Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης

24 Μαρτίου 2019

Η Ελληνική επανάσταση στάθηκε ο επικός απελευθερωτικός αγώνας του ελληνικού λαού. Ένας εννιάχρονος αδυσώπητος πόλεμος σε πολλά μέτωπα με πλήθος συγκλονιστικά επεισόδια. Οι πρωτεργάτες του εθνικοαπελευθερωτικού αυτού αγώνα έπρεπε να επιτύχουν μια ιδιαίτερα δύσκολη υπέρβαση σε ψυχολογικό επίπεδο, αγνοώντας ηθελημένα τις συνθήκες της περιόδου και τις προοπτικές επιτυχίας του εγχειρήματός τους. Ο αγώνας τους αυτός έφερε τελικά την ποθούμενη ελευθερία και το «Νόστιμον Ήμαρ» της σύμπηξης κρατικής υπόστασης για τους Έλληνες. Στη συνείδηση του έθνους η ελληνική επανάσταση έλαβε θρυλικές διαστάσεις, ενέπνευσε τις επόμενες γενεές των Ελλήνων για διαδοχικές απελευθερωτικές εξορμήσεις και σε καιρούς δοκιμασίας τις εμψύχωσε για καρτερία και αντίσταση.

Η ελληνική επανάσταση των αρχών του 19ου αιώνα έλαβε χώρα ύστερα από άλλα ανεπιτυχή κινήματα και τοπικές εξεγέρσεις στο ελλαδικό χώρο, ενώ προετοιμάστηκε ιδεολογικά επί ένα μακρό χρονικό διάστημα από πολλούς Έλληνες και Φιλέλληνες απασχολώντας την ευρωπαϊκή διπλωματία επί δώδεκα χρόνια. Το επιτυχές αυτό εγχείρημα υπήρξε συνέπεια ως ένα βαθμό της ωριμάνσεως των αντικειμενικών συνθηκών, της προόδου των Ελλήνων στον πνευματικό αλλά και στον υλικό τομέα γεγονός που εξασφάλισαν στο Έθνος πολιτική αυτοσυνείδηση, ηθικό φρονηματισμό και αυτοπεποίθηση. Οι επαναστατικές ιδέες της εποχής βρήκαν πρόσφορο έδαφος στις συνειδήσεις των μελών της Φιλικής Εταιρείας που μεθοδικά και με την δέουσα προσοχή προετοίμασαν την κατάσταση προκειμένου για την επιτυχή έκβαση του όλου εγχειρήματος.

Σε μια εποχή που η πανίσχυρη Οθωμανική αυτοκρατορία εκτεινόταν σε όλη σχεδόν την εγγύς Ανατολή, με ισχύ συντριπτικά μεγαλύτερη από τους αντάρτες Έλληνες που διεξήγαγαν κλεφτοπόλεμο με υλικές δυνάμεις σαφώς υποδεέστερες, το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας ενέπνευσε ομοεθνείς της διασποράς και Φιλέλληνες, οι οποίοι τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο κατείχαν αρκετούς πόρους. Η πεποίθηση των Ελλήνων στο εσωτερικό ότι η λύση του προβλήματος θα επέλθει ύστερα από επέμβαση μεγάλης δύναμης στα ελληνικά πράγματα ήταν αρκετά διαδεδομένη στις συνειδήσεις των υπόδουλων. Έλληνες και λοιποί βαλκάνιοι χριστιανοί είχαν σε μεγάλο βαθμό πιστέψει πως ο αλλόθρησκος δυνάστης έπρεπε να εκδιωχθεί από την Χερσόνησο και να υπάρξει κρατική υπόσταση και αυτοδιάθεση για όλες τις βαλκανικές εθνότητες.

Η επενέργεια παραγόντων κοινωνικο-οικονομικών αλλά και ιδεολογικών δηλαδή της έξαρσης του πατριωτισμού και του επαναστατικού φρονήματος εκείνη την περίοδο επενέργησαν επίσης στον ψυχισμό των υπόδουλων Ελλήνων, οι οποίοι έπαψαν να επιδεικνύουν ανοχή στις καταπιέσεις, τις ταπεινώσεις και τους συχνούς διωγμούς εκ μέρους του αλλόθρησκου κατακτητή. Η εθνική συνείδηση των Ελλήνων σφυρηλατήθηκε σε μεγάλο βαθμό, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκε η εθνική ενότητα με συσπείρωση γύρω από την Ορθόδοξη εκκλησία. Σε διάφορους τομείς της οικονομίας όπως τη ναυτιλία και το εμπόριο το ελληνικό δαιμόνιο διέπρεπε, γεγονός που οδήγησε σε ορμητική ανάπτυξη και στο χώρο της παιδείας. Τα σχολεία είχαν πολλαπλασιαστεί και τα ελληνικά βιβλία επίσης, με συνέπεια την διεύρυνση του κύκλου των μορφωμένων Ελλήνων και αυτές οι συνθήκες έγιναν κινητήριες δυνάμεις για την πολιτική αναγέννηση της Ελλάδος.

