Οι «υιοί της βροντής» μέσα από ευαγγελικές περικοπές

1 Ιουλίου 2018

Ο Ιωάννης και ο αδελφός του Ιάκωβος, ήταν παιδιά του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης. Καταγόταν από μία παράκτια πόλη στη λίμνη της Τιβεριάδος, τη Βηθσαιδά. Το όνομα Βηθσαιδά στα αραμαικά σημαίνει «τόπος αλιείας – αλιέων» και είναι φανερό ότι οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης ασχολούνταν με την αλιεία. Το επάγγελμα αυτό ασκούσαν και οι δύο αδελφοί Απόστολοι, Ιάκωβος και Ιωάννης, μαζί με τον πατέρα τους. Μάλιστα, ήταν συνεργάτες και με τον Απόστολο Πέτρο, όπως φαίνεται από το Ευαγγέλιο του Λουκά «ομοίως δε και ᾿Ιάκωβον και ᾿Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» [1] . Επίσης, ο Ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει ότι τα δύο αδέλφια, αμέσως μετά την κλήση τους ακολούθησαν τον Κύριο, αφήνοντας τον πατέρα και τους μισθωτούς τους στο ψαροκάικο «Και προβάς εκείθεν ολίγον είδεν ᾿Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και ᾿Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, και αυτούς εν τω πλοίω καταρτίζοντας τα δίκτυα, και ευθέως εκάλεσεν αυτούς. και αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» [2].

Οι δύο Απόστολοι είχαν βαθιά και αληθινή αγάπη για το Διδάσκαλό τους, ήταν πιστοί και αφοσιωμένοι μαθητές και βρίσκονταν πάντα κοντά στον Ιησού Χριστό. Είχαν έντονη προσωπικότητα, όπως μαρτυρείται από ένα περιστατικό που διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Συγκεκριμένα, όταν ο Κύριος αποφάσισε να αναχωρήσει για την πόλη των Ιεροσολύμων, έστειλε πρώτα αγγελιοφόρους για να προετοιμάσουν τον ερχομό Του. Εκείνοι μπήκαν σε ένα χωριό των Σαμαρειτών, όμως οι Σαμαρείτες έδιωξαν τους αγγελιοφόρους του Κυρίου. Όταν πληροφορήθηκαν το περιστατικό αυτό ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης είπαν στον Κύριο «Κύριε, θέλεις είπωμεν πυρ καταβήναι από ουρανού και αναλώσαι αυτούς, ως και ᾿Ηλίας εποίησε;» [3]. Ο Χριστός, θέλοντας να νουθετήσει τους δύο Αποστόλους απάντησε «ουκ οίδατε ποίου πνεύματός εστε υμείς· ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» [4]. Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο διασώζει την πληροφορία ότι ο Ιησούς «επέθηκεν αυτοίς ονόματα Βοανηργές, ο εστιν υιοί βροντής» [5]. Ο Καθηγητής Καραβιδόπουλος αναφέρει ότι την ονομασία αυτή ερμήνευσαν οι πατέρες ως προανάκρουσμα της «υψιπετούς» θεολογικής τους διδασκαλίας [6]. «Δίκην γαρ βροντής ουρανόθεν εβρόντησαν ούτοι τα θεολογικά δόγματα, ο μεν Ιάκωβος αγράφως, ο Ιωάννης εγγράφως» (Ζιγαβινός), «υιοί βροντής διά το μέγα και διαπρύσιον ηχήσαι τη οικουμένη της θεολογίας τα δόγματα» (Βίκτωρ).

Ο Ιάκωβος μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη βρίσκονταν κοντά στον Κύριο και βίωσαν μόνο αυτοί, από το στενό κύκλο των δώδεκα, αρκετά θαυμαστά γεγονότα, όπως για παράδειγμα τη Μεταμόρφωση του Κυρίου [7]. Επίσης, μόνο στους τρεις αυτούς μαθητές επέτρεψε να Τον ακολουθήσουν όταν ανέστησε την κόρη του Ιάειρου [8]. Τέλος, μόνο από εκείνους ζήτησε ο Χριστός να Τον συνοδεύσουν στον τόπο της προσευχής Του, στη Γεθσημανή, στο Όρος των Ελαιών λίγο πριν τη σύλληψη και το εκούσιο Πάθος Του [9]. Όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, ο Ιάκωβος ο Ζεβεδαίος ήταν ο πρώτος από τους δώδεκα Αποστόλους, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο [10], δια αποκεφαλισμού, επί Ηρώδη Αγρίππα [11].

Ο Ιωάννης ο Ζεβεδαίος αναφέρεται ως ο μαθητής «ον ηγάπα ο Ιησούς» [12]. Ονομάζεται και Ιωάννης ο Ευαγγελιστής [13] καθώς και Ιωάννης ο Θεολόγος. Από τη στιγμή της κλήσης του, ακολουθεί τον Ιησού σε όλη τη διάρκεια του δημόσιου βίου Του επί τρία χρόνια, χωρίς να λείψει στιγμή από το πλευρό Του. Ήταν παρών σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του Ιησού, ενώ ακόμα και μετά τη σύλληψη του Διδασκάλου του, ήταν ο μόνος που βρήκε τη δύναμη και το θάρρος να σταθεί δίπλα Του και να Τον ακολουθήσει μέχρι το Σταυρό [14]. Ο Ιωάννης ήταν ο πρώτος από το στενό κύκλο των δώδεκα μαθητών, ο οποίος αξιώθηκε να δει το κενό μνημείο μετά από την τριήμερη Ανάσταση του Ιησού Χριστού [15]. Η Εκκλησία δέχεται ότι ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου πέθανε, ετάφη, αναστήθηκε και εν συνεχεία μετέστη στον ουρανό, στην αιώνια και αληθινή ζωή. Μάλιστα, ο ίδιος ο Ευαγγελιστής αναφέρει «Ο έχων τον υιόν έχει την ζωήν, ο μη έχων τον υιόν του Θεού την ζωήν ουκ έχει» [16].

 

1. Λκ. 5, 10.
2. Μκ. 1, 19-20.
3. Λκ. 9, 54.
4. Λκ. 9, 55-56.
5. Μκ. 3, 17.
6. Ι. Καραβιδόπουλου, Το κατά Μάρκον Εὐαγγέλιο, Θεσσαλονίκη: Πουρναρά 1988, 142-143.
7. Μτ. 17, 1-13.
8. Μκ. 5, 35-43.
9. Μτ. 26, 36-46.
10. Πρ. 12, 1-2.
11. Χ. Καρακόλη, Ερμηνευτικές Προσεγγίσεις, Απαντήσεις σε απορίες από την Καινή Διαθήκη, Αθήνα: Αποστολική Διακονία 2005, 26-27.
12. Ιω. 13, 23.
13. Βλ. Σ. Αγουρίδη, Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Εισαγωγικά, εξηγητικά και θεολογικά μελετήματα εις το Δ΄ Εὐαγγέλιον, Αθήνα 1984.

14. Ιω. 19, 25-27.
15. Ιω. 20, 1-5.
16. Α΄ Ιω. 5, 12.