Κυριακή Ε´ Νηστειών: Να προσέχουμε τί ζητάμε από τον Θεό.

14 Απριλίου 2019

«Διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ο εάν αιτή­σωμεν ποιήσης ημίν».

Θέλοντας η Εκκλησία μας να μας προ­ε­τοιμάσει για τα φρικτά και σωτη­ριώδη Πα­θη του Κυρίου τα οποία πλησιάζουν, όρι­σε να διαβάζεται σήμερα, Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, μία περικοπή από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο που περιγράφει τα γε­γονότα των ημερών πριν από το Πάθος του Χριστού.

Μας παρου­σιάζει τον Χριστό να εξηγεί στους μαθητές όλα όσα επρό­κει­το να συμ­βούν, έτσι ώστε να μπορέσουν στο μέτρο των ανθρωπίνων δυνά­μεών τους να κα­τα­νοήσουν τα γεγονότα και όσα επρό­κει­το να ακολου­θη­σουν με την ανάστασή του. Και ενώ ο Χριστός προλέγει όσα φρι­κτα και φοβερά επρόκειτο να υπομείνει για τη σωτηρία των ανθρώπων, δύο από τους μαθητές του τον πλησιάζουν και του ζητούν να τους υποσχεθεί ότι θα εκ­πλη­ρώσει το αίτημά τους.

Δεν είναι κάποιοι τυχαίοι μαθητές του. Είναι δύο από τους πιο αγαπη­μένους του, είναι δύο από τους πιο έμπιστούς του. Ει­ναι ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Είναι αυτοί που μαζί με τον απόστολο Πέτρο είχαν τη μεγάλη τιμή να δούν τον Χριστό επάνω στο όρος Θαβώρ να μεταμορφώνεται ενώ­πιον αυτών και να συνομιλεί με τον Μωυ­ση και τον Ηλία. Είναι αυτοί που τον α­κουσαν να τους ζητά να μην πούν σε κα­νένα τίποτε για το φοβερό και ουράνιο θέα­μα της δόξης του Θεού που αντί­­κρυ­σαν. Και αυτοί οι δύο μαθητές ζητούν κάτι που δεν ταιριάζει καθόλου με όσα τους έλε­γε εκείνη την ώρα ο Χριστός. Ζητούν κα­τι που θα έλεγε κανείς ότι τίποτε δεν δι­δάχθηκαν τρία χρόνια κοντά στον Χρι­στο· και όμως το ζητούν. Ζητούν να καθί­σουν ο ένας εκ δεξιών και ο άλλος εξ αρι­στερών του Ιησού, όταν θα βρίσκεται στη δόξα του.

Πρωτάκουστο αίτημα, αδελφοί μου. Ο Χρι­στός τους μιλά για θυσία και αυτοί σκέφτονται τη δόξα. Ο Χριστός τους μιλά για προσφορά και αυτοί ζητούν την ικα­νο­­ποί­­ηση της προσωπικής τους φιλοδο­ξίας. Δεν έχουν ακό­μη συνειδητοποιήσει ότι το μεγαλείο του διδασκά­λου τους βρίσκεται στην εκουσία προσφο­ρα του εαυτού του για τον άνθρωπο, δεν βρι­σκεται στην απόλαυση της θείας του δο­ξης. Αν ο Χριστός σκεφτόταν σαν τους δύο μαθητές του, δεν θα ερχόταν ποτέ στη γη, για να σώσει τον άνθρωπο. Αν ήρθε στη γη, ήταν γιατί ο ίδιος έθεσε πάνω από κάθε τι άλλο την αγάπη για τον άνθρωπο. Και η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής», η αγά­πη είναι έτοιμη να θυσιασθεί για τον αλ­λο, είναι έτοιμη να γίνει διάκονος και υπη­ρέτης του πλησίον.

Όλα αυτά δεν τα είχαν κατανοήσει ακό­μη οι μαθητές του, γι’ αυτό και το φρόνη­μα τους ήταν ακόμη κοσμικό και αν­θρώπινο. Γι’ αυτό και, ενώ ακούν τον Ιη­σού να τους περιγράφει το πάθος του, δεν κατα­νο­ούν τι τους λέγει. Γι’ αυτό και, όταν σε λίγες ημέρες θα τους ζητήσει να αγρυ­πνήσουν προσευχόμενοι μαζί του στις ώρες της μεγά­λης του αγωνίας στον κήπο της Γεθσημανή, αυτοί θα αποκοιμηθούν.

