Ο Άγιος Κυπριανός Καρθαγένης και το ζήτημα των Πεπτωκότων (Lapsi)

20 Φεβρουαρίου 2019

O Άγιος Κυπριανός (1) (Thascius Caecilius Cyprianus, Καρθαγένη 200/210-258), αναγνωρίστηκε από την χριστιανική συνείδηση ως μια από τις περισσότερο σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων. Το θεολογικό του έργο και οι αγώνες του για την ενότητα της Εκκλησίας τον κατατάσσουν στην πρώτη γραμμή των Λατίνων Πατέρων όλων των εποχών (2).

Η Εκκλησία στην εποχή του Κυπριανού δοκίμασε στους κόλπους της μια εξαιρετικά επικίνδυνη κρίση, η οποία κυριολεκτικά απείλησε τη γνησιότητα και την ενότητά της και η κρίση αυτή οφειλόταν κυρίως στα εξής τρία θέματα: α) Τη συγχώρεση ή μη των πεπτωκότων (lapsi). β) Την ενότητα της Εκκλησίας. γ) Την εγκυρότητα ή μη του βαπτίσματος των αιρετικών.

Οι διωγμοί πέραν του νέφους των μαρτύρων και των πνευματικών δυνάμεων του Χριστιανισμού, δημιούργησαν πολύ σοβαρά εσωτερικά προβλήματα λόγω της εκπτώσεως των ασθενεστέρων από την πίστη. Η έκπτωση συνίστατο στην άρνηση του Χριστού από τους Χριστιανούς ενώπιον των Ρωμαϊκών αρχών με τη θυσία στους εθνικούς θεούς, ή με την προσφορά θυμιάματος στο άγαλμα του αυτοκράτορα ή και στους εθνικούς θεούς ή με εξασφάλιση κάποιου λιβέλλου τελέσεως των ανωτέρω πράξεων από τη ρωμαϊκή αρχή ή τέλος με την επίδοση ιερών βιβλίων της Εκκλησίας κατά τους διωγμούς του Γ΄ αιώνα για την απόδειξη της αρνήσεως του Χριστιανισμού.

Το γεγονός βέβαια του ότι μόνο με την ομολογία της πίστεως ήταν αρκετό ώστε ο χριστιανός να καταδικαστεί σε επώδυνο και ταπεινωτικό θάνατο συνετέλεσε ώστε σε όλες τις περιόδους των διωγμών να αναφανούν, πέρα του νέφους των μαρτύρων και ένας αριθμός πεπτωκότων (lapsi).

Η μεταμέλεια και η επιθυμία επιστροφής των πεπτωκότων στους κόλπους της Εκκλησίας, μετά το τέλος των διωγμών, απασχόλησε σοβαρά την Εκκλησία, ιδιαίτερα στις περιοχές της Ιταλίας, Β. Αφρικής, Αιγύπτου και Μικράς Ασίας. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν σαφές: Μπορούν οι πεπτωκότες μετά από ανάλογη μετάνοια να επιστρέψουν στους κόλπους της Εκκλησίας (3);

Η αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού έθεσε πράγματι σε δοκιμασία την Εκκλησία της Καρχηδόνας. Οι αυστηροί μοντανίζοντες κύκλοι(4) υποστήριζαν ότι η Εκκλησία δεν πρέπει, αλλά και δεν μπορεί να συγχωρήσει τους μετανοούντες πεπτωκότες (lapsi)˙ άλλοι, οι πολλοί επιεικείς κληρικοί, τους δέχονταν με μόνη προϋπόθεση τη δήλωση της επιθυμίας τους για επιστροφή στην Εκκλησία με συγχωρητικό έγγραφο, που έπαιρναν οι πεπτωκότες από ομολογητές πίστεως.

Ο Κυπριανός είδε ορθά, με τη βοήθεια και της ανάλογης θεολογίας του Διονυσίου Κορίνθου (Β’ αι.), ότι και στις δύο περιπτώσεις καταλύεται το μυστήριο της μετανοίας. Διότι εν προκειμένω η Εκκλησία είτε δεν θα μπορούσε να συγχωρεί τους πεπτωκότες, είτε θα τους δεχόταν χωρίς έμπρακτη μετάνοια για την πτώση τους, λόγω του ότι η συγχώρεση δεν θα δίνονταν από κληρικούς.

Έτσι άλλαζε κυριολεκτικά η εσωτερική δομή και γνησιότητα της Εκκλησίας τόσο, ώστε να είναι προβληματική η σωτηρία που προσφέρει. Η θέση λοιπόν του Κυπριανού εξασφάλιζε τη δομή και τη γνησιότητα της Εκκλησίας, διότι δέχτηκε (άρα η Εκκλησία μπορεί να συγχωρεί) υπό τον όρο ότι θα δείξουν έμπρακτη μετάνοια (η αμαρτία αίρεται μόνο με τη μετάνοια) την οποία θα δήλωναν σε κληρικό (μόνο οι κληρικοί έχουν στην Εκκλησία τη χάρη να δέχονται την μετάνοια).

Έτσι γίνεται κατανοητό ότι όλα τα πρακτικά προβλήματα είναι θεολογικά και όλα τα πράγματι θεολογικά προβλήματα είναι πρακτικά. Η θέση του Κυπριανού είναι καθαρά θεολογική αντιμετώπιση και δεν οφείλεται στην ευκαμψία ή την ηπιότητα του χαρακτήρα του.

Τις θέσεις του γενικότερα για το όλο ζήτημα ο Κυπριανός τις συγκέντρωσε στο έργο του De Lapsis (Περί των Πεπτωκότων) (5), το οποίο συνέγραψε το 251 για το μεγάλο αυτό πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Εκκλησία ύστερα από το διωγμό του Δεκίου. Οι θέσεις εν γένει του Κυπριανού έγιναν αποδεκτές και από το σύνολο των Αφρικανών Επισκόπων στις Συνόδους της Καρθαγένης (251 και 252), οι οποίες με τις αποφάσεις τους έδωσαν οριστικό τέλος στο εν λόγω ζήτημα.

 

Παραπομπές:

1. Περί του Κυπριανού βλ. σχετικά Παπαδοπούλου Στ., Πατρολογία, τ. Α΄, Αθήνα 2011, σελ. 427-442.
2. Σκουτέρη Κων/νου, Ιστορία Δογμάτων, τ. Α΄, Αθήνα 1998.
3. Φειδά Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α΄, Αθήνα 2002, σελ. 138-139.
4. Για το ζήτημα του Μοντανισμού βλ. σχετικά Χρήστου Π., «Μοντανισμός», ΘΗΕ 9 (1966) 72-75.
5. Περί των Πεπτωκότων βλ. Ιωαννίδη Φωτίου, Κυπριανός Καρχηδόνας, De Lapsis – Οι Πεπτωκότες, Εισαγωγή – Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια, Πατερικά και Αγιολογικά Κείμενα και Μελέτες VIII, Θεσσαλονίκη 2013.