Μοραΐτες και Ρουμελιώτες, Νησιώτες και Ηπειρώτες, Μακεδόνες και Κρητικοί, όλοι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδας αλλά και οι εγκατεσπαρμένοι σε όλες τις ηπείρους της οικουμένης Ρωμιοί, εμπνέονταν από «την μέλλουσαν ελευθερίαν» του Έθνους. Ο λαός δεν έστεργε να συνεχίσει τον υποτελή βίο στην Οθωμανική εξουσία αναμένοντας φυσική παρακμή της κρατικής οντότητας των Τούρκων κι επιπλέον έπαψε να ελπίζει σε πιθανή επέμβαση των ομόδοξων Ρώσων, οι οποίοι είχαν αφήσει τους Έλληνες να υποστούν τις συνέπειες της αποτυχημένης εξέγερσης των Ορλωφικών στα τέλη του 18ου αιώνα. Μόνη προοπτική ήταν η επανάσταση. Οι Έλληνες εμπνεόμενοι από το κήρυγμα του Ρήγα Βελεστινλή και ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η απελευθέρωση ήταν δυνατή με τις υπάρχουσες δυνάμεις προέβησαν σε γενική εξέγερση.

Η αξιοθαύμαστη Φιλική Εταιρεία, ιδρυθείσα από τους Τσακάλωφ, Σκουφά και Ξάνθο εξέφρασε την τάση των Ελλήνων για ηρωικές πράξεις και την ανυπομονησία τους για απελευθέρωση. Συνειδητοποιώντας τις δυνάμεις του Έθνους στηριζόμενη στα ευνοϊκά στοιχεία και υπερπηδώντας όλα τα εμπόδια οργάνωσε, φρονημάτισε και δίχως δισταγμό οδήγησε το Έθνος στην Επανάσταση. Η άποψη ότι οι Έλληνες μπορούσαν στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις να επιτύχουν την απελευθέρωση μετά από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ήταν μάλλον υπερβολικά αισιόδοξη. Οι δυνάμεις των αντιπάλων υποτιμήθηκαν από τους Φιλικούς εσκεμμένα ή όχι. Γύρω από την εκκλησία, ανώτερο και κατώτερο κλήρο, που διέθετε επιρροή τόσο στον αστικό χώρο όσο και στα χωριά, διακτινώθηκαν οι προεστοί και γαιοκτήμονες, οι πλούσιοι έμποροι και πλοιοκτήτες, οι λόγιοι που ήταν φορείς της ιστορικής παράδοσης του Γένους αλλά και οι φαναριώτικης καταγωγής υπάλληλοι του Οθωμανικού κράτους και τέλος οι σκληροτράχηλοι κλέφτες και αρματολοί, καθώς και οι έμπειροι ναυτικοί και όσοι από τους Έλληνες στρατιωτικούς είχαν υπηρετήσει σε ξένους στρατούς.

Όλοι αυτοί με το συντονισμό της Φιλικής Εταιρείας, που άφηνε να αιωρείται γύρω από την όλη κίνηση η «επερχόμενη» βοήθεια από την Ρωσία, έφτασαν στην κατάσταση να ξεσηκωθούν κατά του κοινού δυνάστη με βάση το βαθύ εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα των Ελλήνων και το ζήλο όλων των παραπάνω παραγόντων για την επίτευξη του μεγάλου σκοπού. Συντηρητικοί και νεωτεριστές, ορθόδοξοι και υποστηριχτές της ανεξιθρησκίας, ενεργοποιήθηκαν από τους Φιλικούς προκειμένου συνενωθούν οι δυνάμεις του Έθνους προς την ίδια κατεύθυνση, την σύμπηξη κρατικής οντότητας για τους Ρωμιούς.

