επειδή δεν εκτέλεσαν μεγάλες νηστείες και ολονυκτίες η δεν Τον δοξολόγησαν με πολύωρες ψαλμωδίες, αλλά επειδή ποτέ δεν έδειξαν καμμία φιλανθρωπία στους πτωχούς, που ο ίδιος δεν ντρέπεται να τους αποκαλεί αδελφούς Του [30]. Και έτσι θα γίνει, αφού έτσι είναι γραμμένο και δεν μπορεί και δεν τολμά κανείς να το αλλάξει.
Με ποιές σκέψεις λοιπόν εξαπατάς τον εαυτό σου, υποκύπτοντας στο πάθος της φιλαργυρίας και του εγωισμού; Θεωρείς μεγάλη φιλανθρωπία να δίδεις το ασήμι σου σε πτωχούς χωρικούς ως δάνειο με τόκους και με αυτόν τον τρόπο να τους παρηγορείς στην πτωχεία τους. Πράγματι, αδελφέ μου, και εγώ παραδέχομαι ότι το ασήμι που πήραν ως δάνειο από εσένα θα ήταν γι’ αυτούς μεγάλη παρηγοριά, αν, σύμφωνα με την εντολή του Θεού, τους το έδινες άτοκα και, αν δεν ζητούσες ούτε τόκους ούτε το ίδιο το δάνειο από εκείνον που δεν μπορεί να πληρώσει εξαιτίας της μεγάλης του πτωχείας. Τότε θα ένιωθες ικανοποίηση με εκείνη την ανταμοιβή, που σου υποσχέθηκε ο Θεός πλουσιοπάροχα στον μέλλοντα αιώνα. Μάλιστα θα θεωρούσες ως ανταπόδοση εκείνες τις ασταμάτητες, γεμάτες ιδρώτα, δουλειές του πτωχού ανθρώπου, που αυτός εκτελεί χειμώνα – καλοκαίρι, δουλεύοντας για σένα.
Τώρα όμως ζητάς από αυτόν με την βία να απόπληρώσει το χρέος του και του κλέβεις το μικρό του κέρδος, ενώ τον ίδιο, τι απανθρωπιά!, τον διώχνεις μαζί με την γυναίκα και τα παιδιά του από το χωριό σου με άδεια χέρια. Τι μπορεί να είναι πιο απαίσιο και πιο απάνθρωπο από αυτό, αδελφέ μου; Θα ήταν καλύτερα να μην του έδινες κανένα δάνειο από την αρχή, παρά που του το έδωσες και να τον τυραννάς τόσο απάνθρωπα. Η μήπως δεν ξέρεις, αγαπητέ μου, ότι δεν είναι εντολή του Σωτήρος να δίδει καν­εις δάνειο σε πτωχούς, αποβλέποντας σε αισχρά κέρδη άπό τους τόκους, αλλά να βοηθάμε τους φτωχούς στην ανάγκη τους και όχι να τους καταστρέφουμε εντελώς; Έτσι όσοι δεν δίδουν δάνειο με αυτήν την καλή πρόθεση μαζεύουν «πυρωμένα κάρβουνα» στο κεφάλι τους. «Καταραμένος, όποιος δίδει ασήμι σε δάνειο με τόκους στον αδελφό του» [31], λέγει η θεία Γραφή. Γνωρίζεις και συ ο ίδιος που θα σταλούν αυτοί οι καταραμένοι από τον δίκαιο Κριτή, αν και θα ήθελα να μη μιλήσω γι’ αυτό το τρομερό βασανιστήριο. Πως να μη φοβηθούμε εκείνη την αληθινή απειλή που λέγει: «Από της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων, νυν αναστήσομαι, λέγει Κύριος» [32]. Και πάλι σε άλλο χωρίο λέγει: «Ουκ εις τέλος επιλησθήσεται ο πτωχός, η υπομονή των πενήτων ουκ απολείται εις τέλος» [33]. Πόσοι πτωχοί και πένητες, χήρες και ορφανά, ταπεινωμένοι και καταφρονημένοι από μας με διαφόρους τρόπους, υπάρχουν ακόμη και φωνάζουν εναντίον μας με παράπονο και χύνουν πικρά δάκρυα από τα βάθη της ψυχής τους ενώπιον του Πατρός των ορφανών, του Κριτή των χηρών και του Προστάτη των πενήτων! Και εμείς δεν σκύβουμε καθόλου στην θλίψη και τα δάκρυά τους, μολονότι ακούμε κάθε ημέρα ότι: «κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος· κατακαχαύται έλεος κρίσεως» [34]. Αληθώς γίναμε «κατά την ομοίωσιν του όφεως, ωσεί ασπίδος κωφής και βυούσης τα ώτα αυτής» [35]. Και όπως λέγει ο Ησαΐας για τον παλαιό ανυπότακτο λαό του Ισραήλ, «επαχύνθη η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσίν αυτών βαρέως ήκουσαν» [36].

 

16. Πρβλ. Ματθ. 25,10-12.
17. Πρβλ. Ματθ. 22,11-13.
18. Πρβλ. Λουκ. 14,16-24.
19. Ματθ. 25, 41.
20. Πρβλ. Ματθ. 13,48-50.
21. Πρβλ. Ματθ. 13,8.
22. Πρβλ. Ματθ. 7,22-23.
23. Ματθ. 7, 21.
24. Ιακ. 2,17.
25. Iω. 14, 21, 24.
26. Iω. 15, 14.
27. Α΄ Ἰω. 2, 4.
28. Βλ. Α´ Κορ. 13,13.
29. Βλ. Ματθ. 25,34-40.
30. Βλ. Ματθ. 25,41-46.
31. Πρβλ. Λευϊτ. 25,36-37.
32. Ψαλμ. 11, 6.
33. Ψαλμ. 9, 19.
34. Ιακ. 2, 13.
35. Ησ. 6,10.
36. Ψαλμ. 57, 5.

