Αυτομεμψία και καύχηση στα κείμενα του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού

5 Σεπτεμβρίου 2019

Εισαγωγή.

Μελετώντας όσα εκδόθηκαν για τον Γέροντα Ιωσήφ, στάθηκα πράγματι έκπληκτος! Μας φέρνει ο Γέροντας αμέσως αντιμέτωπους με την Χάρη του Θεού. Μας μαθαίνει την τέχνη του πνευματικού πολέμου για την απόκτηση και την φύλαξη της χάριτος. Αναζητώντας ο άνθρωπος την φύλαξη της Χάριτος, τί μπορεί να προσφέρει; Ιδρώτες, κόπους, μόχθους, αγώνες; Ναί, αλλά όλα αυτά μόνα τους δεν ελκύουν την Χάρη. Πριν από όλα, πρέπει να διαθέτει ο αγωνιστής ταπεινοφροσύνη.

Η Θεία Χάρις είναι ο δάσκαλος και η ελκτική δύναμη, η οποία έρχεται και απέρχεται εκπαιδεύουσα τον αγωνιστή, ώστε  να αποκτήσει ταπεινοφροσύνη και να μέμφεται συνεχώς τον εαυτό του.

Η ταπεινοφροσύνη αξιώνει τον άνθρωπο να δεχθεί την Θεία Χάρη[1], και τίποτα άλλο. Πολλές είναι οι αρετές, όπως η ελεημοσύνη, η σωφροσύνη κ.τ.λ. Δύο όμως είναι οι κατ’ εξοχήν αρετές που δεν εντάσσονται μαζί με τις άλλες. Από την μια η «Ταπεινοφροσύνη» και από την άλλη  η «Αγάπη». Η μέν ταπεινοφροσύνη είναι το «Α», η βάση και η είσοδος για όλες τις αρετές· αν λείπει, αποκλείεται κάθε άλλη αρετή. Η δε αγάπη είναι το «Ω», ο στόχος όλων των αρετών, και αν δεν κατορθώνεται, μάταια κοπιάζουμε! Η Αυτομεμψία είναι η πρώτη έκδηλη έκφραση της προσπάθειας για την απόκτηση της ταπεινοφροσύνης και η βασική οδός προς αυτήν την αρετή.

Ο Γέροντας Ιωσήφ εκφράζει την ορθόδοξη πατερική παράδοση γύρω από τον αόρατο πνευματικό αγώνα για την Αυτομεμψία και ενάντια στην καύχηση. Πρέπει να τονίσουμε ότι αυτή δεν αποτελεί προϊόν ψυχολογικής γνώσεως, αλλά καρπό βαθιάς εσωτερικής εμπειρίας, που αποκτήθηκε με την πείρα της παραδόσεως της Εκκλησίας και την προσωπική βίωση της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.

Ο Γέροντας Ιωσήφ είναι ένας «ζητιάνος» της Χάριτος. Ζεί από αυτό το ουράνιο Μάννα και ξέρει καλά ότι οι κόποι που έκανε και οι αγώνες που ανέλαβε έχουν ένα σκοπό: να γνωρίσει την ευτέλεια της ανθρώπινης φύσεως και το μέγεθος της δωρεάς του φιλάνθρωπου Θεού. Αυτό ακριβώς τον κάνει αφενός να ευχαριστεί τον Θεό, και αφετέρου να ταπεινώνεται ο ίδιος.

Ο βίος και οι διδασκαλίες του αποτελούν πνευματικό φροντιστήριο για κάθε ειλικρινή Χριστιανό που θέλει να διέλθει «την στενήν και τεθλιμμένην οδόν την απάγουσαν εις την ζωήν»[2]· ζωήν, της οποίας τροφή και τρυφή είναι τα χαρίσματα του Πνεύματος και η παρουσία της Θείας Χάριτος.

Θα παρακολουθήσουμε μέσα από τον βίο του, την διδασκαλία και την επιστολογραφία του, την μέθοδο και τον τρόπο με τον οποίο αξιώνεται κανείς της Θείας Χάριτος και την διαφυλάσσει.

Αυτομεμψία και καύχηση.

Αρχίζει η πορεία πρακτικά από την Αυτομεμψία! Δεν ήταν η «οίησις» η αρχή της αντίστροφης οδού, της απομακρύνσεως από την Θεία Χάρη, και η αιτία της πτώσεως του ανθρώπου και της εξόδου του από τον Παράδεισο;

Πολύ βοήθησε τον Γέροντα Ιωσήφ η ανατροφή του σε μία απλή και πιστή οικογένεια[3], και ύστερα η δουλειά του[4]. Το παράδειγμα των μεγάλων ασκητών[5] και η «Καλοκαιρινή»[6] άσκησαν μεγάλη επίδραση στην ψυχή του, και από νωρίς αναζητούσε να εξασκηθεί στις αρετές τους, ακολουθώντας τον σωστό τρόπο, δηλαδή την υποταγή σε ένα σοφό ασκητή γέροντα[7]. Δεχόταν κιόλας από την αρχή θείες αποκαλύψεις και θεωρίες[8] της Παναγίας και των αγίων. Αυτό όμως δεν τον οδήγησε σε έπαρση, αλλά στο να μέμφεται τον εαυτό του ως ανάξιο τόσων χαρίτων.

Επαναλαμβάνει ο Γέρων Ιωσήφ το ευαγγελικό ρητό για την επίμονη αυταπάρνηση· «ός δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν»[9]. Είναι εντολή Κυρίου να αρνείται κανείς τον εαυτόν του και να μισεί «την εαυτού ψυχήν»[10], ώστε να αποβάλει τον «παλαιόν άνθρωπον»[11].

Αυτομεμψία είναι η «ζωοποιός νέκρωσις»[12]. Είναι η πνευματική μέθοδος με την οποία ο άνθρωπος «ο απολέσας την  ψυχήν αυτού ένεκεν του Χριστού ευρήσει αυτήν»[13]. Η προσπάθεια αυτή δεν σημαίνει κάποιες εξωτερικές ή φαρισαϊκές εκδηλώσεις: «Να έχης μεγάλην ταπείνωσιν· όχι να περιφέρης λόγια αργά ταπεινολογίας, αλλά να γίνης σκουπίδι να σε πατάνε όλοι»[14], έλεγε ο Γέροντας.

