Το έργο Τέχνης ως φετίχ

3 Ιουλίου 2019

Το έργο Τέχνης ως φετίχ[1]

Στα πλαίσια των παραδοσιακών κοινωνιών, οι διάφορες μορφές της τέχνης είχαν πολύ συγκεκριμένους ρόλους, αποδεκτούς και κατανοητούς από όλους στον ίδιο βαθμό. Η ζωγραφική ήταν μια εικονογραφημένη διατύπωση της θρησκευτικής, κυρίως, ιδεολογίας, στις εκκλησίες και τα αρχοντόσπιτα. Η μουσική, το ίδιο. Ο επώνυμος καλλιτέχνης έπρεπε να κινηθεί με πολλή προσοχή ώστε να αποφύγει την προσωπική έκφραση και άποψη. Παράλληλα, οι λαϊκές τέχνες είχαν μια εξίσου τυποποιημένη έκφραση, συντελώντας στην εκ του ασφαλούς συνέχεια της παράδοσης. Η ζωγραφική στα εικονίσματα του σπιτιού, η μουσική και τα τραγούδια στις γιορτές, τα σχέδια στα κεντήματα και τα υφάσματα, είχαν μοτίβα και παραστάσεις οικείες, αποδεκτές, πατροπαράδοτες. Όλη κοινωνική συνοχή αποτυπωνόταν στις μορφές θρησκευτικής και κοσμικής τέχνης. Πρόβλημα γούστου δεν υπήρχε. Όλα ήταν εκ των προτέρων ωραία γιατί ήταν τα μοναδικά και τα αναμενόμενα. Η αισθητική ταύτιση όλων με την τέχνη της εποχής τους ήταν εξασφαλισμένη εκ των προτέρων.

….

Η τέχνη στη βιομηχανική κοινωνία άλλαξε ριζικά. Ο τρόπος δημιουργίας της και οι τρόποι αποδοχής της πραγματοποιούνται με μηχανισμούς ανάλογους με των άλλων προϊόντων.

Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες και οι προσωπικές τους αξίες δεν μπορούν να εναρμονιστούν με το μεγάλο κοινό. Οι τέχνες τους βρίσκονται πλέον σε προχωρημένο επίπεδο ανάπτυξης και για να γίνουν κατανοητές χρειάζονται ειδικές γνώσεις. Οι λαϊκές τέχνες υπηρετούν αναγκαστικά και αυτές μέρος μόνο της κοινωνίας, καθώς οι αισθητικές προτιμήσεις είναι διαφορετικές και επιμερισμένες. Ο πολύς κόσμος είναι πια ως προς την τέχνη ένας καταναλωτής, και έτσι αντιμετωπίζει τις μορφές της.

Τώρα, η τέχνη, από έκφραση μιας κίνηση ιδεολογίας, έγινε αντικείμενο. Ζωγραφική σημαίνει πίνακας ζωγραφικής, μουσική σημαίνει δίσκος η κασέτα. Αυτή η πρώτη μετάθεση από τη λειτουργία στο αντικείμενο, είναι θεμελιακή για όλες τις παραπέρα αλλαγές.

Η τέχνη πλέον σαν αντικείμενο μπορεί να πουληθεί, να παραχθεί μαζικά, να φορτιστεί με μυθικές εικόνες που να προκαλούν την επιθυμία για την απόκτηση του. (Όπως παρατηρεί Ουμπέρτο Έκο, «… η λατρεία κάνει το έργο τέχνης ένα φετίχ. Και το έργο σαν φετίχ, δεν το χαιρόμαστε για την ευχαρίστηση που μας προκαλεί, αλλά για την ευχαρίστηση που μας προκαλούσε κάποτε…»). Ως ένα σημείο, τα ίδια τα έργα τέχνης ήταν από μονά τους φορτισμένα μ΄ αυτή τη μυθολογία. Ο παλιός γνήσιος πίνακας μετέφερε στον αγοραστή του και το μύθο της εποχής του, τα παλιά κομψοτεχνήματα μετέφεραν το στυλ και την ατμόσφαιρα του χώρου της δημιουργίας τους. Από τη φύση τους, επειδή δηλαδή είναι οι τέχνες που αποτυπώνονται πάνω σε υλικό, η ζωγραφική, και κομψοτέχνημα υπήρξαν τα πρώτα έργα που μπήκαν στο μηχανισμό της αγοράς. Η αυξημένη ζήτηση, ωστόσο, έφερε στο προσκήνιο τους μηχανισμούς παραγωγής αντιγράφων. Σε λίγο καιρό, τα παλιά πρότυπα δεν ήταν αρκετά σα μοντέλα, οπότε νέες σειρές έργων σε στυλ παλαιού εμφανίστηκαν, κι αυτά σε πολλαπλά αντίγραφα. Με τις διαδοχικές μεταθέσεις της καλλιτεχνικής αξίας από το πρώτο από τα πρωτότυπα στα αντίγραφα, κι από τα αντίγραφα στα κακέκτυπα, η τέχνη έγινε στη συνείδηση του κοινού ένα προϊόν σαν όλα τα άλλα.

