Η ορθόδοξη ερμηνεία της θείας μοναρχίας

12 Μαρτίου 2019

Όταν ονομάζουν οι πατέρες τον Πατέρα πηγαία θεότητα ή πηγή της θεότητας, εννοούν πως είναι το αίτιο του τρόπου υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος, υποστατικώς. Ο Πατήρ είναι αίτιος των υποστάσεων και όχι αίτιος της ουσίας του Υιού και του Πνεύματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι προηγείται ο Πατήρ των άλλων δύο θείων προσώπων ή ότι είναι άιτιος της ουσίας του Υιού και του Πνεύματος. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι ο Πατήρ είναι αίτιος της ίδιας της θείας ουσίας ή της ίδιας της πατρικής του Υποστάσεως, δηλαδή ότι προηγείται ο Πατήρ της θείας ουσίας ή προηγείται η βούληση του προσώπου του Πατρός από την θεία ουσία. Μπορούμε όμως να πούμε πως ο Πατήρ είναι αίτιος του τρόπου υπάρξεως της ουσίας του Υιού και του Πνεύματος, δηλαδή των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Η μοναρχία, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δεν χαρακτηρίζει μόνο ένα θείο πρόσωπο αλλά χαρακτηρίζει την θεία φύση. Η μοναρχία, σύμφωνα με τους πατέρες της εκκλησίας, δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε κάποια υπόσταση, αλλά αποδίδεται στην Θεία φύση ή ουσία της Αγίας Τριάδος. Οποιαδήποτε ταύτιση μοναρχίας με κάποια υπόσταση οδηγεί αναγκαστικά σε μία μορφή ιουδαϊσμού, καθιστώντας κατώτερες τις άλλες δύο θείες υποστάσεις [1]. Η μοναρχία βασίζεται στη ισότιμία της φύσεως, στην σύμπνοια γνώμης, στην ταυτότητα της κινήσεως και στην συμφωνία με το ένα πρόσωπο [2].

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η προσηγορία Θεός δεν ανήκει μόνο στη υπόσταση του Πατρός, όπως υποστηρίζουν αρκετοί σύγχρονοι θεολόγοι και μελετητές, αλλά ανήκει στα κοινά της Αγίας Τριάδος. Συνεπώς η προσηγορία Θεός σημαίνει την μία θεότητα και όχι το ένα πρόσωπο. Αυτή η μία θεότητα και δύναμη βρίσκεται σε τρείς υποστάσεις και αυτή η μία θεότητα περιέχει τις τρείς υποστάσεις ασυγχύτως [3]. Ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ξεκάθαρα πως «γιά εμάς υπάρχει ένας Θεός, διότι μία είναι η θεότητα, και στο ένα αναφέρονται τα προερχόμενα εξ αυτού, άν και πιστεύονται τρία »[4]. Η μία θεότητα υπάρχει αδιαίρετη σε διάφορα πρόσωπα [5], στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, με άλλα λόγια η μία θεότητα είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα και όχι μόνον ο Πατήρ, ο οποίος γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα. Όλη η θεολογία της ορθόδοξης ανατολικής θεολογίας συνοψίζεται στην παρακάτω σύντομη πρόταση: «Κατά την θεότητα τα τρία είναι ένα και το ένα είναι τρία κατά τις ιδότητες »[6]. Συμπέρασμα των πατερικών θέσεων αυτών είναι πως η μοναρχία του Πατρός, έτσι όπως ερμηνεύεται από μερικούς σύγχρονους θεολόγους δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την ορθοδόξη θεολογία. Η μοναρχία χαρακτηρίζει την θεία φύση και το αναίτιο ή το μείζον χαρακτηρίζει τον Πατέρα. Η λέξη μείζον δεν αποδίδεται στην ουσία, ούτε χαρακτηρίζει την φύση, αλλά δηλώνει ότι ο Πατήρ είναι αίτιος του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Διότι εκ των ομουσίων κανένα δεν είναι μείζον ή έλασσον κατά την ουσία [7]. Η μοναρχία του Πατρός, όσον αφορά τις ενδοτριαδικές σχέσεις, μπορεί να γίνει δεκτή μόνο εάν ταυτιστεί εννοιολογικώς με το μείζον, δηλαδή το αναίτιο του Πατρός. Ο Πατήρ είναι αναίτιο αίτιο του Υιού και του Πνεύματος και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι αιτιατά, προέρχονται δηλαδή από τον Πατέρα. Όμως όσον αφορά την σχέση Θεού και κόσμου, οι τρεις υπέρθεες υποστάσεις είναι μία αρχή, ως Θεός.