Φιλάργυρος: Μα δεν σου είπα προηγουμένως ότι απλοϊκά ερμηνεύεις την Αγία Γραφή και δεν δίνεις την σωστή ερμηνεία; Πες μου, ο νόμος στην Παλαιά Διαθήκη δεν είχε καθορίσει ορισμένες πόλεις και αρκετά χωριά για την διατροφή των ιερέων και των λευϊτών; Δεν ήταν καθορισμένο να παίρνουμε την δεκάτη από όσα επωλούντο στην αγορά, όπως και ο Σωτήρας εξήγησε στο Ευαγγέλιο, μεμφόμενος τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, όχι επειδή απλώς «αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον», αλλά, επειδή αγνόησαν τις πιο σημαντικές εντολές του νόμου – «την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν» [37], και έδειχναν όλον τον ζήλο τους σε ασήμαντες και ουτιδανές εντολές του νόμου; Γι’ αυτό και πρόσθεσε ο Σωτήρας «ταύτα έδει ποιήσαι». Ποιά είναι «ταύτα»; Η κρίση, το έλεος και η πίστη. Και τι είναι «κακείνα μη αφιέναι»; Είναι το να «αποδεκατισθεί» το κάθε τρόφιμο που προτείνει η αγορά. Άρα, αν ορίστηκαν για την διατροφή τους οι πόλεις και τα χωριά, και δόθηκε εντολή να αποδεκατίζουν τα τρόφιμα, τότε εμείς που δεν υπαγόμαστε στον νόμο, αλλά που βρισκόμαστε υπό την Χάρη, ακόμη περισσότερο δεν δικαιολογούμαστε να έχουμε κέρδη και να παίρνουμε δεκάτες και γεώμορα, που καθόρισαν οι πατέρες πριν από μας, ενώ εσύ τα λες αυτά αδικαιολόγητες ανοησίες;
Ανάργυρος: Να, και πάλι αποκάλυψες την πλάνη σου με τα δικά σου λόγια, με τα οποία προσπάθησες, χωρίς να το θέλεις, να αντιταχθείς στην δίκαιη τοποθέτησή μου. Έχεις πάθει αυτό που έπαθε ο Γολιάθ, που το κεφάλι του κόπηκε από το ίδιο το σπαθί του [38]. Αν είχες προσπαθήσει να καταλάβεις σωστά το νόημα του χωρίου, «ότι εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη υμών πλείον των γραμματέων και των Φαρισαίων, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» [39], καθώς και τα λόγια του μακαρίου αποστόλου Παύλου: «Ώστε ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις· τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα» [40]. Και πάλι προσθέτει: «Τούτο δε φημί, αδελφοί, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί» [41]. Αν τα είχες καταλάβει όλα αυτά σωστά και τα είχες παραδεχθεί με απλότητα και χωρίς κακία, τότε δεν θα είχες ξεστομίσει αυτά που είπες και σε καμμία περίπτωση δεν θα είχες συγκρίνει τον εαυτό σου με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους που υπηρετούσαν τον νόμο. Μάλιστα, αφήνοντας κατά μέρος κάθε αντίρρηση, θα προσπαθούσες να υπερβείς την αλήθειά τους ακολουθώντας την εντολή του Ευαγγελίου, για να αξιωθείς και συ να εισέλθεις στην βασιλεία των ουρανών. Έτσι εισήλθαν ο Παύλος ο Θηβαίος, ο Αντώνιος, ο Παχώμιος, ο Ευθύμιος, ο Σάββας ο ηγιασμένος και άλλοι άγιοι διδάσκαλοι του θείου μοναχικού βίου, οι οποίοι με όλη την ψυχή και με όλες τις σκέψεις τους προσπάθησαν να υπερβούν την αλήθεια των Φαρισαίων, ακολουθώντας την εντολή του Σωτήρος.
Σε τι όμως συνίσταται η αλήθεια των Φαρισαίων; Άκουσέ το προσεκτικά από τον ίδιο τον Φαρισαίο, που υπερηφανεύεται λέγοντας: «Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, η και ως ούτος ο τελώνης» [42]. Ας εξετάσουμε με δίκαιο τρόπο, αν μπορεί να συγκριθεί ο μοναχικός βίος μας και η διαμονή μας με την αλήθεια εκείνων, στην περίπτωση βεβαίως που θεωρηθούν ανάλογα, αφού η βασιλεία των ουρανών θα είναι για μας απρόσιτη, κατά τον θείο λόγο, που λέγει: «Ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Είναι ευνόητο ότι ο βίος και η διαμονή μας όχι μόνο δεν θα ήταν ανάλογα με την αλήθειά τους, αλλά θα ήταν και πολύ κατώτερά τους. Εκείνος όχι μόνο δεν αδικούσε και δεν έκλεβε τα αγαθά των άλλων, αλλά και από όλη την περιουσία του έδινε την δεκάτη στους πτωχούς, μολονότι δεν είχε εντολή γι’ αυτό. Άκουσε μόνο την θεία γραφή που λέγει· «εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησιν· η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος» [43].
Εμείς όμως όχι μόνο δεν παραχωρούμε το δέκατο της περιουσίας μας στους πτωχούς, μολονότι έχουμε αυτήν την εντολή –όχι μόνο το δέκατο, αλλά όλα γενικώς να τα μοιράσουμε στους πτωχούς, αν θέλουμε να είμαστε τέλειοι– αλλά επί πλέον δεν παύουμε να αδικούμε και να αρπάζουμε τα κτήματα των πτωχών χωρικών με τους απαραδέκτους τόκους. Είναι μεγάλη αδικία και αρπαγή να συσσωρεύουμε άπληστα στην γη ασήμι και χρυσάφι αντίθετα προς την εντολή του Θεού, αλλά και να παίρνουμε σε ετήσια βάση τεράστιους τόκους από τους πτωχούς χωρικούς. Και μάλιστα να μην παραγράφουμε τα δάνειά μας, αφού από τους τόκους που παίρνουμε από αυτούς κατά την διάρκεια πολλών ετών, έχουμε ήδη πάρει πίσω τα δικά μας πολλές φορές. Επί πλέον σε εκείνους ο νόμος δεν απαγόρευε να ζούνε μαζί με τις γυναίκες τους, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, να έχουν κέρδη και με δίκαιο τρόπο να αποκτούν ασήμι και κάθε άλλη αναγκαία περιουσία.

