Ο Γέροντας Αιμιλιανός δόθηκε όλος στον ηγαπημένο του Χριστό με πανηγυρική διάθεση χωρίς προϋποθέσεις

15 Μαΐου 2019

Με πανηγυρική λοιπόν διάθεση δόθηκε όλος στον ηγαπημένο του Χριστό χωρίς καμμία προϋπόθεση. Νίκησε τον παντοδύναμο. Κέρδισε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έγινε έτοιμος για κάθε υπακοή σε Αυτόν, για κάθε υπηρεσία που θα του ζητήσει, για κάθε θέλημά του. Γέμισε από όλες τις χάρες και τις αρετές του Παναρέτου. Προπαντός λαβώθηκε από την απερίγραπτη αγάπη, την κραταιά ως θάνατον. Όλο και περισσότερο διψά να εισχωρήσει ολόκληρος και για πάντα μέσα στο μυστήριο του Θεού. Να γίνει ένα με Αυτόν.

Ο υπερκόσμιος φίλος, ως παντοδύναμος, τον αρπάζει και τον μεταφέρει εκεί επάνω- όπως πολλές φορές έλεγε ο ίδιος – «εκεί επάνω». Είχε το βίωμα του «εκεί επάνω». Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Παρά την ολοσχερή επιθυμία του να μείνει για πάντα «εκεί επάνω» πάντοτε επέστρεφε κάτω στη γη, ανάμεσα στα παιδιά του και στους ανθρώπους.

Ακόμη δεν ανέβηκε – Κύριος οίδε γιατί – στα ποθητά σκηνώματα. Η θεϊκή βουλή του Θεού τον θέλει ακόμη ανάμεσά μας. Όλα αυτά, ψάχνοντας με προσοχή, -και νομίζετε ότι σας λέω κάτι πολύ μυστικό – ψάχνοντας με προσοχή, τα συναντάς συνεχώς στα κείμενα του Γέροντα που τα περιγράφει με λεπτομέρειες και τα αποκαλύπτει κάπως κρυμμένα. Για να ξυπνήσουν τη δίψα για πνευματική ζωή σε όσους το θέλουν.

Όπως όλοι οι άγιοι πατέρες προτρέπουν όμως, καλό είναι να μην αρχίσει κανείς αμέσως να αναζητά αυτά τα βιώματα. Όχι. Όλοι πρέπει να αρχίσουμε από το να νιώσουμε το πρώτο βίωμα ότι είμαστε γυμνοί, αμαρτωλοί, σκοτάδια έχουμε μέσα μας. Από την ταπείνωση, την υπακοή, την άσκηση, και όλα θα επακολουθήσουν μόνα τους.

Αυτή λοιπόν αδελφοί μου είναι η κλ(ή)ίσις του Γέροντος Αιμιλιανού. Έκτοτε αυτό το γεγονός, αυτή η εμπειρία, η συνεχόμενη εμπειρία, καθορίζει την πορεία του που είναι συνεχώς μυστική ένωσις με τον Θεό και επηρεάζει το φρόνημα και την αγωγή που δίδει και εμπνέει στους άλλους.

Ποια είναι η εντύπωση όλων μας;

Η εξωτερική στάσις του Γέροντα έδειχνε έναν αξιοπρεπή άνθρωπο. Αυτοκυριαρχημένο. Άθικτο από κατώτερες ανθρώπινες αδυναμίες. Και στο πρόσωπό του έβλεπες να αστράφτει μια ζωντανή διάνοια, γεμάτη ευστροφία και ειρηνική ετοιμότητα.

Σε μία προσωπική συνάντηση μαζί του την εποχή εκείνη που ήλθαμε στο Άγιον Όρος είπε ότι το μόνο νόημα ή το κυριότερο που ήθελε να έχει το μοναστήρι ήταν να είναι μια αγαπημένη οικογένεια. Πάνω από τα προσωπικά βιώματα του καθενός – προσέξτε τα αυτά – για όλους, από την εκκλησία, από την ενορία, από τους ιερείς, από τους επισκόπους, από τις οικογένειες, πάνω από την προσωπική ζωή, και πάνω από τον προσωπικό δρόμο που θα ακολουθούσε ο καθένας μας, εκείνο που έχουμε ως μεγαλύτερο σκοπό μας ήταν η πνευματική αγάπη μεταξύ μας.