Η Αυτομεμψία προϋποθέτει μία καινούργια έννοια των προσωπικών δικαιωμάτων· «όστις θελήσει να ζητήση το δίκαιον, ας γνωρίζη ότι είναι αυτό· να βαστάζη το βάρος του αδελφού, του πλησίον του, μέχρις εσχάτης πνοής»[15]. «Ει δε και ζητήσης άλλως να εύρης το δίκαιον, θα είσαι πάντοτε άδικος»[16], γράφει ο Γέροντας σε μία επιστολή του. Η Αυτομεμψία δεν μπορεί να ευρίσκει άδικο ή να κατηγορεί κάποιον ή κάτι εκτός από τα προσωπικά του πάθη[17]. «Ευλόγησον», είναι η μοναδική λέξη στο πνευματικό λεξιλόγιο του Γέροντος: «Nά λέγης στον καθένα· ευλόγησον! και εις όλα παντού ύβριζε τον εαυτόν σου, και δεν ζητείς ποτέ το δικαίωμα και το θέλημά σου»[18]. Είναι φυσικό να σφάλλει ο άνθρωπος, και επόμενο είναι να συγχωρήσει ο Θεός. Αλλά μεσολαβεί η Αυτομεμψία. Όχι ως περιττά λόγια ή ταπεινολογία, αλλά ως αρχή διαρκούς διά βίου μετανοίας. Έτσι φωνάζει ο προφήτης Δαβίδ, όταν τον έλεγξε ο Νάθαν: «ημάρτηκα τώ Κυρίω»[19]. «Όθεν, γράφει ο Γέροντας, βάζε μετάνοιαν συνεχώς, όταν σφάλης, και μή χάνης καιρόν. Καθότι, όσον αργείς να ζητήσης συγχώρησιν, τόσον δίδεις άδειαν εις τον πονηρόν να απλώνη μέσα σου ρίζες. Μήν τον αφήνης να κάμη νεύρα εις βάρος σου. Λοιπόν μή απελπίζεσαι πίπτων, αλλ’ εγειρόμενος πρόθυμα βάζε μετάνοιαν λέγων· συγχώρησόν με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής»[20]. Αυτομεμψία, σημειώνει ο Γέροντας, είναι «να ποτίζης την ψυχήν σου όχι με τιμάς και επαίνους, αλλά με ονειδισμούς και κατηγορίας, ών ανεύθυνος»[21]· «χωρίς να σφάλης να μετανοής ότι έσφαλες. Εν επιγνώσει ψυχής· όχι απ’ έξω, δι’ έπαινον, να λέγης πως έσφαλες και μέσα να κατακρίνης»[22].

 

[1]. Βασιλείου Μουστάκη, «Ταπεινοφροσύνη», Θρησκευτική καί  Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11ος, Αθήνα 1967, σ. 683.

[2]. Βλ. Ματθ. 7,14.

[3]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Βίος – Διδασκαλία – «Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 62004, σ. 37.

[4]. Βλ. ό.π., σ. 38.

[5]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 38-39.

[6]. Βλ. ό.π., σ. 38-39.

[7]. Βλ. ό.π., σ. 43.

[8]. Βλ. ό.π., σ. 55.

[9]. Ματθ. 16,24-25. Πρβλ. Βασιλείου Μουστάκη, «Ταπεινοφροσύνη», Θρησκευτική καί Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, Αθήναι 1967, σ. 684.

[10]. Βλ. Λουκ. 14,26.

[11]. Κολ. 3,19.

[12]. Πρβλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 213.

[13]. Βλ. Ματθ. 10,39.

[14]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 7, Ιερά Μονή Φιλοθέου, Άγιον Όρος 62003, σ. 70.

[15]. Ό.π., Επιστολή 38, σ. 235.

[16]. Ό.π., Επιστολή 9, σ. 82.

[17]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 3, σ. 47.

[18]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 72, σ. 364.

[19]. Β΄ Βασ. 12,13.

[20]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 19, σ. 127.

[21]. Ό.π., Επιστολή 6, σ. 60.

[22]. Ό.π., Επιστολή 6, σ. 60. Βλ. επίσης Βαρσανουφίου καί Ιωάννου, Κείμενα διακριτικά καί ησυχαστικά (ερωταποκρίσεις), τόμ. Γ΄, έκδ. Ετοιμασία, Καρέας 1997, σ. 383.

Η μέθοδος του Κυρίου δεν προβάλλει στον άνθρωπο τις νίκες, για να μην υπεραίρεται, αλλά φέρνει προ οφθαλμών τις πτώσεις του, να τα βλέπει, να πάσχει, να ταπεινώνεται[23]. Αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος για εκπαίδευση[24]. Γι’ αυτό λοιπόν, το κύριο μέλημα στην προσευχή, είναι να ζητάμε το έλεος του Θεού[25], και το κύριο όνομά μας είναι «δούλος» Κυρίου[26].

Αυτομεμψία είναι η πηγή των δακρύων στην προσευχή[27]. Διάβασε τον Άγιο Εφραίμ τον Σύρο, είναι η συμβουλή του Γέροντος[28]. Αυτομεμψία είναι απολύτρωσις από τις «προφάσεις εν αμαρτίαις»[29]. Έτσι, κάθε προσπάθεια επάρσεως είναι ένα είδος ψεύδους και μία διαβολική μεθοδεία. Ενώ η Αυτομεμψία είναι οδός αυτογνωσίας και αληθείας[30].