Όμως ο ευαγγελιστής Μάρκος δεν δι­στάζει να καταγράψει στο ευαγ­γε­λιό του αυτό το ατυχές, θα μπορούσαμε να πούμε, αίτημα των δύο μαθη­τών του Χριστού. Το καταγράφει όχι για κανένα άλλο λόγο, όσο για να μας διδάξει με τη δική τους συμ­­περιφορά πόσο εύκολα μπορούμε και εμείς να πέσουμε σε παρόμοια σφάλματα και να ζητούμε από τον Θεό παρά­λογα πράγ­­ματα.

Γιατί δεν είναι λίγες φορές, αδελφοί μου, που ξεχνούμε ότι για τον Θεό δεν έχουν σημασία ούτε οι πρωτοκαθεδρίες ούτε οι εξουσίες ούτε οι υψη­λες θέσεις. Ξε­χνούμε πως ο Θεός υψώνει αυτούς που έχ­ουν ταπεινό φρο­νη­μα και αυτούς που ειίναι πρόθυμοι να γίνουν διάκονοι και υπη­ρέτες των άλλων. Δεν απαγορεύει, βε­βαί­ως, την υγιή φιλοδοξία για την πρόοδο του ανθρώπου, καταδικάζει όμως την προ­σ­­­κόλληση σε θέσεις και αξιώματα και στην επιδίωξή τους με κάθε τρόπο και μέ­σο, θεμιτό ή αθέμιτο. Στα μάτια του Θεού έχει πάντοτε αξία η προσφορά του ανθρώ­που και η διάθε­ση με την οποία προσφέ­ρει. Γι’ αυτό και ικανοποιεί τα αιτήματά μας μόνο όταν αυτά είναι ωφέλιμα για τη σωτηρία μας.

Πολλές φορές, αδελφοί μου, εμείς οι άν­θρωποι έχουμε απαιτήσεις από τον Θεό. Ζητούμε πολλά και διάφορα για τον εαυτό μας ή για τους οικεί­ους μας και τα παιδιά μας. Κάνουμε σχέδια για το μέλλον μας και το μέλ­λον τους και περιμένουμε ο Θεός να μας τα πραγματοποιήσει. Όμως ο Θεός δεν ακολουθεί τα δικά μας σχέδια, όσα τέλεια και αν είναι, όσο υπέροχα και αν μας φαίνονται, όσα και αν επιθυμούμε πο­λύ την πραγ­μάτωσή τους. Και δεν τα ακο­λουθεί ο Θεός, όχι γιατί θέλει να μας στε­νοχω­ρή­σει, αλλά γιατί εκείνος έχει κα­λύτερα σχέδια και για μας και για τα προσ­φιλή μας πρόσωπα. Έχει καλύτερα σχέδια, γιατί εκείνος γνωρίζει το παρόν και το μέλλον, γιατί ενδιαφέρεται με πα­τρι­κή στοργική και αγάπη για το πραγ­μα­τικό καλό μας.

Γι’ αυτό, αδελφοί μου, ακόμη και όταν βλέπουμε τον Θεό να μην αντα­ποκρίνεται στα σχέδιά μας και στις επιθυμίες μας, ακόμη και όταν όσα συμβαίνουν στη ζωή μας και στη ζωή των αγαπημένων μας προσώπων είναι εντελώς αντίθετα από αυτά που θέλαμε εμείς να συμβαίνουν, ας μάθουμε να δεχόμαστε με υπομονή και τα­­πείνωση το σχέδιο του Θεού, ας το δε­χόμαστε με εμπιστοσύνη αλλά κυρίως με τη βεβαιότητα ότι όσο δυσά­ρεστο και αν μας είναι αυτό που μας συμβαίνει, είναι αναμφίβολα το καλύτερο για μας και τα προσφιλή μας πρόσωπα. Ας εμπιστευόμαστε στα χέρια του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», ας του εμπιστευόμαστε και τη ζωή και τον θάνατο και ας μη του ζητούμε τίποτε άλ­λο παρά μόνο «πάντα τα προς σωτη­ρίαν αιτήματα και ζωήν την αιώνιον».