Όταν ήλθε στο μοναστήρι ο παπα Εφραίμ, πρώτη φορά στη Σιμωνόπετρα, ένιωσε μόλις μπήκε – όπως είπε ο ίδιος, δεν είναι δικά μου λόγια – το πνεύμα της αγάπης που επικρατούσε. Και φυσικά το κέντρο εμπνεύσεως αυτής της αγάπης ήταν ο Γέροντας. Ο Γέροντας ήταν η πηγή αυτού του αγαθού. Ο εμπνευστής, και όχι μόνο ο εμπνευστής αλλά και ο συντηρητής, ο άγρυπνος φύλακας των ψυχών μας. Ήταν ο πόλος γύρω από τον οποίον στρέφονταν όλες οι ψυχές με θαυμασμό, αγάπη, αγόγγυστα και αλόγιστα. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα ακούγαμε τις συνάξεις όπου παρουσίαζε τον ουράνιο πλούτο και όποιος ήθελε ή μπορούσε, αγόραζε τα πιο ωραία και τα πιο ακριβά αγαθά.

Επίσης, απολαυστικό ήταν το θέαμα ή το ακρόαμα όταν λειτουργούσε. Μια μυσταγωγία πραγματική η θεία λειτουργία. Μια φωτιά ζωντανή. Μία προφητεία. Ένα ανεκλάλητο βίωμα. Λέξεις που λέω τώρα και που και αυτές δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που όλοι ένιωθαν και νιώθουμε. Ο λόγος του και η θεία λειτουργία του αποκάλυπταν μπροστά στα μάτια μας το μεγαλείο της ψυχής του.

Η διδασκαλία του έτεινε να είναι μια μυσταγωγική αποκάλυψη, παρά μια μελέτη ή συμβουλευτική που έβγαινε από τα κείμενα που ερμήνευε. Εμείς βέβαια, όπως γίνεται συνήθως, αναζητούσαμε κάτι πιο χαμηλό, πιο κατανοητό, πιο ανθρώπινο, θέλοντας να ρωτήσουμε, όπως πάντα γίνεται αυτό, «Και τι πρέπει να κάνω τώρα;».

Το δικό του όμως ενδιαφέρον ήταν πώς να ανυψώσει τις ψυχές μας πνευματικά. Συνδύαζε άριστα τα νοήματα του κειμένου με τα δικά του βαθιά βιώματα. Πίστευε απόλυτα ότι τα λόγια που δεν βγαίνουν από βίωμα πνευματικό και δεν είναι καρπός εμπειρίας δεν θα μπορούσαν να ωφελήσουν πολύ τις ψυχές.

Να φτάσεις σε αυτά τα βιώματα δεν ήταν και δεν είναι εύκολο, και αν ακόμη επιστρατεύσεις όλες σου τις δυνάμεις. Γι αυτό, και για μας, και για σας, ο δρόμος της υπακοής ήταν ο καλύτερος, πώς δηλαδή να ταυτιστείς μαζί του. Ποτέ όμως δεν άκουγες να λέει ο Γέροντας την λέξη «υπακοή» για να μην δημιουργήσει την ιδέα περί πνευματικής ζωής ότι αυτή βασίζεται σε καταπιεστικά αισθήματα υποταγής. Τέτοια αισθήματα ήταν το πιο αντίθετο με το πνεύμα που εκείνο που ήθελε να μας μεταδώσει. Εν τούτοις, τίποτε δεν εκτιμούσε περισσότερο από ένα ελεύθερο, εκούσιο, θεληματικό και χαρούμενο, γεμάτο αγάπη δόσιμο της ψυχής στο θέλημα του Γέροντα. Αν ήταν ένας έτσι, ήταν άνθρωπος κατά την καρδίαν του.

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν το πρώτο που άκουγε κανείς από το στόμα του Γέροντα όταν τον συναντούσες στο εξομολογητάριο ήταν: «Να είσαι χαρούμενος». Σε αυτό δεν άλλαξε καθόλου μέχρι σήμερα. Καταλάβαινες ότι σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να αφήσεις μέσα στην ψυχή σου έστω και την παραμικρή στενοχώρια.

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