Όταν αναλογίζεται κανείς την ευτέλεια της φύσεώς μας, τότε πώς και σε τί μπορεί να καυχιέται[31]; Έτσι υπογραμμίζει ο Γέροντας αυτήν την αλήθεια σε μία επιστολή του: «Πάντες γάρ άνθρωποι είμεθα εκ του χοός γεγενημένοι και πάντες ημάρτομεν. Πηλός είμεθα, άγνοιαν έχομεν»[32], και αλλού γράφει: «Τί έχεις λοιπόν, υπερήφανε άνθρωπε, όπερ ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τί καυχάσαι ως μή δήθεν λαβών; Γνώθι, ψυχή ταπεινή, τον σόν ευργέτην και πρόσχες μή σφετερισθής τα ξένα – τα του Θεού, ως ίδια κατορθώματα»[33].

Αν όμως αναλογίζεται κανείς και το μέγεθος της δωρεάς της Θείας Χάριτος και της θείας φιλανθρωπίας, καταλαβαίνει αμέσως ότι η τιμή του προέρχεται από το θείο εμφύσημα[34]. Καλό είναι να ενθυμούμαστε πάντα τα λόγια του Ιώβ: «Ήγημαι δε εμαυτόν γήν και σποδόν»[35]! Αλλωστε οι δοκιμασίες του βίου δίνουν στον άνθρωπο την πείρα της μηδαμινότητας και ευτέλειάς του[36].

Η ματαιότητα του βίου[37] βεβαιώνει ότι η μόνη αξία είναι η γλυκύτητα της Χάριτος, εκτός της οποίας είναι «ματαιότης ματαιοτήτων και τα πάντα ματαιότης»[38]. Γι’ αυτό στενάζει ο Γέροντας λέγοντας: «Ω μάταιε κόσμε! Πόσον ήσουν δυστυχής, είσαι και θα είσαι μέχρι τέλους; Και πόσον μακαρία τοίς μάκαρσιν η αιώνιος και άληκτος εκείνη τρυφή!»[39].

Εύκολα μέμφεται κανείς τον εαυτό του, όταν γνωρίζει ότι «οι πάντες ημάρτομεν και υστερούμεθα της δόξης του Θεού»[40]. Ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά σε εξορία[41] και η ζωή του ασθενής· πώς λοιπόν να καυχιέται; Αντιθέτως, απ’ όλα τα προλεχθέντα, αναρωτιέται ο Γέροντας: «Πώς να τα βγάλη πέρα»[42]; Και όταν λάβει κάτι, αντί να καυχηθεί, ανάγει αμέσως τα πάντα στον Θεό και όχι στις μηδαμινές ανθρώπινες προσπάθειές του[43], όχι στην ευτέλεια της φύσεώς μας[44].

«Περί μέντοι αυτομεμψίας, φησίν ο Μέγας Αντώνιος· αύτη εστίν η μεγάλη εργασία του ανθρώπου, ίνα το σφάλμα αυτού επάνω εαυτού βάλλη ενώπιον του Θεού»[45].

Ο πραγματικός κίνδυνος από την καύχηση ή την έπαρση είναι η φυγή και απομάκρυνση της Χάριτος. Γι’ αυτό η Αυτομεμψία είναι καλύτερη από τον έπαινο, που βλάπτει και τους τελείους, πόσο μάλλον τους αρχαρίους[46]. Αυτό ακριβώς θέλει ο παμπόνηρος διάβολος, να μην αγωνιζόμαστε, και αν κάνουμε αγώνα να χάσουμε τον καρπό του, να γίνεται μάταια. Γι’ αυτό, ας αποφεύγουμε τους από δεξιά κινδύνους κατά τα λόγια του ψαλμωδού: «Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι· εύγε, εύγε»[47]. Η «οίησις» είναι ένας «ληστής»[48]. Θέλει πολλή προσοχή να μή μας παγιδεύει ο διάβολος· να πιστεύουμε ότι είμεθα «σκουλήκι της γής»[49]. Όσοι φαντάζονται αξιώματα αρχών και εξουσιών, εύκολα παγιδεύονται[50]. Αντιθέτως, ο Γέροντας Ιωσήφ από την πείρα του διδάσκει να κρύπτεται ο άνθρωπος, να μένει άγνωστος[51] και να αποφεύγει την προβολή[52]. Γιατί ο πνευματικός αγώνας απαιτεί να μέμφεται κανείς τον εαυτό του, αντί να καυχιέται για δήθεν αρετές δικές του[53].

Η Αυτομεμψία μας διδάσκει να μην εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας ακόμη και την ώρα που μας επισκέπτεται η Χάρις. Η Αυτομεμψία βοηθεί τον άνθρωπο να έχει πάντοτε τον φόβο της πτώσεως εφ’ όρου ζωής[54]. Αλλιώς, θα βρεί ο διάβολος εύκολα τον δρόμο του να τον πλανήσει με ψεύτικες οράσεις και αποκαλύψεις[55].

Τρεις είναι οι περιεκτικοί τρόποι του εχθρού στον πόλεμο: η αγνωσία, η πλάνη και η κενοδοξία. Η Αυτομεμψία φυλάει τον αγωνιστή από την αυτοπεποίθηση, δηλαδή την κενοδοξία, γιατί ο Κύριος «υπερηφάνοις αντιτάσσεται»[56].

[23]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολαί 2, σ. 42 καί 8, σ. 73.

[24]. Βλ. ό.π., σ. 21.

[25]. Βλ. ό.π., Επιστολή 10, σ. 85.

[26]. Βλ. ό.π., Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 3, σ. 405.

[27]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 6, σ. 59.

[28]. Βλ. ό.π., Επιστολή 21, σ. 135.

[29]. Ψαλ. 140,4. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 71, σ. 359.

[30]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 6, σ. 419.

[31]. Βλ. ό.π., Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 7, σ. 426.

[32]. Ό.π., Επιστολή 39, σ. 239.

[33]. Ό.π., Επιστολή 35, σ. 211. «Τί έχεις λοιπόν, υπερήφανε άνθρωπε, όπερ ουκ έλαβες; Ει δέ καί έλαβες, τί καυχάσαι ως μή δήθεν λαβών; Γνώθι, ψυχή ταπεινή, τόν σόν ευργέτην καί πρόσχες μή σφετερισθής τά ξένα – τά τού Θεού, ως ίδια κατορθώματα». Βλ. ό.π., Επιστολή 35, σ. 210.

