Ο Γέροντας Αιμιλιανός απέβλεπε στην ανύψωση της ψυχής, στη μυστική επαφή της ψυχής με τον Θεό

30 Μαΐου 2019

Το ουσιαστικότερο όμως στοιχείο στην αγωγή του Γέροντα ήταν ότι τα πάντα απέβλεπαν στην ανύψωση της ψυχής. Στην μυστική επαφή της ψυχής μας με τον Θεό. Η χαρά, η ανδρεία, η τακτοποιημένη ψυχική κατάσταση, η καλή και τέλεια συμπεριφορά, η αγνότητα, και τα άλλα που αναφέραμε είναι τα εξωτερικά κάπως γνωρίσματα της αγωγής. Τα «άγια των αγίων» είναι η προσωπική πνευματική ζωή του πνευματικού τέκνου. Και για το Γέροντα αυτό σημαίνει – όχι αποκλειστικά και απόλυτα αλλά κυρίως – νυχτερινή ζωή.

Στις ομιλίες του αναφέρει πολύ συχνά από τότε που τον συναντήσαμε μέχρι τώρα εκείνο που τόσο επιγραμματικά μας έλεγε τότε, «Δεν μπορεί να υπάρξει δένδρο χωρίς ρίζες. Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει και πνευματική ζωή χωρίς νυχτερινή προσωπική ζωή προσευχής και μελέτης». Πρόκειται για τον προσωπικό κανόνα των μοναχών. Παραλείπω τι σημαίνει κανόνας γιατί θα αργήσουμε. Σημειώνω μόνο ότι ο Γέροντας στην κοινοβιακή ζωή στο μοναστήρι τρία ήταν τα κλειδιά που είχε: την λατρεία, την προσωπική προπαντός νυχτερινή ζωή, και το διακόνημα.

Υπάρχουν λοιπόν αυτά που σας είπα για την αγωγή. Υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες θέσεις του Γέροντος για πνευματικά ζητήματα. Ελλείψει χρόνου όμως θα αναφερθώ μόνο σε δύο.

Τον Γέροντα τον διέκρινε – και το τονίζω αυτό ιδιαιτέρως για τους επισκόπους και τους ιερείς μας – βαθύ εκκλησιαστικό φρόνημα. Τα πάντα τα ανήγαγε και τα ανέφερε στην εκκλησία. Γι αυτό είχε – όλοι το θυμούνται αυτό – απεριόριστο σεβασμό στους αρχιερείς. Όπως λέει ο πρώην Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς σε ένα κείμενο για τον Γέροντα, ο π. Αιμιλιανός έδειχνε την εκκλησιαστική συνείδηση και τον μοναχισμό εντός της εκκλησίας και όχι έναν μοναχισμό που θα μιλήσει αμέσως για ιδιοτροπίες, για ειδική άσκηση, για πράγματα που συνήθως όταν οι μοναχοί μιλούνε τα απολυτοποιούν ή τα ξεχωρίζουν από την εκκλησία.

Είναι άνθρωπος ο Γέροντας πιστός και πιστεύει σε αυτά που ζει. Τον διακρίνει η πιστότητα στην παράδοση αλλά και η ελευθερία ως προς την παράδοση.

Κατέβαινε ο Γέροντας – λέει πάλι ο δεσπότης – σαν τον άγιο Βασίλειο στην πόλη, ως ηγούμενος, και κήρυττε, εξομολογούσε και αυτό είχε καλές επιδράσεις και στον ίδιο τον μοναχισμό. Δεν ήταν ιεραποστολικός μοναχισμός για δράση, αλλά ήταν εκκλησιαστικός. Και αν δεν ακτινοβολεί και στον κόσμο, στην εκκλησία δηλαδή, και διά της εκκλησίας στον κόσμο, τότε σαν κάτι να λείπει από τον μοναχισμό.