Η ιδιομορφία της ελληνικής επανάστασης είναι αναμφισβήτητη. Δεν απετέλεσε συνέπεια τυχαίας εξέγερσης λόγω κάποιων επεισοδίων ή άλλων περιστάσεων. Επίσης δεν ήταν αποτέλεσμα υποκίνησης από ξενική δύναμη προκειμένου να εξυπηρετηθούν αλλότρια συμφέροντα. Ήταν καρπός που ωρίμασε με τις αντικειμενικές συνθήκες αλλά και της ισχυρής βούλησης των Ελλήνων για αυτοδιάθεση, για ίδρυση ελληνικού κράτους αυτόνομου και ανεξάρτητου. Το εγχείρημα των τριών Φιλικών, που έλαβαν μια γενναία απόφαση, επεκτάθηκε με μυστικό και οργανωμένο τρόπο και εκφράζοντας την μύχια έφεση του ελληνικού λαού έλαβε σάρκα και οστά με την κήρυξη της επανάστασης μετά από έξι περίπου χρόνια.

Οι αρχηγοί της Φιλικής Εταιρείας είχαν σκεφθεί ότι, αντί να περιμένουν την έκρηξη Ρωσοτουρκικού πολέμου από άλλες αιτίες κι έπειτα να κηρύξουν την επανάσταση στην Ελλάδα, όπως πίστευαν πολλοί ως πιθανή εξέλιξη, θα ήταν δυνατόν αντίστροφα να προκαλέσουν Ρωσοτουρκικό πόλεμο με την κήρυξη ελληνικής επανάστασης και την ανάμειξη σε αυτήν του Ιωάννη Καποδίστρια που διατελούσε υπουργός εξωτερικών του Τσάρου Αλέξανδρου Α’.

Ο Καποδίστριας όμως αρνήθηκε την αρχηγία της Εταιρείας που του προσφέρθηκε όπως και τη χορήγηση μυστικής βοήθειας από τη Ρωσία. Συμβούλευσε μάλιστα την προσωρινή αναστολή της δράσης της Εταιρείας. Ο Κερκυραίος διπλωμάτης έκρινε ότι ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος εξ αιτίας των διεθνών συνθηκών που τις γνώριζε άριστα όπως άριστα γνώριζε και τη στάση απέναντι στους Έλληνες του Ρώσου αυτοκράτορα. Η στάση του Τσάρου ύστερα από την συμμετοχή της Ρωσίας στη λεγόμενη Ιερά συμμαχία το 1815 είχε γίνει περισσότερο συντηρητική ενώ είχε δημιουργηθεί στην Ευρώπη καθεστώς εχθρικό για κάθε επαναστατική κίνηση.

Η επανάσταση των Ελλήνων θα είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και την αντίδραση των Ευρωπαϊκών δυνάμεων Ρωσίας, Αυστρίας και Πρωσίας, στις οποίες συγκαταριθμήθηκε και η Αγγλία και τέλος με την επιμέρους λεγόμενη συνθήκη «Αιξ λα Σαπέλ» του 1818 προσχώρησε και η Γαλλία. Σκοπός της Ιεράς Συμμαχίας ήταν η διατήρηση του υπάρχοντος status quo στην Γηραιά Ήπειρο που είχε διασαλευθεί μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους.

Μπορεί να υποστηριχτεί ότι αν ο Καποδίστριας αποδεχόταν την αρχηγία της επανάστασης θα καταδίκαζε σε αποτυχία τον ελληνικό αγώνα που θα εμφανιζόταν σαν ρωσική επιχείρηση και θα προκαλούσε έτσι αμέσως την εχθρότητα και την αντίδραση των αντίζηλων της Ρωσίας ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η διατήρησή του στην υψηλή θέση του στην Ρωσική κυβέρνηση έπρεπε να προστατευτεί ώστε από αυτή να υπηρετεί το Έθνος που θα εισερχόταν σε αγώνα κρίσιμο για την ιστορική του ύπαρξη.

Στις 12 Απριλίου του 1820 αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, άξιος αρχηγός και στρατιωτικός ηγέτης με ικανότητες και σε θέση να αναλάβει την μεγάλη ευθύνη για να ανοίξει η αυλαία των πολεμικών επιχειρήσεων. Μέχρι τον Ιούνιο του 1820 και με την ενθάρρυνση του Καποδίστρια ο Υψηλάντης δέχτηκε την γνώμη ότι είχε φτάσει ο καιρός της Επανάστασης. Καταστρώθηκε λοιπόν σχέδιο, το Λεγόμενο «Γενικό σχέδιο» βασικές αρχές του οποίου ήταν οι ακόλουθες:

• Εξασφάλιση συμμάχων
• Δημιουργία αντιπερισπασμού του εχθρού και κατάτμηση των δυνάμεών του
• Παραπλάνησή του ως προς τον κύριο αντίπαλο
• Απόκρυψη των δυνάμεων και προθέσεων του Έθνους
• Αιφνιδιασμός του εχθρού