[34]. Βλ. ό.π., Επιστολή 35, σ. 210.

[35]. Ιώβ 42,5-6. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 17, σ. 121.

[36]. Βλ. ό.π., Επιστολή 73, σ. 366.

[37]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 158.

[38]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολαί 39, σ. 241 καί 51, σ. 289.

[39]. Ό.π., Επιστολή 39, σ. 242.

[40]. Ρωμ. 3,23.

[41]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 4, σ. 51.

[42]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 397.

[43]. Βλ. ό.π., σ. 399.

[44]. Βλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εκλογή περί ταπεινώσεως, PG 63, 618A. Βλ. επίσης Tomas Spidlik, «Η πνευματικότητα τού Ανατολικού Χριστιανισμού», Orientalia Christiana, Periodica 206, σ. 130.

[45]. Καλλίστου καί Ιγνατίου Ξανθοπούλων, «Περί τών αιρουμένων ησύχως βιώναι», Φιλοκαλία τών Ιερών Νηπτικών, τόμ. Δ΄, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1961, σ. 276.

[46]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 4, σ. 54 καί Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ 10, σ. 445.

[47]. Ψαλ. 69,3.

[48]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 4, σ. 408 καί κεφ. 6, σ. 420.

[49]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 55, σ. 307.

[50]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 404.

[51]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 62.

[52]. Βλ. ό.π., σ. 74.

[53]. Βλ. ό.π., σ. 111.

[54]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 36, σ. 215.

[55]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 404.

[56]. Παροιμ. 3,34.

«Παύσε δαίμον», έτσι πρέπει να αντιλέγουμε, μαζί με τον Γέροντα, στον κακό λογισμό που προβάλλει την σκέψη ότι είμεθα ανώτεροι των άλλων[57]. Αν έχεις κάποιες πνευματικές εμπειρίες ή θεία χαρίσματα, «αυτό προκαλεί μάλλον ευθύνη και όχι οίηση»[58], υπαινίσσεται ο Γέροντας. Πρέπει να μέμφεται κανείς τον εαυτό του, όταν του έρχονται οι μάταιοι λογισμοί οιήσεως και υποτιμήσεως του πλησίον και να ενθυμείται το μυστήριο της θείας οικονομίας, κατά το οποίο «μερίζει ο Κύριος την βοήθειά Του με την Χάρη στον κάθε χαρακτήρα, περιστασιακά, τοπικά, χρονικά… στον καθένα διαφορετικά κατά την παραβολή των ταλάντων»[59]. Αντιθέτως, όσο ξέρεις και αγωνίζεσαι, τόσο περισσότερο να γίνεις μωρός διά τον Χριστόν[60].

Πώς δύναται κανείς να καυχιέται, όταν διά της Αυτομεμψίας συνειδητοποιεί ότι:

1) Όσα έχει είναι δώρα Θεού. «Τί έχεις, αχάριστε άνθρωπε, όπερ ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τί καθ’ εκάστην καυχάσαι ως μή δήθεν λαβών;»[61].

2) «Αν στέκης, ψυχή μου, στέκεις διότι σε βαστάζει η χάρις»[62].

3) «Αν πέφτη ο αδελφός, πέφτει διότι δεν είναι η χάρις»[63].

4) «Το δίκαιον, ας ηξεύρη ότι είναι αυτό: να βαστάζη το βάρος του αδελφού μέχρις εσχάτης πνοής»[64].

Ο ίδιος ο Γέροντας, όταν έφθασε για πρώτη φορά στο Άγιον Όρος με ιδεώδεις αντιλήψεις και δεν βρήκε ό,τι περίμενε, δεν κατέκρινε κανέναν, αλλά έκλαψε ημέρες και νύχτες καταπονώντας τον εαυτό του[65].

Τις εμπειρίες τις παρέχει η Χάρις, μόνο όταν εγκαταλείπει τον αγωνιστή, διδάσκοντάς τον να μην καυχιέται ποτέ[66]. Έτσι, «για τίποτα δεν θα κατακρίνετε και δεν θα κατηγορείτε»[67], υπογραμμίζει ο Γέροντας. Αυτομεμψία σημαίνει να βλέπει κανείς μόνο τα ελαττώματά του και όχι τα χαρίσματα, και αντιστρόφως, να βλέπει τα χαρίσματα των  άλλων, όχι τα ελαττώματά τους[68]. Ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτόν του διά μέσου του θείου βλέμματος και όχι του ιδίου οφθαλμού, βλέπει δηλαδή όπως θα ήθελε ο Θεός![69]

Η Αυτομεμψία διδάσκει τον άνθρωπο να απαρνηθεί τον εαυτό του και να «διψά την σωτηρίαν του αδελφού του»[70]. Ακόμη και στις προσευχές του θα μνημονεύει όλους και τους μή ζητούντας[71]. Η Αυτομεμψία κατεβάζει από ψηλά, η αυταπάρνησις ανεβάζει εις θεωρίαν[72]. Η Αυτομεμψία οδηγεί στην εκτίμηση του πλησίον περισσότερο από τον εαυτό. Ο Γέροντας έδινε στους άλλους ελεημοσύνες μέχρι το σημείο να στερείται ο ίδιος[73], εφόσον αυτή η πνευματική τέχνη διδάσκει την έμπρακτη αγάπη και απελευθερώνει από τον εγωισμό. «Είναι σκληρός ο αγώνας εναντίον της φιλαυτίας, όλα όμως τα κάνει η Χάρις του Θεού»[74]. Όλα αυτά είναι το «αναίμακτο μαρτύριο»[75]. Ναί, μέμφεται κανείς τον εαυτό του και τον μισεί, και αυτό γίνεται για την αγάπη του Κυρίου: «Δι’ αγάπην Σου ξεψυχώ εις το στάδιον, γλυκεία πνοή μου, ο Χριστός, η ζωή μου»[76], λέγει χαρακτηριστικά ο Γέροντας.