 

37. Ματθ. 23, 23.
38. Βλ. Α´ Βασ. 17,51
39. Ματθ. 5, 20.
40. Β´ Κορ. 5, 17.
41. Α´ Κορ. 15, 50.
42. Λουκ. 18, 11.
43. Ψαλμ. 110, 9.

Όμως όλα αυτά, εκτός από την απόκτηση όλων των αναγκαίων με δίκαιο τρόπο, τα απαγορεύει αυστηρά η θεία εντολή σε μας τους μοναχούς, που διαλέξαμε τον αγγελικό βίο και έχουμε εντολή να ακολουθούμε τον Σωτήρα. Γι’ αυτό πρέπει με όλη την ψυχή μας και όλη την σκέψη μας, μέχρι την τελευταία μας αναπνοή, να απομακρυνόμαστε από όλα αυτά, αν πράγματι θέλουμε να φθάσουμε στην τελειότητα, σύμφωνα με την εντολή, που λέγει, «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν» [44], αν θέλουμε μαζί με τις φρόνιμες παρθένες να εισέλθουμε ακολουθώντας τον Νυμφίο στον ουράνιο γάμο Του. Επομένως, είναι άδικο να συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους υπηρέτες της σκηνής και τις προεικονίσεις του νόμου αυτοί που εισήλθαν στην μοναχική κοινωνία η, πράγμα ίδιο, που αφιέρωσαν τον εαυτό τους στον αγγελικό και αποστολικό βίο. Επειδή το παλαιό πέρασε και ήλθε το νέο [45]. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί» και όχι οι αδύναμοι και οι παραβάτες της εντολής «αρπάζουσιν αυτήν» [46].
Σε τι άραγε διαφέρουμε από τους κοσμικούς, αν περιβάλλουμε τον εαυτό μας με την δόξα του κόσμου και με μεγάλες περιουσίες και κέρδη, όπως στην προηγούμενη ζωή μας; Σε τι διαφέρουμε από τους κοσμικούς, αφού τυραννούμε συνέχεια με διάφορες δουλειές και απαιτούμε βαρείς τόκους από τους πτωχούς; Και αν κάποιος από αυτούς δεν είναι σε θέση να μας πληρώσει, τότε αρπάζουμε το πενιχρό κέρδος του, αλλοίμονο, και τον διώχνουμε από τα κτήματά μας με άδεια χέρια. Αυτές οι πονηρές πράξεις χαρακτηρίζουν τους κερδοσκόπους, που ζουν στον κόσμο, οι οποίοι δεν θυμούνται την μέλλουσα φοβερή Κρίση και το αιώνιο πυρ που τους περιμένει, και όχι τους μοναχούς, που διάλεξαν τον ανάργυρο και ενδεή ευαγγελικό βίο. «Ως νηπίοις εν Χριστώ» [47], λέγει ο θείος Παύλος. Όποιος ακριβώς θέλει να ζει κατά την πίστη του Χριστού αληθινά και όχι υποκριτικά, πρέπει να ανακαινίσει τον εαυτό του, απομακρύνοντας από επάνω του όλες τις πράξεις του παλαιού ανθρώπου, δηλαδή την κάθε είδους ακολασία, την αδικία, την απληστία, την αρπαγή της περιουσίας του άλλου, την κλοπή, την οινοποσία, την κάθε είδους αταξία, αισχρότητα και αυθαιρεσία, «δι’ α έρχεται η οργή του Θεού» [48], όπως λέγει πάλι ο ίδιος ο Παύλος. Αντί αυτών θα πρέπει να μάθει την αλήθεια, τον σεβασμό και την αγιότητα, «ων χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» [49]. Και πάλι λέγει ο ίδιος: «οίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι» [50].