 

Παραπομπές:

1. Μάξιμος ο Ομολογητής, Θεολογία της Φύσεως, Μετάφραση Η. Γ. Πετροπούλου, Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σχόλια Π. Μάξιμος Λαυριώτης, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2018, σελ. 226
2. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΚΘ’, PG 36,76B
3. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος Μ’, PG 36, 417Β: «Ταύτην δίδωμι παντός του βίου κοινωνόν και προστάτιν, την μίαν θεότητά τε και δύναμιν εν τοις τρισίν ευρισκομένην ενικώς, και τα τρία συλλαμβάνουσαν μεριστώς· ούτε ανώμαλον ουσίαις η φύσεσιν, ούτε αυξομένην, η μειουμένην υπερβολαίς και υφέσεσι, πάντοθεν ίσην, την αυτήν πάντοθεν, ως εν ουρανού κάλλος και μέγεθος· τριών απείρων άπειρον συμφυίαν, Θεόν έκαστον καθ᾿ εαυτό θεωρούμενον, ως Πατέρα και Υιόν, ως Υιόν και το άγιον Πνεύμα, φυλασσομένης εκάστω της ιδιότητος. Θεόν τα τρία συν αλλήλοις νοούμενα, εκείνο διά την ομοουσιότητα, τούτο διά την μοναρχίαν».
4. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΛΑ’, PG 36, 149A: «Ο δε κοινός ημίν προς αμφοτέρους τις αγών τε και λόγος; ημίν εις θεός, ότι μία θεότης· και προς εν τα εξ αυτού την αναφοράν έχει, καν τρία πιστεύηται».
5. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΛΑ’, PG 36, 149A: «ο δε ήττον θεός· ουδέ το μεν πρότερον, το δε ύστερον· ουδέβουλήσει τέμνεται, ουδέ δανάμει μερίζεται, ουδέ τι των όσα τοις μεριστοίς υπάρχει, καν ταύθα λαβείν εστίν· αλλά αμέριστος εν μεμερισμένοις, ει δεί συντό μως ειπείν, ηθεότης· και οίον εν ηλίοις τρισίν εχομένοις αλλήλων, μία του φωτός σύγκρασις».
6. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΛΑ’, PG 36,144A: «εν τάτρία τη θεότητι, και το εν τρία ταίς ιδιότησιν·
7. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος Μ’, PG 36, 420BC : «Θέλω τον Πατέρα μείζω ειπείν, εξ ου και το ίσοις είναι, τοις ίσοις εστί, και το είναι. Τούτο γαρ παρά πάντων δοθήσεται. Και δέδοικα την αρχήν, μη ελαττόνων αρχήν ποιήσω, και καθυβρίσω διά της προτιμήσεως· ου γαρ δόξα τω εξ ου η των εξ αυτού ταπείνωσις. Προς δε και υφορώμαι την σην απληστίαν, μη το μείζον λαβών διχοτομήσης την φύσιν, κατά πάντα τω μείζονι χρώμενος. Ου γαρ κατά την φύσιν το μείζον, την αιτίαν δε. Ουδέν γαρ των ομοουσίων τη ουσία μείζον η έλαττον.