Ο πρώτος καρπός από την Αυτομεμψία και τον αγώνα κατά του εγωκεντρισμού είναι το ταπεινό φρόνημα[77] και η φιλοπονία[78]· «εταπεινώθην και έσωσέ με ο Κύριος»[79]. Ο ταπεινόφρων αντιλαμβάνεται καλά την ανθρώπινή του αδυναμία και κατανοεί τον λόγο του Κυρίου, «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»[80]. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πιο βασική αρετή ή και η προϋπόθεση των αρετών[81].

Δεν κατορθώνεται η ταπεινοφροσύνη με τις ίδιες δυνάμεις και με αγώνες μόνο. «Η προσπάθεια να αποκτήσει κάποιος την ταπεινοφροσύνη χωρίς την σύμπραξη της Θείας Χάριτος είναι σαν την προσπάθεια να αποκτήσει την εικόνα κάποιου πράγματος, όχι όμως το ίδιο το πράγμα»[82]. Αυτομεμψία λοιπόν είναι αγώνας κατά της οιήσεως, σκοπεύει στο να αποβάλει ό,τι εμποδίζει την Θεία Χάρη, δηλαδή αγώνας κατά των διαφόρων παθών. Γράφει ο Γέροντας σε μία επιστολή του: «Τα πάθη είναι ύλη σκληρά. Ουράλια όρη! Χιλιόμετρα ύψος! Η χάρις είναι ήλιος. Ανατέλλει ο ήλιος, αλλ’ η σκιά των ορέων δεν τον αφήνει να περιθάλψη τον νοητόκτιστον άνθρωπον»[83]. Έτσι ο άνθρωπος, βεβαρημένος και κουρασμένος από την ταραχή των παθών και το βάρος τους, επιθυμεί και αναζητεί την ελευθερία του Πνεύματος και την Χάρη του Θεού. Όλος ο αγώνας αποσκοπεί στην απόκτηση της Χάριτος[84]. «Ο Γέροντας μιλά για την πρακτική θεωρία ως εισαγωγή στην λεγόμενη «φυσική θεωρία των όντων», κατά την οποία μπορεί ο αγωνιστής να στρέφει τον νου του γυμνάζοντάς τον στην εσωστρέφεια και τον αυτοέλεγχο, ώσπου η θεία Χάρις πλησιάσει στο έργο του»[85], γράφει ο βιογράφος του.

 

[57]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ.4, σ. 410.

[58]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 367. «Παντί δέ ώ εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού». Λουκ. 12,48.

[59]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 366.

[60]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 42, σ. 258, καί Ευεργετινός, τόμ. Γ΄, Αθήνα 2001, σ. 315.

[61]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 56, σ. 312.

[62]. Ό.π., Επιστολή 56, σ. 313.

[63]. Ό.π.

[64]. Βλ. ό.π.

[65]. Βλ. ό.π., Επιστολή 37, σ. 220, καί Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 44.

[66]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 22, σ. 137.

[67]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 207.

[68]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 3, σ. 47. Πρβλ. «Υπερηφάνεια», Θρησκευτική καί Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, Αθήνα 1967, σ. 960.

[69]. Βλ. Ευεργετινός, τόμ. Α΄, έκδ. Ματθαίου Λαγγή, Αθήνα 1993, σ. 671.

[70]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 78, σ. 380-1.

[71]. Βλ. ό.π., Επιστολή 41, σ. 252.

[72]. Βλ. ό.π., Επιστολή 10, σ. 84.

[73]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 136, 144.

[74]. Ό.π., σ. 94.

[75]. Βλ. ό.π., σ. 92. Πρβλ. Εβρ. 11,33-38.

[76]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 10, σ. 86 καί 293.

[77]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 359.

[78]. Βλ. ό.π., σ. 360.

[79]. Ψαλ. 114,6.

[80]. Ιω. 15,5.

[81]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 360.

[82]. Ό.π., σ. 360.

[83]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 35, σ. 205.

[84]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ, σ. 293. Βλ. καί Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 52, σ. 292.

[85]. Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ, σ. 357.

Αγώνας σκληρός λοιπόν χρειάζεται για να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος τον πόθο του. Ο σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση της Θείας Χάριτος. Να φθάσει δηλαδή ο άνθρωπος στην αληθινή προσευχή ή την θεωρία[86].

«Τώρα βιάζου να κάνεις κτήμα σου αυτήν την Χάρη και να μή σου την κλέψει η αμέλεια»[87], συνιστά ο Γέροντας.

Και όμως, μετά από την απόκτηση της Χάριτος μένει η φύλαξή της. Επιγραμματικά λέει ο Γέροντας: «Πρόσχες λοιπόν, ταπεινέ, εις την ουράνιον ταύτην δόξαν σου που εστολίσθης επί της γής ως άλλος Θεός!…»[88].

Οι αλλοιώσεις στην πνευματική ζωή είναι μία γνωστή πραγματικότητα. Η δυναμικότητα του αγώνα γνωρίζει συνάμα την παρουσία και την απουσία της Χάριτος. Οι αλλοιώσεις έχουν φυσικές αιτίες χωρίς καμία ενοχή. Προέρχονται οι αλλοιώσεις και από προσωπικές αμαρτίες. Τότε παραχωρεί ο Θεός και η Χάρις εγκαταλείπει τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όταν ο άνθρωπος κατακρίνει άλλους αντί τον εαυτόν του. Μας αφήνει ο Κύριος να έρθουμε σε ταπείνωση και να δούμε τα δικά μας σφάλματα[89]. «Αν η χάρις πηγαίνη και έρχεται, εσύ μή λυπάσαι· επειδή έτσι γυμνάζει τον άνθρωπον να φρονή ταπεινά και να μην υπεραίρεται»[90], συμβουλεύει ο Γέροντας. Πρέπει να μάθουμε να θεωρούμε την Αυτομεμψία ως το βασικότερο μέσο της προκοπής και να ατενίζουμε κατ’ ευθείαν στην αφετηρία του σφάλματος[91], γιατί, όπως λέει ο αββάς  Μάρκος, «πάν ακούσιον εκ των εκουσίων έχει την αιτίαν και ουδείς ούτως εχθρός ανθρώπου, ως αυτός εαυτού τυγχάνει»[92]. Η κίνηση των παθών γενικά απομακρύνει την Χάρη, ενώ η αμέλεια και η κενοδοξία αποκλείουν τελείως την παρουσία Της. Το φάρμακο γι’ αυτήν την κατάσταση είναι η Αυτομεμψία[93].