Τρόποι επίτευξης των παραπάνω ήταν:
 Εξέγερση των Σέρβων και Μαυροβουνίων
 Αποστασία της Μολδοβλαχίας με προοπτική πρόκλησης ενδεχόμενου Ρωσοτουρκικού πολέμου
 Κατάληψη της Ηπείρου από Έλληνες οπλαρχηγούς με την ευκαιρία της ανταρσίας του Αλή Πασά
 Εμπρησμό του τουρκικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη

Ως κέντρο της επανάστασης ορίστηκε η Πελοπόννησος, η έναρξή της όμως ορίστηκε για την Μολδοβλαχία προκειμένου να μην στραφούν οι τουρκικές δυνάμεις προς τα νότια και επιπλέον να φανεί πως υπήρχε Ρωσική υποκίνηση της επανάστασης. Έτσι θα επιτυγχανόταν να στερεωθεί η επανάσταση στην Πελοπόννησο και την υπόλοιπη Ελλάδα με τον Αλή Πασά να συνεχίζει την ανταρσία και να προκαλεί ανησυχίες στην Υψηλή πύλη του Σουλτάνου.

Τον Οκτώβριο του 1820 ελήφθη η απόφαση για επίσπευση της Επανάστασης ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου μυείται στην Φιλική Εταιρεία ο Έλληνας Ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος και σε συνεννόηση με τον Υψηλάντη συμπληρώνονται οι ετοιμασίες για την έκρηξη του πολέμου στην περιοχή αυτή. Η επανάσταση δημιούργησε αρχικά δύο θέατρα πολέμου: Το ένα βορειοανατολικά και το άλλο στα νότια της Βαλκανικής Χερσονήσου. Από αυτά το πρώτο ήταν δευτερεύον και το άλλο κύριο.

Μετά από διπλωματικές και άλλες ενέργειες ο Υψηλάντης προσπάθησε από το Ιάσιο να οργανώσει αξιόμαχο στρατό προσκρούοντας όμως στην έλλειψη άξιων στελεχών και επαρκών οικονομικών μέσων. Η προσέλευση εθελοντών ήταν εξαιρετικά ικανοποιητική μετά και την κυκλοφορία της περίφημης προκήρυξης «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Στις 26 Φεβρουαρίου ο Μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν ευλόγησε την σημαία της επανάστασης στο ναό των τριών Ιεραρχών. Η σημαία είχε παραστάσεις από τη μια πλευρά το Σταυρό και τις εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με την επιγραφή «Εν τούτω Νίκα» και από την άλλη τον Φοίνικα με τη φράση από κάτω «Εκ της στάκτης μου αναγεννώμαι». Στην τελετή όλοι ορκίστηκαν για την ελευθερία της Πατρίδας.

Οι ελπίδες του Υψηλάντη για συμπαράσταση της Ρωσίας και ταυτόχρονη εξέγερση των Σέρβων γρήγορα διαψεύσθηκαν. Όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε εξέγερση των Σέρβων και ρωσική βοήθεια αλλά το κίνημά του αποδοκιμάστηκε από τον Ρώσο αυτοκράτορα, που τότε βρισκόταν στη διάσκεψη του Λάυμπαχ με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί από αρκετούς συνεργάτες του και να βρεθεί σε δύσκολη θέση στη Μολδοβλαχία ιδίως όταν δόθηκε άδεια για την είσοδο τουρκικών στρατευμάτων στις δύο ηγεμονίες. Ο αγώνας κρίθηκε οριστικά με την καταστροφή στο Δραγατσάνι όπου αγωνίστηκε και θυσιάστηκε ο Ιερός Λόχος, ειδικό τάγμα πεζικού συγκροτημένο από εθελοντές και σπουδαστές του ελληνικού σχολείου της Οδησσού.

Ο τραγικός επίλογος των επαναστατικών γεγονότων στην Μολδοβλαχία γράφτηκε στη μονή Σέκου. Αποκλεισμένοι εκεί ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης έγραψαν μαζί με τα παλληκάρια τους μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της επανάστασης. Ο Ολύμπιος, όταν οι Τούρκοι μπόρεσαν να μπουν μέσα στο κωδωνοστάσιο όπου βρισκόταν με τους συμπολεμιστές του, έβαλε φωτιά σε ένα βαρέλι με πυρίτιδα και τινάχθηκαν όλοι στον αέρα, Έλληνες και Τούρκοι. Ο Φαρμάκης αντιστάθηκε μέσα στη μονή για 14 ακόμη μέρες με τους άνδρες του αλλά τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί. Οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου αποκεφαλίστηκε αφού βασανίστηκε.