Ας ακούσουμε από τον ίδιο τον Παύλο, που εξηγεί με σαφήνεια και συντομία, τι είναι ο «χοϊκός»: «Τούτο δε φημι, αδελφοί, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί» [51]. Εδώ η σάρκα συμβολίζει την κάθε σαρκική ασέλγεια και ακαθαρσία, ενώ ως αίμα εννοούνται οι διάφορες αδικίες και η απληστία, η αφαίρεση ξένης περιουσίας, η κλοπή και τα αισχρά εισοδήματα, σύμφωνα με τις ερμηνείες των αγίων Πατέρων. Είναι σαφές ότι όποιος παραμένει σε αυτά τα πράγματα δεν έφυγε από τον παλαιό άνθρωπο και δεν έγινε η εν Χριστώ ύπαρξη. Εμείς που λάβαμε εντολή να ζούμε όχι κατά την σάρκα, αλλά κατά το πνεύμα, πρέπει να ακολουθήσουμε τα ίχνη των οσίων Πατέρων, που έλαμψαν δια της νηστείας, και σηκώνοντας τον σταυρό του Χριστού να περάσουμε αυτήν την προσωρινή ζωή, χωρίς βιοτικές μέριμνες, με σιωπή, με κάθε αλήθεια, δοξολογώντας με ιερή ψαλμωδία και αδιάλειπτη προσευχή τον Σωτήρα.
Έχουν χαθεί τα δάκρυα και η αγνή προσευχή, η μνήμη του θανάτου και της πτώσεώς μας στην γη, εκεί όπου υπάρχουν οι βιοτικές μέριμνες, η επιδίωξη της δόξας, οι κακολογίες και οι αισχρολογίες, καθώς και οι συχνές έριδες για περιουσίες και κτήματα. «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» [52], είπε η αληθινή φωνή του Χριστού. Τι είναι όμως «ο μαμωνάς», αν όχι ο πλούτος, που μαζεύεται με διάφορες αδικίες, δηλαδή με την τοκογλυφία, με την αφαίρεση ξένης περιουσίας και με κάθε είδους βία, λόγω του εγωϊσμού και της εβραϊκής φιλαργυρίας, όπως το ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες; Γι’ αυτήν την σωτήρια εντολή του Κυρίου το αναρίθμητο πλήθος των οσίων μοναχών εγκατέλειψαν ο,τι ωραίο υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο και έφυγαν ανεπιστρεπτί για τις πιο απόμακρες ερήμους, επιδιώκοντας να φθάσουν στον αγγελικό βίο. Τον θείο ζήλο και την βούλησή τους πρέπει να μιμούμαστε, φίλτατε, για να αποκτήσουμε και εμείς τα πνευματικά χαρίσματα, όπως και αυτοί.
Ποιά είναι άραγε τα χαρίσματα αυτά; Η ταπεινοφροσύνη της καρδιάς, η πραότητα, η ακακία, η σωφροσύνη, ο πνευματικός νους και η τελεία αγάπη, που είναι η ένωση με την τελειότητα και η εκπλήρωση όλου του νόμου, όπως λέγει ο θείος Απόστολος [53]. Αν δεν έχουμε τον νόμο, δεν θα έχουμε κανένα όφελος για την ψυχή μας, έστω και αν μιλούμε με αγγελικές γλώσσες, μετακινούμε τα βουνά, γνωρίζουμε όλες τις προφητείες, ακόμη και αν παραδώσουμε τα δικά μας σώματα στην πυρά για την ορθή πίστη [54], όπως λέγει ο ίδιος ο Απόστολος.