Αλλος σκληρός πόλεμος είναι λοιπόν, όταν συστείλει η Χάρις την παρουσία Της[94]. Είναι πολύ λεπτές η επέμβαση και η ενέργεια της Χάριτος. «Το θέμα της Χάριτος πρέπει να μας απασχολεί, γιατί χωρίς Αυτήν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτε»[95]. «Η παρουσία της Χάριτος στην ψυχή απαιτεί από τον άνθρωπο χριστοειδή συμπεριφορά»[96].

Η Αυτομεμψία ανακαλεί την Χάρη[97]. «Προ του με ταπεινωθήναι εγώ επλημμέλησα, διά τούτο το λόγιόν σου εφύλαξα»[98]. «Προς ανεύρεση της Χάριτος, διδάχθηκε ο Γέροντας αρκετά από Αυτήν την αξία Της. Βίωσε δε το πολύπονο και δυσχερέστατο της ανακτήσεώς Της σε περίπτωση συστολής Της»[99], γράφει ο βιογράφος του. «Όταν κατά την διάρκεια των πειρασμών κρύψει η Χάρις την αισθητή παρουσία Της, τότε αυξάνει η αγωνία και ο άνθρωπος με περισσότερο δέος παρακαλεί»[100]. Η Θεία Χάρις απαιτεί να βαδίζουμε την «στενή και τεθλιμμένη οδό»[101] των εντολών με προϋπόθεση την ταπείνωση, τον αυτοέλεγχο και την ειλικρινή μετάνοια[102]. Όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος, αν «επισημάνη έγκαιρα την ήττα και ταπεινωθεί, η θεία Χάρις αμέσως τον πλησιάζει μυστικά»[103]. Γι’ αυτό λέγει ο ψαλμωδός: «ει μή εγώ εταπεινούμην, σύ εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου»[104]. Έτσι, όταν προσπαθεί ο αγωνιστής να ελκύει την Χάρη, τον οδηγεί Εκείνη στην Αυτομεμψία και την ταπείνωση. «Τώρα μανθάνω και εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η χάρις»[105], καθώς λέει ο Γέροντας στους πατέρες της συνοδείας του.

Χαρακτηριστικό είναι «το αλεξιτήριον ξύλον»[106], το οποίο «οι δαίμονες το φοβούνται και φρίττουν, ορώντες τον άνθρωπον να τιμωρήται ως Μάρτυς διά του Χριστού την αγάπην»[107]. Και τί άλλο περισσότερο μπορεί να σημαίνει Αυτομεμψία;

Έγραφε σε μία αδελφή: «Να βλέπης ότι έχεις όλον εξ ολοκλήρου το δίκαιον και να πείθης τον εαυτόν σου ότι έχεις το άδικον. Αυτή, αδελφή μου, είναι η τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών. Να ραβδίζης τον εαυτόν σου μέχρις ότου πεισθή να ονομάζη το φως σκότος και το σκότος φως. Να φύγη κάθε δικαίωμα. Και να σβήση τελείως η έπαρσις. Να γίνης μωρός εν πλήρει συνέσει»[108]. Ναί, ο Γέροντας ράβδιζε τον εαυτόν του, όχι δηλαδή μόνο τους λογισμούς αλλά και το ίδιο το σώμα του. Αυτή η σκληρότητα και η άκρα Αυτομεμψία του Γέροντος είχε υπόβαθρο τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «ουκ άξια τα παθήματα του νύν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς»[109]. Το σώμα ελκύεται εύκολα προς την άνεση και προτιμά πάντοτε την αμέλεια. Γι’ αυτό έλεγχε ο Γέροντας πάντοτε τον εαυτόν του με το ασκητικό ρητό: «δός αίμα και λάβε πνεύμα»[110]. Και ιδού πώς το ερμηνεύει ο ίδιος: «Είναι συνάλλαγμα και αντάλλαγμα θείον, όπου δίδομεν γήν και λαμβάνομεν ουρανόν. Ανταλλάσσομεν ύλην λαμβάνοντες Πνεύμα. Ο κάθε ιδρώτας, ο κάθε πόνος, η κάθε άσκησις διά τον Θεό, μας είναι αλλαγή συναλλάγματος. Αφαίρεσις αίματος, εισροή Πνεύματος»[111].

 

[86]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 215.

[87]. Βλ. ό.π., σ. 124.

[88]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ, σ. 436.

[89]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 4, σ. 52.

[90]. Ό.π., Επιστολή 5, σ. 56.

[91]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 208.

[92]. Περί τών οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι, Φιλοκαλία, έκδ. Αστήρ, 1957, τόμ. Α΄, σ. 116.

[93]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 214 καί 367.

[94]. Βλ. ό.π., σ. 85.

[95]. Ό.π., σ. 103.

[96]. Ό.π., σ. 10.

[97]. Βλ. ό.π., σ. 206.

[98]. Ψαλ. 118,67.

[99]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 58.

[100]. Ό.π., σ. 155.

[101]. Ματθ. 7,14.

[102]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 197.

[103]. Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, Η Δεκάφωνος Σάλπιγξ, σ. 383.

[104]. Βλ. Ψαλ. 118,71.

[105]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 49, σ. 284.

[106]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 71.

[107]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 23, σ. 143.

[108]. Ό.π., Επιστολή 42, σ. 257-8. Σημειωτέον, ότι αυτή η σκληρότητα τού Γέροντα ήταν μόνο στόν εαυτό του, καί ήταν καρπός Αυτομεμψίας ειλικρινούς. Η Αυτομεμψία όμως τόν έκανε πολύ εύσπλαχνο γιά τούς άλλους καί, επομένως, κατανοούσε ιδιαιτέρως τίς αδυναμίες τους. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 147-148.

