Υπομονή και επιμονή

10 Φεβρουαρίου 2019

«Ουκ έστιν καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυνα­ρίοις». Στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος μας μεταφέ­ρει, αδελφοί μου, το ση­μερινό ευαγγελικό ανά­γνω­σμα, εκεί όπου ο Χρι­στος συναντά μια Χανα­ναία γυναίκα, μία ειδωλο­λα­τρι, που προστρέχει προς αυτόν και αιτείται το έλεός του. Δεν ζητά κάποια προσωπική χάρη, αλλά τον παρακαλεί να θεραπεύσει την κόρη της, η οποία «κα­κως δαιμονίζεται».

Είχε ακούσει, ασφαλώς, η Χαναναία για τα θαύματα του Ιησού και απελπισμένη από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η κόρη της, επιχει­ρεί να κάνει κάτι που ξεπερνούσε τα όριά της. Αν και η ίδια δεν έχει γνωρί­σει τον αληθινό Θεό, αναγνωρίζει τη δύνα­μη του επάνω στα δαιμόνια τα οποία ταλαιπωρούν και κα­ταδυναστεύουν το παιδί της. Γι᾽ αυτό και τρέχει πι­σω από τον Χριστό και φω­νάζει και παραρακαλεί και ικετεύει το έλεός του.

Παράδοξη η στάση της για τα ανθρώπινα κριτήριά μας, όμως ακόμη πιο παρά­δοξη η στάση του Χριστού, του ελεήμονος και φιλαν­θρω­που. Την ακούει, αλλά δεί­χνει να αδιαφορεί. Την βλε­πει να τρέχει πίσω του, αλλά την αγνοεί. Γνωρίζει ως παντογνώστης όχι μόνο το πρόβλημά της αλλά και τη μύχια πίστη της αλλά φαί­νεται να μη δίνει σημα­σία. Σιωπά. Και η γυναίκα συνεχίζει να κραυγάζει σε τέτοιο βαθμό που οι μαθη­τες του ενοχλούνται και του ζητούν να κάνει κάτι για να φύγει και να τους αφήσει στην ησυχία τους.

Αν ο Χριστός εξέπληττε με­χρι αυτή τη στιγμή τους αποστόλους με τη σιωπή του, τώρα τους εκπλήττει με την απάντησή του: «ουκ απεστάλην ει μη εις τα προ­­βατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». Η αποστο­λη μου είναι μόνο να σώσω τα απολωλότα πρόβατα του Ισραήλ. ᾽Απογοητευ­τι­κη η απά­ντηση του Κυρίου προς τους μαθητές του, αλλά ακόμη πιο απογοη­τευ­­τική και πιο σκληρή η απάντησή του προς τη Χα­να­­ναία: «Δεν είναι σωστό να παίρνεις το ψωμί των παιδιών σου και να το πετάς στα σκυλιά». Σκληρός ο λο­γος, αλλά έχει τη σημασία του. Ο Χριστός γνωρίζει και την πίστη της και την αντοχή της. Η φιλεύ­σπλαγ­­χνη καρδία του συμ­πο­­να ασφαλώς και τη μη­τέρα και τη θυγατέρα της που βασανίζεται από το πο­νη­ρο πνεύμα. Όμως θέλει να δοκιμάσει την πίστη της για να διδάξει τη δύναμή της. Την αφήνει να περιμέ­νει και να επιμένει στην πα­ράκλησή της για να δι­δα­ξει την ανα­γκαιότητα της υπομονής και της επι­μονής.

Και η Χαναναία δεν υπο­χω­ρεί, δεν παρεξηγείται από τη σκληρή απάντη­ση του Κυρίου, δεν απελπί­ζεται. Γνωρίζει ενδόμυχα ότι αυτός είναι ο Σωτή­ρας. Γνωρίζει μυστικά το μέγε­θος της αγάπης του. Πι­στεύει, γι᾽ αυτό μπορεί να υπομένει και να επιμένει. Γι᾽ αυτό έχει την τόλμη να απαντά στην άρνησή του με μια θαρραλέα παρα­δοχή: «ναί, Κύριε, και γαρ τα κυ­νάρια εσθίει από των ψι­χι­ων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυ­των». Ναί, μπορεί να μην είναι σωστό να πάρει κα­νείς το ψωμί των παιδιών του και να το ρίξει στα σκυλιά, αλλά και τα σκυ­λάκια τρώνε από τα ψίχου­λα του ψωμιού που πε­φτουν από το τραπέζι των κυρίων.

Και η Χαναναία νικά με την επιμονή και την πίστη. Νικά και απολαμ­βάνει όχι μόνο τον δημόσιο έπαινο του Ιησού αλλά και την εκ­πλήρωση του αιτήματός της: «ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις· γενηθήτω σοι ως θέλεις».

Μία γυναίκα ειδωλο­λα­τρις δίνει, αδελφοί μου, και σε μας σήμερα ένα μάθημα πίστεως και ένα μάθημα ζωής και σωτηρίας. Οι κραυ­γες της μας διδάσκουν την ανάγκη της προσευχής, μέσω της οποίας μπορούμε να προστρέχουμε και εμείς στον Χριστό. Το τρέξιμό της πίσω από τον Χριστό μας διδάσκει ότι αν επιθυ­μου­με τη σωτηρία μας πρε­πει να στρέψουμε τη ζωή μας προς Εκείνον και τον λόγο του. Η παραδοχή της ότι και η ίδια είναι σαν ένα ανάξιο σκυλί, που μπορεί να μην αξίζει το σύνολο της δωρεάς του Θεού αλλά μπορεί να εκζητεί ένα ελά­χιστο μέρος της, αποδεικνύ­ει το μέγεθος της ταπεινο­φρο­σύνης της και δείχνει και σε μας τον δρόμο μέσω του οποίου μπορούμε να επιτύχουμε το έλεος του Θεού και τη σωτηρία. Και το γεγονός αυτό πιστοποιεί η τελική απάντηση του Κυρίου που ανοίγει την καρδιά του και αγκαλιάζει τον άνθρωπο που τον πι­στεύει και τον εμπιστεύ­ε­ται και του χαρίζει τη ακένωτη δωρεά του ελέους του.

Αδελφοί μου, ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι οι α­γι­οι πατέρες όρισαν να δια­βάζεται αυτή ακριβώς η ευ­αγ­­γελική περικοπή την τε­λευ­ταία Κυριακή πριν από την είσοδό μας στο Τριώ­διο, πριν από την είσοδό μας στην περίοδο αυτή της μετανοίας και της σωτη­ρίας. Και την όρισαν για να μας προετοι­μάσουν ψυχι­κα, ώστε να ακολουθή­σου­με και εμείς μαζί με τη Χα­ναναία τον δρόμο που οδη­γεί στη σωτηρία μας.