 

44. Ματθ. 5, 48.
45. Βλ. Β´ Κορ. 5, 17.
46. Ματθ. 11, 12.
47. Α´ Κορ. 3, 1.
48. Κολ. 3, 6.
49. Βλ. Εβρ. 12, 14.
50. Α´ Κορ. 15, 48.
51. Α´ Κορ. 15, 50.
52. Ματθ. 6, 24.
53. Βλ. Ρωμ. 13,10.
54. Πρβλ. Α´ Κορ. 13,1-2.

Ας κάνουμε προσπάθεια, αγαπητέ, να αξιωθούμε και εμείς αυτήν την χάρη και την ευλογία των θείων αυτών δώρων. Αυτά αποτελούν το «εκατονταπλασίονα λήψεται» [55] στον αιώνα μας, που υποσχέθηκε ο Σωτήρας σε όσους αρνήθηκαν όλες τις περιουσίες και τις επιθυμίες τους για την μέλλουσα βασιλεία και όχι για άλλη μία απόκτηση περιουσιών, όχι για τον πλουτισμό, όπως ονειρεύεσαι. Πες μου, τι όφελος έχουν όσοι αρνήθηκαν τις περιουσίες και τα κέρδη τους για την γαλήνη και την αμεριμνησία, να επιδιώκουν ξανά να αποκτήσουν άλλα, ακόμη πιο μεγάλα από τα πρώτα, και να περιβληθούν με ακόμη μεγαλύτερες από πριν μέριμνες και δόξα; Δεν υπάρχει κανένα πνευματικό όφελος, αλλά αντίθετα θα επέλθει ψυχική ένδεια, επειδή ο σπόρος που έπεσε στα αγκάθια και πνίγηκε από αυτά, δεν έφερε καρπό στον ουράνιο δοτήρα. Άκουσε την ίδια την θεία σοφία που λέγει σαφώς το εξής για το αγκάθι: «Ο δε εις τας ακάνθας σπαρείς, ούτός εστιν ο τον λόγον ακούων, και η μέριμνα του αιώνος τούτου και η απάτη του πλούτου συμ­πνίγει τον λόγον, και άκαρπος γίνεται» [56]. Επομένως, δεν υπάρχει κανένα όφελος και είναι πολύ βλαβερό για τους μοναχούς να συσσωρεύουν πάλι περιουσίες και πλούτη, όπως το αποδείξαμε πολλές φορές. Επί πλέον, από την ερμηνεία σου προκύπτει και κάτι άλλο άστοχο. Δηλαδή, αν αυτό που είπε ο Νομοθέτης μας για το «εκατονταπλασίονα λήψεται» στον αιώνα μας, αφορά την αύξηση της περιουσίας και της απληστίας, τότε κάποιος που εγκατέλειψε μία γυναίκα, θα πάρει πολλές άλλες γυναίκες και θα κάνει παιδιά πολύ περισσότερα από πριν. Καταλαβαίνεις λοιπόν σε ποιά συκοφαντία και σε ποιά ανοησία οδηγεί η ερμηνεία που δίνεις στο παραπάνω ρητό;
Αγαπητέ μου, πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και να ερμηνεύουμε τις εντολές και τις νουθεσίες του Αγίου Πνεύματος πνευματικά και όχι σαρκικά και κοσμικά. «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» [57]. Αυτοί που μαζεύουν για τον εαυτό τους πλούτη με αδικίες και τοκογλυφία, βρίσκονται συνεχώς στα δικαστήρια και έχουν έριδες με αντίδικους για περιουσίες και χωράφια, δεν προσκυνούν τον Ύψιστο εν πνεύματι και αληθεία. «Η αίνεσις αυτού εν εκκλησία οσίων» [58] και όχι αυτών που δεν τηρούν στις εκκλησίες τις εντολές του Υψίστου, για τις οποίες σε άλλο χωρίο έχει λεχθεί: «Παραβαίνοντας ελογισάμην πάντας τους αμαρτωλούς επί της γης» [59]. Και αλλού πάλι λέγει: «Εμίσησα εκκλησίαν πονηρευομένων και μετά ασεβών ου μη καθίσω» [60]. Και σε άλλο χωρίο λέγει: «Ποιούντας παραβάσεις εμίσησα» [61]. Αν ο Θεός μας μισεί για την παράβαση των αγίων εντολών Του, τότε ποιός μπορεί να μας σώσει από την θεία οργή Του; Και παρακάτω λέγει: «Υπερηφάνω οφθαλμώ και απλήστω καρδία, τούτω ου συνήσθιον» [62]. Και ποιός άλλος έχει «υπερήφανο οφθαλμό», αν όχι αυτός που έχει ακόρεστη καρδιά Π ο άδικος και κερδοσκόπος; Σωστά έχει λεχθεί: «Άπληστη η καρδία του υπερήφανου οφθαλμού», ακριβώς επειδή ποτέ δεν ικανοποιεί τον άνθρωπο η συσσώρευση του χρυσαφιού και του ασημιού. Τρομερό, αληθινά τρομερό πράγμα, είναι η επιθυμία του χρυσαφιού και αυτή, σύμφωνα με τον Απόστολο, γίνεται η αιτία όλων των κακών [63]. Αυτή δεν φεύγει ποτέ, αλλά όσο περισσότερο χορταίνει, τόσο περισσότερο αυξάνει στον κερδοσκόπο. Το πάθος της φιλαργυρίας και της απληστίας μοιάζει με την φωτιά. Όπως και η φωτιά, όσο περισσότερα καύσιμα έχει, τόσο περισσότερο φουντώνει, έτσι και η δίψα του χρυσού πάντοτε, όλο και περισσότερο φουντώνει μέσα στην ακόρεστη καρδιά αυτού που αγαπάει το χρυσάφι. Γι’ αυτό το Άγιο Πνεύμα μας προειδοποιεί με την θεόπνευστη γλώσσα του μακαρίου Δαυίδ λέγοντας: «Μη ελπίζετε επ’ αδικίαν και επί αρπάγματα μη επιποθείτε· πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν» [64]. Γιατί; Γιατί «ρίζα πάντων των κακών εστιν η φιλαργυρία» [65]. Εξαιτίας της πολλοί έφθασαν σε μεγάλη απανθρωπιά και σε τέτοια κτηνωδία, που δεν δίστασαν όχι μόνο να αρπάζουν άδικα τις περιουσίες των άλλων, αλλά και να αφαιρούν την ζωή τους με τρομερά βασανιστήρια. Μερικοί από αυτούς αρνήθηκαν την ορθή πίστη, για να μη χάσουν τον πλούτο τους, ενώ άλλοι κρεμάστηκαν και αυτοκτόνησαν από την απελπισία τους.

 

55. Βλ. Μάρκ. 10,30. Λουκ. 8,8.
56. Ματθ. 13, 22.
57. Ιω. 4, 24.
58. Ψαλμ. 149, 1.
59. Ψαλμ. 118, 119.
60. Ψαλμ. 25, 5.
61. Ψαλμ. 100, 3.
62. Ψαλμ. 100, 5.
63. Πρβλ. Τίτ. 6,10.
64. Ψαλμ. 61, 11.
65. Α΄ Τιμ. 6, 10.