[109]. Ρωμ. 8,18.

[110]. Πρβλ. Οσίου Πέτρου Δαμασκηνού, Βιβλίο 2, Λόγος 24, Φιλοκαλία, τόμ. Γ΄, σ. 168.

[111]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 35, σ. 207.

Είναι αυτονόητο να μέμφεται κανείς τον εαυτόν του όταν αμαρτάνει ή όταν τον εγκαταλείπει η Χάρις. Το θαυμαστό όμως είναι πως ο Γέροντας δακρύζει και αυτοελέγχεται σε στιγμές που τον πλημμυρίζει η Χάρις και η θεία παρηγοριά. «Ω Κύριε, ει μή κρατήσεις τα ύδατα της σής χάριτος, ο άνθρωπος ως κηρός αναλύει»[112], έγραφε. Και συνεχίζει: «Αυτά λέγων βλέπει τον εαυτόν του χειρότερον και από τα ερπετά της γής»[113]. Φανερός είναι ο λόγος, όπως λέγει ο Γέροντας: «Εγώ ο ανάξιος τοιαύτης δωρεάς… Ο Πατήρ, όπου δεν με απεστράφη, αλλά με ηλέησε ως τον άσωτον υιόν»[114]. Οι πολλές και διάφορες θεωρίες, αποκαλύψεις και θείες σπάνιες εμπειρίες, ποτέ δεν τον οδήγησαν να καυχιέται, αλλά να δοξολογεί και να ταπεινωθεί[115], αποδίδοντας τα πάντα στον Θεό και στην πανάγαθη αυτού πρόνοια. Μάλλον αυτός είναι ο λόγος που περισσεύει η Χάρις στον Γέροντα και τον επισκέπτεται περισσότερο.

Γενικά, η εξάσκηση των αρετών δεν οδηγούσε τον Γέροντα σε αυτοδικαίωση αλλά σε περισσότερη Αυτομεμψία. Γνώριζε και πίστευε ότι πάν αγαθόν είναι δώρο παρά Κυρίου, και εύρισκε πάντοτε τρόπους για να μέμφεται τον εαυτόν του. Ναί, έκλαψε στην προσευχή! Αλλά λέγει, «μόνον μίαν αρετήν εργάζομαι, και μου λείπουν ακόμη τα ενενήντα εννέα»[116].

Τεκμήριο της πνευματικής προκοπής γι’ αυτόν είναι να γνωρίζει κανείς καλύτερα τα σφάλματά του[117]. Τί έννοια και αιτία έχουν τα δάκρυα εκτός από την αυτοσυνειδητοποίηση της αμαρτωλότητας και την Αυτομεμψία[118];

«Πάλιν κλαίτε;», τον ρώτησαν οι μαθητές του προ της κοιμήσεώς του.

«Μήπως γνωρίζω αν ήταν αρεστά όσα έπραξα εις τον Θεόν μου;», απάντησε ο Γέροντας.

Ναί μέν ο κόπος, ο αγώνας και όλη η προσπάθεια του ανθρώπου δεν δύνανται να εξαγοράσουν την Χάρη του Θεού. Αλλά αυτά έχουν τον ρόλο να τεκμηριώσουν την ειλικρινή αναζήτηση του αγωνιστή. Η Καθολική Εκκλησία τονίζει την αυτοτελή αξία των έργων, δηλαδή την δι’ αυτών εξαγορά της σωτηρίας, ενώ οι Προτεστάντες τονίζουν μόνον την αξία της πίστεως, μέχρι να εξαφανιστεί σ’ αυτούς κάθε ασκητική μορφή. Η Ορθόδοξη όμως παράδοση, όπως και ο Γέροντας Ιωσήφ την έζησε, τα ζητάει αμφότερα.

Εν τούτοις, τα έργα δεν εξαγοράζουν με κανένα τρόπο την Χάρη, αλλά την ελκύουν[119]. Η Αυτομεμψία δεν μπορεί να συγχωρήσει καμία αμέλεια. Όλη η ζωή του Γέροντος, όπως λέγει άλλωστε ο ίδιος, «υπήρξεν ένα μαρτύριον»[120]. Το καθημερινό του πρόγραμμα τεκμηριώνει την τέλεια αυταπάρνηση και τον ταπεινό του βίο[121]. Αγρυπνούσε κάθε νύχτα[122], δεν υποχωρούσε σε κανένα συμβιβασμό, και πάντοτε περνούσε την ζωή του με πολλή βία[123], με πολλές νηστείες[124]. Η εξάντληση του σώματος στον αγώνα του υπήρξε αποτέλεσμα ανελέητης βίας και Αυτομεμψίας του εαυτού του[125]. Πάντοτε ήθελε να προσφέρει περισσότερο και είχε την αίσθηση της ανεπάρκειας των κόπων του, και επομένως, είχε Αυτομεμψία, δάκρυα, ικεσίες και ελπίδα στην βοήθεια της Θείας Χάριτος.

 Η Αυτομεμψία τον οδήγησε σε απόλυτη ακρίβεια στην τήρηση του μοναχικού προγράμματος[126], και μάλιστα σε στιγμές αρρώστιας[127]. Αισθανόταν σταθερό πόνο στο στήθος του, είχε αιμοπτύσεις κ.τ.λ., παρόλα ταύτα δεν χαλάρωσε καθόλου τον αγώνα του, αλλά μάλλον τον αγαπούσε και τον φύλαγε ως κόρη οφθαλμού[128]. «Το μέν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής»[129]. Ο ίδιος έκανε το σώμα του ασθενές διά της διαρκούς Αυτομεμψίας, και ποτέ δεν δικαίωσε τον εαυτόν του. Φύλαγε πάντοτε με πνεύμα αυταπαρνήσεως και μετανοίας «τον θείον ζήλον» για φιλοπονία[130]. «Έπαρον τους πειρασμούς, και ουδείς ο σωζόμενος»[131], διδάσκει η Φιλοκαλία.