Στην Ελλάδα οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για την ευδοκίμηση της Επανάστασης γεγονός που οφειλόταν κυρίως στην ύπαρξη συμπαγών ελληνικών πληθυσμών που υπερτερούσαν αριθμητικά από τους εγκατεστημένους στην ίδια περιοχή Τούρκους. Παράλληλα ιδιαίτερα ευνοϊκός ήταν και ο γεωγραφικός παράγοντας: η ορεινή διαμόρφωση του εδάφους και προπάντων η μεγάλη απόσταση από τα κύρια στρατιωτικά κέντρα και την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο ήταν τεράστια και παράλληλα πολλά τα αφοσιωμένα και τολμηρά στελέχη της, εμπνεόμενα από πατριωτικό ενθουσιασμό και επαναστατικό φρόνημα τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο.

Παρόλα αυτά στην Πελοπόννησο πολλοί από τους πρόκριτους και προεστούς δίσταζαν να κηρύξουν την επανάσταση για διάφορους λόγους . Έβλεπαν εντονότερα τους δυσμενείς παράγοντες της επιχείρησης υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες προπαρασκευές για τον αγώνα. Στη Στερεά Ελλάδα που υπήρχε μεγαλύτερη προθυμία για τον αγώνα λόγω της επικράτησης αρματολών, δηλαδή αναγνωρισμένων σωμάτων ατάκτων πολεμιστών η έναρξη της επανάστασης φαινόταν ευκολότερη αλλά η γειτνίαση με την Ήπειρο όπου υπήρχε ισχυρός τουρκικός στρατός αποτελούσε δυσμενή παράγοντα πιθανώς με ανασταλτική επίδραση. Τέλος στα νησιά, στην Ύδρα ,τις Σπέτσες και τα Ψαρά οι περισσότεροι πλοιοκτήτες έδειχναν απρόθυμοι προς το παρόν για ανάληψη επαναστατικής δράσης αλλά δεν έλειπαν και πολλοί ναυτικοί μέλη της Φιλικής Εταιρείας έτοιμοι να ξεσηκωθούν για τον κοινό ελληνικό αγώνα.

Τελικώς, το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης αποτέλεσε υλοποίηση ενός βαθύτατου πόθου της ελληνικής ψυχοσύνθεσης για την δημιουργία ανεξαρτήτου κράτους με χαρακτήρα ξεκάθαρα ελληνικό. Η βυζαντινή αυτοκρατορία, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, στάθηκε μια τέτοια κρατική οντότητα ύστερα από πολλές πολιτικές/πολιτισμικές ζυμώσεις και την παρεμβολή/συνδρομή της ρωμαϊκής διοικητικής πρακτικής και νομοθεσίας αλλά και το μπόλιασμα της ελληνικής συνείδησης με το σωτήριο μήνυμα του Χριστιανισμού. Οι ελληνικές πόλεις κράτη της αρχαιότητας αλλά και τα ελληνικά βασίλεια που ακολούθησαν την εκστρατεία του μεγάλου Αλεξάνδρου αποτέλεσαν το έδαφος όπου αναπτύχτηκε το ελληνικό μορφωτικό αγαθό, η ελληνική παιδεία, την οποία ο Χριστιανισμός προσοικειώθηκε προκειμένου για την ευρύτερη διάδοση αλλά και την αντιμετώπιση των κακοδοξιών εντός των κόλπων της Εκκλησίας.

Ο Μακρυγιάννης, ο μεγάλος πολεμιστής της επανάστασης στα Απομνημονεύματά του έχει πλήρη συνείδηση αυτής της συνέχειας της ελληνικής ψυχοσύνθεσης από την αρχαιότητα έως τις μέρες του, ενώ ο Κολοκοτρώνης ο αδιαμφισβήτητος στρατιωτικός ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, δεν σταματούσε να εμψυχώνει τους καταπιεσμένους Ραγιάδες δηλώνοντάς τους πως «ο Θεός έχει υπογράψει την ελευθερία της πατρίδας και δεν παίρνει την υπογραφή του πίσω». Η Υπέρβαση αυτή μέσα στον ψυχισμό των υπόδουλων Ελλήνων δείχνει την εσωτερική αγνότητα των καταπιεσμένων, οι οποίοι εμπιστεύονταν στον θείο παράγοντα τον αγώνα τους με απλότητα μικρού παιδιού. Επιπλέον, η πίστη των Ελλήνων στο δίκαιο της προσπάθειάς τους υπήρξε ο καθοριστικός παράγων που οδήγησε τελικά στην απελευθέρωση της Ελλάδας.