Γι’ αυτό, φίλτατε, πολλές φορές είναι καλύτερο και πιο σωτήριο να είσαι πτωχός και να πηγαίνεις σε πόλεις και χώρες ακολουθώντας τον Χριστό. Και αν κάπου τύχει να υποστείς την ύβρη και την ατιμία, να υπομείνεις με ευχαρίστηση, τηρώντας τις εντολές του Σωτήρος και τους κανόνες του μοναχικού βίου, παρά να βυθιστείς μέσα στον χρυσό και στο ασήμι και να αποκτήσεις γη και περιουσία, αντιθέτα προς την εντολή του Κυρίου που λέγει: «Αγαθός μοι ο νόμος του στόματός σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου» [66]. Και προς το άλλο χωρίο που λέγει: «Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν» [67]. Και πάλι λέγει: «Αδικίαν εμίμησα και εβδελυξάμην, τον δε νόμον σου ηγάπησα» [68]. Ο νόμος του Σωτήρος δεν συνίσταται στην τέλεια, εξ όλης της καρδιάς αγάπη προς τον Ύψιστο και τον πλησίον μας, όπως το ακούμε και από το άγιο Ευαγγέλιο: «εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» [69]. Ενώ ο φιλάργυρος και φιλοκερδής μοναχός δεν επιθυμεί να είναι θεοφιλής, όπως πρέπει, και δεν μπορεί να είναι φιλόπτωχος, αφού με αυτά που κάνει παραβαίνει τις εντολές του Θεού. Ο ίδιος ο δίκαιος Κριτής λέγει: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνός εστιν ο αγαπών με» [70]. Επομένως δεν έχει αγάπη προς τον Σωτήρα αυτός, που από άδικα κέρδη συσσωρεύει πλούτο, τυραννώντας με κάθε τρόπο τους πτωχούς χωρικούς και απαιτώντας από αυτούς τόκους. Επειδή, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «η αγάπη τω πλησίον κακόν ουκ εργάζεται· πλήρωμα ουν νόμου η αγάπη» [71], και αντιθέτως αυτή πάντοτε είναι γενναιόδωρη και εύσπλαγχνη προς όλους γενικά αυτούς που ζουν σε βάσανα και σε ένδεια, σύμφωνα με το χωρίο: «Όλην την ημέραν ελεεί και δανείζει ο δίκαιος, και το σπέρμα αυτού εις ευλογίαν έσται» [72]. Και δανείζει έτσι, όπως το διατάζει η φιλάνθρωπος εντολή του πιο δικαίου νομοθέτη, ο οποίος λέγει: «Και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα. Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» [73].
Γιατί λοιπόν, φίλτατε, παραβαίνουμε ανόητα την τόσο φιλάνθρωπη και ψυχοσωτήρια εντολή του Σωτήρος μας; Μήπως πρέπει να φοβόμαστε το ρητό «επετίμησας υπερηφάνοις· επικατάρατοι οι εκκλίνοντες από των εντολών σου» [74]; Και σε άλλο χωρίο η Γραφή λέγει: «Και γαρ πάντες οι υπομένοντές σε ου μη καταισχυνθώσιν· αισχυνθήτωσαν οι ανομούντες διακενής» [75]. Και επίσης λέγει: «Εξουδένωσας παν­τας τους αποστατούντας από των δικαιωμάτων σου, ότι άδικον το ενθύμημα αυτών» [76]. Αν όλα αυτά έχουν ειπωθεί από το Άγιο Πνεύμα και είναι αληθή, τότε να έχουμε φόβο, αδελφέ, και να γίνουμε καλύτεροι ενώπιον του δικαίου Κριτή, επειδή «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» [77]. Αν δεν θεωρούμε αυτά τα θεία λόγια ως αληθινά, τότε γιατί την ώρα της κουράς μας δώσαμε όρκους στον Θεό να ζούμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας σύμφωνα με τις άγιες εντολές Του; Επειδή είναι καλύτερο, όπως λέγει η σοφία του Θεού, να μην υπόσχεσαι κάτι και να το εκπληρώσεις, παρά να το υποσχεθείς και να μην το εκπληρώσεις [78]. Και πάλι: «Εύξασθε και απόδοτε Κυρίω τω Θεώ ημών· πάντες οι κύκλω αυτού οίσουσι δώρα» [79]. Αν αποδώσουμε τις προσευχές στον Κύριο, δηλαδή αν εκπληρώσουμε τους όρκους που δώσαμε με την κουρά μας, τότε θα είμαστε αληθινά μακάριοι και θα έχουμε ευλογία. Αν όμως Του πούμε ψέματα, τότε ας φοβηθούμε, αδελφέ, τον λόγο: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος. Άνδρα αιμάτων και δόλιον βδελύσσεται Κύριος» [80].
Φιλάργυρος: Πάψε επιτέλους, άνθρωπε, αυτήν την πολύωρη κενολογία σου. Γιατί να κατηγορηθούμε, επειδή εκμεταλλευόμαστε τα κτήματα και κατέχουμε χωριά και χωράφια, αφού κανείς από μας δεν έχει κάτι δικό του και κανείς δεν έχει την δυνατότητα να πάρει κάτι και να το πάει αλλού; Γι’ αυτό, πολύ σωστά, μπορούμε να αποκαλούμαστε όντως ανάργυροι, καθώς κανείς από μας δεν έχει κάτι δικό του, αλλά όλα όσα έχουμε είναι κοινά.
Ανάργυρος: Αυτό είναι αστείο. Και μάλιστα μοιάζει με το εξής: Αν κάποιοι ζούσαν άνομα με την ίδια πόρνη και τους είχαν ανακαλύψει, ο καθένας τους θα έλεγε για τον εαυτό του: Δεν φταίω, επειδή αυτή αποτελεί κοινό κτήμα. Η αν κάποιος συμμετείχε μαζί με κάποιους ληστές σε μία ληστεία, και έπειτα, όταν τον έπιαναν και τον παρέδιδαν σε βασανιστήρια και σε ανάκριση, θα απαντούσε: Εγώ δεν φταίω σε τίποτα, επειδή οι άλλοι κράτησαν τα πάντα, ενώ εγώ δεν πήρα τίποτα από τα κλεμμένα αγαθά. Σε βεβαιώνω ότι η δική σου απάντηση θα φανεί στους δίκαιους κριτές κενολογία και όχι η δική μου.

