H αρχοντική ελευθερία, το πιο χαρακτηριστικό της αγωγής του Γέροντα Αιμιλιανού

24 Μαΐου 2019

Άλλο χαρακτηριστικό της αγωγής του είναι η τόσο παρεξηγημένη ελευθερία. Όσο παράξενο και αν φαίνεται, εκείνη την εποχή η λέξη ελευθερία έτεινε να σημαίνει σχεδόν αμαρτία. Και αυτό φαινόταν σαν ένας νεωτερισμός, η ελεύθερη αγωγή του Αιμιλιανού.

Πράγματι, ο Γέροντας μιλούσε περί ελευθερίας, αλλά δυστυχώς οι πολλοί δεν κατανοούσαν τίποτε άλλο από όσα έλεγε παρά μόνο το νόημα «είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω». Και βέβαια, πρίν από όλα, αυτό είναι το νόημα της ελευθερίας. Κάποιος πρέπει να κάνει αυτό που θέλει και να μην είναι διχασμένη προσωπικότητα. Να ξέρει τι θέλει και τι κάνει. Παραδείγματος χάριν, έρχεσαι στο μοναστήρι και θέλεις να γίνεις μοναχός. Εννοείται ότι πρέπει να ξέρεις τι θέλεις και να κάνεις αυτό που θέλεις. Αμέσως- αμέσως ένας που έχει λίγο μυαλό καταλαβαίνει ότι με τη λέξη ελευθερία πέφτει πάνω σου μία μεγάλη ευθύνη. Στην ακολουθία του μοναχικού σχήματος ερωτάται ο προερχόμενος αν θέλει να γίνει μοναχός ελεύθερα από την ιδίαν προαίρεσιν ή από καμία ανάγκη, καμία βία.
Αυτό το στοιχείο είναι πολύ βασικό. Όχι μόνο για την μοναχική ζωή αλλά και για την οικογενειακή ζωή και για την πνευματική ζωή. Εκουσίως και με επίγνωση πρέπει να προσφέρει κανείς τον εαυτό του στον Θεό. Εκουσίως να κάνει υπακοή. Και φυσικά είναι μεγάλο πράγμα η υπακοή. Εκουσίως να κάνει νηστεία. Αγρυπνία εκουσίως. Εκουσίως να ταπεινώνεται. Εκουσίως να κάνει τα πάντα.

Ειδικά για τον Γέροντα, αυτή η εκούσια ελευθερία είχε μια τεράστια σημασία. Του ήταν αδύνατον να αναγκάσει κάποιον να κάνει οτιδήποτε μέχρι λεπτομερείας. Του ήταν αδύνατον να διατάξει. Ουδέποτε βγήκε διαταγή από το στόμα του. Όσο εύκολο ήταν να τον πλησιάσει κανείς υποτακτικός του άλλο τόσο εύκολο επίσης ήταν να απομακρυνθεί. Όλοι όσοι τον εγκατέλειψαν ως πνευματικό τους συνεχίζουν να τον εκτιμούν γιατί όταν ήρθαν σε αυτόν βρήκαν στοργή και εγκάρδια υποδοχή και όταν έφυγαν τους αποχαιρέτισε φιλικά και ξέρουν ότι δεν είναι κάποιος που τους κρίνει.

Το στοιχείο της όντως αυτής αρχοντικής ελευθερίας νομίζω ότι είναι το πιο χαρακτηριστικό της αγωγής του Γέροντα. Οπωσδήποτε είναι το πιο γνήσιο τεκμήριο ότι ο Γέροντας γνώρισε πολύ πλούσια την επίσκεψη της χάριτος του Θεού η οποία, όπως τονίζει ιδιαίτερα ο ίδιος στις ομιλίες του, ουδέποτε έρχεται στην ψυχή αναγκαστικά. Μην προσπαθείς ποτέ να επιβάλλεις κάτι. Γι αυτό και ο Γέροντας στις ομιλίες του επαναλάμβανε: «ένας ηγούμενος ποτέ δεν είναι χωροφύλακας».

Πιθανόν και εμάς τους ίδιους μας σκανδάλιζε η ελευθερία του αυτή και ίσως να νιώθαμε την ανάγκη να έχουμε πάνω μας έναν που να μας ελέγχει. Συνέβαινε πολλές φορές μπροστά του να γίνονται διάφορες αταξίες ή κάποιος να λέει λόγια θυμωμένα μπροστά του και αυτός έδειχνε σαν να μην έβλεπε ούτε άκουγε. Σαν να ήταν εντελώς ξένος και άσχετος και σαν να μην είχε καθόλου το δικαίωμα να επέμβει για να επιβάλλει την τάξη. Σαν να μην ήταν αυτός ο ειδικός που έπρεπε να ασχοληθεί.

Από αυτό λοιπόν το πνεύμα των τριών στοιχείων, της χαράς, του φρονήματος αυτού του ανδρείου, και της ελευθερίας, προκύπτουν, καρποφορούν τα εξής:

Η ευγένεια και η λεπτότητα στη συμπεριφορά του. Ήταν κάτι που το διέκρινε κανείς αμέσως. Στις σχετικές προτροπές του στο θέμα αυτό τόνιζε ότι δεν είναι καθόλου δευτερεύον ζήτημα. Σε μία ομιλία του λέει ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται σε πολύ υψηλή πνευματική κατάσταση, αν από απροσεξία φερθεί σκληρά σε κάποιον έστω και μία φορά, αν πληγώσει μια ψυχή, τότε νιώθει όλα του τα πνευματικά κατορθώματα ένα μηδενικό. Και πήγαν όλα χαμένα. Ακόμη και σε μας φερνόταν πάντοτε με σεβασμό και ευγένεια.

Άλλο που πρόσεχε πάρα πολύ ήταν το να τοποθετεί και να τακτοποιεί τον καθένα στη θέση και στο μέτρο του. Μας βοηθούσε πάρα πολύ να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και μας υποδείκνυε τις απαιτήσεις που θα έπρεπε να έχουμε από τον εαυτό μας. Εδώ χρειαζόταν πολλή ταπείνωση εκ μέρους μας για να αποδεχθούμε τον εαυτό μας και την κατάστασή μας.

Συχνά ζητάμε όλοι μας να πετύχουμε ή να αποκτήσουμε εκείνα που μας υπαγορεύει η φαντασία μας ή ο εγωισμός μας και δεν μας αρέσει ο εαυτός μας. Θέλουμε ό,τι δεν μας ανήκει. Θέλουμε ό,τι βλέπουμε να λάμπει στους άλλους. Ενώ ο εαυτός μας μάς φαίνεται μικρός και ανάξιος και θα θέλαμε να τον αλλάξουμε με κάποιον άλλο. Γι αυτό το ζήτημα έδινε μεγάλη σημασία παρ’ ότι θα έλεγε κανείς είναι κάτι που αφορά έναν αρχάριο μοναχό που ακόμη δεν έχει εισέλθει έστω και λίγο στον κόσμο των πνευματικών εμπειριών. Το θεωρούσε ως μία βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να προοδεύσει η ψυχή στην πνευματική ζωή. Με πολλή προσοχή και στοργή εισερχόταν στα εσώτατα της ψυχής μας και μάς τοποθετούσε στην θέση που μάς άρμοζε και πνευματικά και σωματικά.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