Ύστερα, ήρθε η σειρά της χρήσης των μύθων της τέχνης για άλλους σκοπούς. Εφόσον τα έργα τέχνης είναι σημεία από μονά τους άλλων εποχών, άλλων πολιτισμών και των αντίστοιχων μύθων, οι διαφημιστές βρήκαν ένα πρόσφορο πεδίο για να παίρνουν κάθε φορά έτοιμη την επιθυμητική εικόνα που χρειάζονταν για άλλα προϊόντα. Έτσι, η Τζοκόντα πάνω σε σοκολατάκια μεταφράζεται σε σοκολατάκια μεγάλης αξίας, αρχαίες κολώνες σε μια είσοδο μαγαζιού υποβάλλουν το αίσθημα της κλασικότητας και σταθερότητας κλπ.

Εκτός όμως απ΄ αυτές, η αντιμετώπιση της τέχνης σαν φετίχ είχε κι άλλες συνέπειες. Για τον ιδεολογικά και αισθητικά αλλοτριωμένο κόσμο, κάτι που έχει αγοραστεί είναι αυτομάτως κάτι που έχει κατακτηθεί. Συνεπώς όχι μόνο ο ίδιος ο πίνακας σαν αντικείμενο, αλλά και το περιεχόμενο του είναι κάτι που ανήκει ή μπορεί να ρυθμίζεται από τον αγοραστή. Διακινδυνεύοντας αυτή την αρχή, οι σχετικές βιοτεχνίες γέμισαν σιγά-σιγά την αγορά και μέσω γραφιάς που γίνονται πλέον επί τούτου, χωρίς να έχουν καμιά σχέση με κανένα πρότυπο ή πρωτότυπο. Κανείς δεν μπορεί να ελέγξει την προέλευση τους, ούτε άλλωστε το επιθυμεί. Σε ανύποπτο χρόνο, χιλιάδες νέες ζωγραφιές γέμισαν τη ζωή μας και τους τοίχους μας. Αραπίνες με κεριά στο χέρι, καπετάνιοι με τσιμπούκια, καράβια που τσακίζοντας σε ακρωτήρια. Οι νέες θεματολογίες προβάλλουν το εύληπτο, το δήθεν λαϊκό, το συναισθηματικό. Κανείς δεν ψάχνει για την δυσανάγνωστη υπογραφή στη γωνία.

Κάποτε ήρθε και η σειρά της θρησκευτικής ζωγραφικής. Η άλλοτε αυστηρή βυζαντινή ζωγραφική αντικαταστάθηκε από τις φτηνές λιθογραφίες των ιταλικών βιοτεχνιών, όπου μάλιστα οι μορφές είναι λιγότερο «παραμορφωμένες» απ’ όσο στον αυστηρό βυζαντινό ρυθμό. Συμβολικές και διδακτικές παραστάσεις με το Χριστό γεμίζουν τα σπίτια των θρησκευόμενων, τα δημόσια γραφεία και τα σχολεία. Βαριές κορνίζες καλύπτουν συχνά τις άλλοτε σεμνές εικόνες των αγίων.

Όλοι πια πιστεύουν πως είναι φιλότεχνοι, ενώ ουσιαστικά είναι απλώς καταναλωτές αντικειμένων, των οποίων η σχέση με την τέχνη είναι πια μακρινή.¬¬_

 

1.  Ονομάζουμε έτσι 1. Το αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας των πρωτόγονων λαών, στο οποίο αποδίδονται υπερφυσικές δυνάμεις και ιδιότητες. 2. Καθετί στο οποίο αποδίδεται μια υπερβολική σημασία, που ξεπερνάει την πραγματική αξία του, τις πραγματικές του ιδιότητες.