 

66. Ψαλμ. 118, 72.
67. Ψαλμ. 36, 16.
68. Ψαλμ. 118, 163.
69. Ματθ. 22, 40.
70. Ιω. 14, 21.
71. Ρωμ. 13, 10.
72. Ψαλμ. 36, 26.
73. Λουκ. 6, 34-36.
74. Ψαλμ. 118, 21.
75. Ψαλμ. 24, 3.
76. Ψαλμ. 118, 118.
77. Εβρ. 10, 31.
78. Πρβλ. Παρ. 12,22.
79. Ψαλμ. 75, 12.
80. Ψαλμ. 5, 7.

Θα ήθελα να σου παρουσιάσω σοβαρά τεκμήρια και αδιάψευστες αποδείξεις από πολλούς παλαιοτέρους θεόπνευστους άνδρες, με τα οποία θα σου απεδείκνυα ότι είναι παράνομο και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός, ότι οι μοναχοί πάλι περιβάλλουν τον εαυτό τους με βιοτικές φροντίδες και δόξα, παίρνουν τόκους και με διάφορους τρόπους καταπιέζουν τους πτωχούς και τους ενδεείς ανθρώπους. Επειδή όμως ξέρω ότι τα γνωρίζεις όλα αυτά, αν και εν γνώσει σου τα παραβλέπεις, νικημένος από το πάθος του εγωισμού και της φιλαργυρίας, τα αφήνω ως πράγματα που δεν έχουν για εσένα σημασία.
Θα αναφέρω όμως ένα ρητό του αποστόλου Παύλου και με αυτό θα κλείσω τον Λόγο μου. Αυτός ο θείος ευαγγελιστής και φωτιστής της οικουμένης ωθεί σε πνευματικούς αγώνες όσους ο ίδιος σε όλη την οικουμένη ανέθρεψε στην πίστη με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, επειδή ακριβώς επιθυμεί να ασκούνται πάντοτε και να είναι φλογεροί ζηλωτές της ορθής πίστεως: «Ουδείς στρατευόμενος εμπλέκεται ταις του βίου πραγματείαις, ίνα τω στρατολογήσαντι αρέσει» [81]. Αυτός λοιπόν δεν θέλει να εμπλακούν στις περιττές μέριμνες της παρούσης ζωής, αλλά με όλη την ψυχή τους να ακολουθούν την ευσέβεια όσοι ζουν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Εμείς οι μοναχοί ακόμη περισσότερο πρέπει να ακούμε αυτόν τον θείο διδάσκαλο και να ακολουθούμε τον μοναχικό και αγγελικό βίο με όλη την ψυχή μας με φλογερό ζήλο, ζωντας με κάθε αλήθεια και οσιότητα, απομακρύνοντας τον εαυτό μας από κάθε αδικία και μίασμα της βιοτικής μέριμνας και από κάθε απρέπεια. Τότε θα δοξαστεί και δεν θα κακολογηθεί δι’ ημών στην οικουμένη το πανάγιο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα και μεγαλοπρέπεια συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω αγίω και ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Προς τον αναγνώστη:
Το κήρυγμα της ευσέβειας δεν ωθεί κανέναν σε κάτι, στο οποίο αυτός ο ίδιος δεν έχει καλή προδιάθεση. Αλλά «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόνΙ» [82]. Και πάλι λέγει: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχονταΙ.» [83]. Και δια του προφήτη Ησαΐα προσθέτει: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» [84]. Από όλα αυτά και από άλλα παρόμοια χωρία φαίνεται ότι η βασιλεία των ουρανών προτείνεται στους καλοπροαιρέτους, γιατί ο,τι γίνεται δια της βίας και χωρίς την θέληση κάποιου δεν είναι άξιο επαίνου από τον δίκαιο Κριτή. Γι’ αυτό και ο παρών Λόγος, που αφορά τον ανάργυρο βίο, παρακαλεί όλους αυτούς που τον διάβασαν, αν εκ προαιρέσεως ανήκουν στους αναργύρους, να στηρίζονται με αυτόν, προς το καλό. Να τηρούν με πολύ ζήλο τις ευαγγελικές εντολές, δηλαδή να ζουν με κάθε αλήθεια και αγιότητα, τρώγοντας το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους [85], σύμφωνα με την παλαιά θεία εντολή. Επίσης αυτός ο Λόγος παρακαλεί αυτούς που είναι εκ προαιρέσως φιλάργυροι να μην θυμώνουν για ο,τι έχει λεχθεί και να μην εχθρεύονται αυτόν που τον συνέταξε από αγάπη για την αλήθεια. Επειδή ο λόγος αυτός δεν περιέχει τίποτα, που να διαφωνεί με τις εντολές του Ευαγγελίου και την παράδοση των αποστόλων.
Γι’ αυτό ο συγγραφέας παρακαλεί τους αναγνώστες, αφού μάθουν την δύναμη των λόγων που εξηγούν την αλήθεια, να συγκινηθούν και, όπως πρέπει, να κατηγορήσουν τον εαυτό τους και όχι να τον δικαιολογούν, αλλά να εξομολογηθούν στον δίκαιο Κριτή. Επίσης να αποκαλύψουν ενώπιον του Κυρίου των όλων την παράβαση που έκαναν από ανθρώπινη αδυναμία, να προσευχηθούν ολόψυχα σε Αυτόν για να τους δώσει την χάρη, ώστε να αλλάξουν προς το καλύτερο και να αποκτήσουν την σωτήρια διάθεση της αναργυρίας και τον κατάλληλο τρόπο σκέψης.
Επειδή δεν είναι τόσο μεμπτό να αμαρτάνουμε –αυτό είναι οικείο στην ανθρωπίνη φύση– όσο να αμαρτάνουμε, να μη συνειδητοποιούμε την αμαρτία μας και να μην την εξομολογούμαστε. Επομένως ακούστε και εσείς αυτόν τον Λόγο με ορθότητα σκέψεως και με την πρέπουσα χριστιανική σωφροσύνη και πραότητα. Αν όμως αγανακτείτε και απορείτε με τις στηλιτευτικές και δυνατές αποδείξεις του, τις ευαγγελικές και τις αποστολικές, σχετικά με τον αληθινό μοναχικό βίο, τότε δεν θα πω τίποτα άλλο, παρά αυτό που λέγει η θεία Κλίμακα: «Όποιος αποστράφηκε τους ελέγχους, απελπίστηκε για την σωτηρία του» [86]. Χαίρε, Κύριε!