Είναι λοιπόν ο μοναχισμός του Γέροντος γνήσιος εκκλησιαστικός μοναχισμός. Άλλωστε είναι γνωστό το κομμάτι του εσωτερικού κανονισμού της Ορμύλιας που λέει πως ο μοναχός αν και ζει με τον δικό του ρυθμό ζει ουσιαστικώς εν τη εκκλησία, για την εκκλησία, ως καρδιά, ή ένα μέλος του σώματος. Και δεν εκτιμάται από την ανάπτυξη δραστηριότητος αλλά κυρίως από την εραστική αναζήτηση του Θεού. Έτσι οι μοναχοί, με τον δικό τους τρόπο γίνονται θεοειδείς και ελκύουν και τους άλλους προς την θεία ζωή. Αυτό δεν είναι και το έργο της εκκλησίας; Δηλαδή, η σωτηρία των ψυχών; Όλοι εργαζόμαστε για τη δική μας σωτηρία και για τη σωτηρία των άλλων.

Το άλλο είναι ο μυστικισμός του Γέροντα. Και φυσικά δεν έχει καμία σχέση η λέξη μυστικισμός με αυτήν την ανατολικής σοφίας. Επειδή λοιπόν αυτή η ανατολική σοφία λέει ότι ο δικός μας μυστικισμός είναι χαμηλής ποιότητος μπροστά στον δικό τους γιατί εκεί δεν υπάρχει διάκριση καλού και κακού, ούτε η διάκριση μεταξύ θεϊκού και δαιμονιώδους. Μια ξεκάθαρη σατανική, φανταχτερή δυναμική εκδήλωση θεωρείται θεϊκή μεγαλουργία. Ένα ψέμμα, και ο άνθρωπος πιστεύει πιο πολύ στη φαντασία απ’ ότι στην πραγματικότητα.

Στον μυστικισμό του Γέροντα βλέπουμε πλούσια τη θεϊκή γνησιότητα, ξένη προς κάθε τι που αντίκειται στην αγαθότητα του Θεού. Βλέπουμε τον γνήσιο μυστικισμό που μόνο μέσα στην ευαγγελική διδασκαλία και πίστη υπάρχει.

Πάντως πρέπει να παραδεχθούμε, έχουν ένα δίκιο αυτοί που μιλάνε, ότι δεν έχουμε μυστικισμό. Και αυτό είναι σημαντικό να το ξέρουμε. Γιατί ο Γέροντας Αιμιλιανός με πικρία μίλησε μερικές φορές για τις χριστιανικές εκείνες τάσεις όπου αυτός ο μυστικισμός θεωρείται σαν κάτι άχρηστο και στη θέση του μπαίνει ένας χριστιανικός ακτιβισμός, μια υπερδραστηριότητα για ένα πειθαρχημένο ηθικό σύστημα χωρίς τη μυστική βίωση του Χριστού. Έλεγε χαρακτηριστικά, «Ο Ντοστογιέφσκι, αυτός ο περίφημος συγγραφέας, ονόμαζε ελβετικές ιδέες τις χριστιανικές αρετές χωρίς τον Χριστό». Και μένει ο χριστιανός ένας καλός άνθρωπος που μπορεί να κάνει ακόμη και σπουδαία πράγματα αλλά ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα.

Κάποτε ο Γέροντας Αιμιλιανός είπε ότι η μεγαλύτερη – και αυτό είναι πολύ σημαντικό να το ακούσουμε πολύ καλά σήμερα – αίρεση που υπάρχει σήμερα στον χριστιανισμό είναι αυτή η νοοτροπία και πίστη ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι ευαγγελικές και πατερικές διδασκαλίες περί προσευχής, περί απαθείας, περί ενώσεως με τον Θεόν, και τα όμοια που μπορεί να τα βρει κανείς μέσα ακριβώς στις διδαχές του.

Για μας λοιπόν που ακούσαμε την ίδια την διήγηση αυτών των θεοερωτικών θα λέγαμε βιωμάτων του, αποτελούν την βαθύτατη νοσταλγία της ψυχής μας. Αδυνατούμε να λησμονήσουμε εκείνη τη γεμάτη, ένθεο φωνή, με πάθος. Εκείνη την αποκάλυψη της αληθινής συναντήσεώς του με τον Θεό. Τους εναγκαλισμούς του με τον Θεό, της ενώσεώς του με τον Θεό. Αυθόρμητα μαρτυρούμε αυτό χωρίς να σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