 

81. Β΄ Τιμ. 2, 4.
82. Λουκ. 9, 23.
83. Ματθ. 19, 21.
84. Ησ. 1,19.
85. Πρβλ. Γέν. 3, 19.
86. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Κλίμαξ, Εισαγωγή-κείμενον-μετάφρασις-σχόλια-πίνακες υπό Αρχιμ. Ιγνατίου, Λόγος εις τον ποιμένα 30, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1997, σ. 387 (PG 88, 1180Β).

Σχετικά άρθρα Άγιος Μάξιμος ο Γραικός
Άγιος Μάξιμος ο Γραικός 21 Ιανουαρίου 2020 Ο Άγιος Μάξιμος, σπουδαία προσωπικότητα του 16ου αιώνα, έμεινε στην ιστορία με την προσωνυμία «Γραικός», δηλαδή «Έλληνας». Είναι ο Έλληνας φωτιστής των Ρώσσων που ανακηρύχθηκε άγιος τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και από το Πατριαρχείο Μόσχας το 1988. Ήδη, όμως, από τα μέσα του 16ου αιώνα είχαν αρχίσει να συντάσσονται βίοι του Οσίου Μαξίμο...
Λόγος Στ΄: Λόγος ελεγκτικός κατά της πλάνης των Αγαρηνών και εκείνου που την επινόησε 11 Ιανουαρίου 2019 Λόγος Στ΄: Λόγος ελεγκτικός κατά της πλάνης των Αγαρηνών και εκείνου που την επινόησε, του Μωάμεθ του κυνός Κατά το μέτρο της ευσεβούς δυνάμεως που υπάρχει μέσα μου, και με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχουμε ήδη στηλιτεύσει την βλαβερή πίστη των Ιουδαίων αλλά και την ελληνική ασέβεια και τις λατινικές αιρέσεις . Αν παραλείψουμε όμως την στηλίτευ...
Πορίσματα Διεθνούς Επιστημονικής Ημερίδος: «Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός (Από το Άγιον Όρος στη Ρωσσία (1518-2018)» 22 Δεκεμβρίου 2018 Πορίσματα Διεθνούς Επιστημονικής Ημερίδος: «Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός (Από το Άγιον Όρος στη Ρωσσία (1518-2018)» 1. Ο άγιος Μάξιμος εντάσσεται στη χορεία των ησυχαστών Πατέρων, οι οποίοι απεργάστηκαν μία «πνευματική μετάγγιση» της ορθοδόξου παραδόσεως στην Εκκλησία της Ρωσσίας. Αποτελεί, μάλιστα, την κορύφωση αυτού του πνευματικού εγχειρήματος. ...
Εμφανή και κεκρυμμένα αίτια της δικαστικής διώξεως του αγίου Μαξίμου του Γραικού 22 Δεκεμβρίου 2018 Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1525 ξεκινά η δίκη του Αγίου Μαξίμου στη Μόσχα, αρχικά στο παλάτι του Ρώσου ηγεμόνα και κατόπιν στη Συνοδική μεγάλη αίθουσα του Πατριαρχείου της Μόσχας . Έχει προηγηθεί συστηματική προπαγάνδα απαξιώσεώς του εκ μέρους του επιτελείου του Μητροπολίτη Δανιήλ, παρουσιάζοντάς τον ως αιρετικό, κατάσκοπο και όργανο του Σατανά . Τ...
Ο Άγιος Μάξιμος και η κατάσταση στην Ρωσία 18 Δεκεμβρίου 2018 Κορυφαία στιγμή στη ζωή του Αγίου Μαξίμου του Γραικού αποτελεί η διπλή δίκη του. Πώς όμως κατέληξε εκεί; Από το 1518 που έφτασε στην Ρωσία μέχρι το 1525 που οδηγείται στην πρώτη του δίκη, έχει αποκτήσει πλήρη εικόνα της μεγάλης εκκλησιαστικής, θεολογικής, πνευματικής και ηθικής παρακμής της Ρωσικής κοινωνίας γενικά και της Ρωσικής Εκκλησίας ειδικό...