Ο Θεός εκχύνει την Χάρη Του και ο άνθρωπος κατακρίνει τον εαυτό του. Αυτός είναι ο κανόνας συνεργασίας με τη Θεία Χάρη. Η κακή αρχή γίνεται, όταν πιστέψεις πως με την αγωνιστικότητα και την καλή προσπάθεια βρίσκεις την θεία Χάρη, και πως όσοι Την στερούνται, αίτιοι είναι οι ίδιοι που δεν θέλουν να αγωνιστούν. Καταραμένη αυτοπεποίθηση, που γεννάς και τρέφεις τον εγωισμό και την οίηση! Επειδή «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται» και μόνον «ταπεινοίς δίδωσι Χάριν»[132], κατ’ ανάγκη, εγκαταλείπεται ο οιηματίας, για να μείνει μόνος του, και να μάθει εμπειρικά ότι «άνθρωπος ματαιότητι ωμοιώθη»[133].

 

[112]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 7, σ. 429. Βλ. ό.π.,  σ. 19.

[113]. Ό.π., Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 7, σ. 429.

[114]. Ό.π., Επιστολή 38, σ. 230 καί 231.

[115]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 80-84.

[116]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 8, σ. 435.

[117]. Βλ. ό.π., Επιστολή 60, σ. 326.

[118]. Βλ. ό.π.

[119]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 367.

[120]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 37, σ. 229.

[121]. Βλ. ό.π., Επιστολή 43, σ. 261.

[122]. Βλ. ό.π., σ. 18.

[123]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 52 καί 54.

[124]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 20, σ. 130.

[125]. Βλ. ό.π., Επιστολή 25, σ. 151-152.

[126]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 19, σ. 128: «Έρριχνε τό βάρος καί έδινε αξία στήν προγραμματισμένη ζωή, καί γι’ αυτό ακριβολογούσε στά τυπικά μας καί επέμενε στήν τήρησή τους».

[127]. Βλ. ό.π., Επιστολή 25, σ. 153-4.

[128]. Βλ. ό.π., Επιστολή 20, σ. 133.

[129]. Ματθ. 26,41.

[130]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 30, σ. 177.

[131]. Αποφθέγματα Γερόντων, Αββά Αντωνίου 5, Φιλοκαλία τών νηπτικών καί ασκητών, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1978, σ. 44.

[132]. Παροιμ. 3,34.

[133]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής σ. 381-382. Ψαλ. 143,4.

Ο ίδιος είχε μία ιδιαίτερη προσωπική εμπειρία. Τον πολέμησε ο σατανάς πολύ διά της επιθυμίας της σαρκός. Οι αφορμές αυτού του πολέμου δεν ήταν μόνον φυσικές[134], όπου δεν υπήρχαν τα αίτια, αλλά ιδίως ήταν η πανουργία και η λύσσα των δαιμόνων[135]. Κατέβαλλε ο Γέροντας μεγάλη προσπάθεια[136], χωρίς όμως καμία ανάπαυση. Ξαφνικά έρχεται η δωρεά του Θεού, μάλλον της Μητέρας όλων, της Υπεραγίας Θεοτόκου, και όλα εξαφανίστηκαν. «Έπαψαν τελείως οι λογισμοί»[137]. Γι’ αυτό δεν καυχιέται καθόλου για τον σκληρό του αγώνα, αφού γνώριζε εν επιγνώσει ότι «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού»[138]. Και «εάν μή Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων»[139]. Και ότι «πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον εκ του Πατρός των Φώτων»[140]. Ιδού η ειλικρινής του προσευχή μετά από τους πολέμους, η οποία δεν περιέχει καμία φαρισαϊκή καύχηση: «Αλλ’ ω αγάπη γλυκεία Χριστού, τί καλόν είδες από ημάς και μας ωδήγησες εις την θείαν οδόν Σου»[141];

Όταν αποκτήσεις την επίγνωση ότι όλα έρχονται εκ Θεού και δεν είναι εκ των ιδίων κόπων, «δεν ημπορείς ποτέ να κρίνης κανένα, κάν να τον βλέπης θανασίμως να αμαρτάνη· διότι λέγεις ευθύς: Δεν έχει, Χριστέ μου, την χάριν σου, δι’ αυτό αμαρτάνει. Αν φύγης και από εμένα, θα πράξω χειρότερα. Αν στέκω, στέκω, διότι Σύ με βαστάζεις»[142].

Επομένως, ο πόλεμος φέρνει Αυτομεμψία, και η Χάρις το ίδιο, και η πνευματική ανάπαυση το αυτό με δοξολογία, και ουδέποτε φέρνει σε καύχηση ή σε κατάκριση των άλλων.

Πόσον ωραίοι είναι οι στεναγμοί παρ’ όλην την Χάρη και τις εμπειρίες που είχε, στεναγμοί στους οποίους «εκφράζει την αίσθηση της ευτέλειάς του και το δέος, με το οποίο προσπίπτει προς τον δυνάμενον σώζειν[143]», επισημαίνει ο βιογράφος του[144]. Πιστεύει ο Γέροντας ότι είναι άξιος κολάσεως, αλλά το μόνο που θέλει ο Γέροντας και εκφράζει: «Γλυκύτατέ μου Σωτήρα και Θεέ. Εγώ μέν ουδέν αγαθόν έπραξα και ευάρεστον ενώπιόν Σου, αλλά ως επιμελής εργάτης της αμαρτίας είμαι άξιος υιός της κολάσεως. Λοιπόν, εάν και κολασθώ, δικαίως μου πρέπει. Αρκεί μόνον εσύ να μην είσαι κατ’ εμού λυπημένος, αλλά να με κυττάζης με χαρούμενον πρόσωπον· και τότε δι’ εμέ και ο Άδης θα γίνη φωτεινός Παράδεισος!»[145]. Παρόλο τον αγώνα του, οι στεναγμοί της μετανοίας συνεχίζονται πάντοτε. Αναφωνεί: «Δι’ αγάπην Σου ξεψυχώ εις το στάδιον… “Οίμοι τώ τάλανι! Οίμοι τώ πονηρώ και αχρείω! Ακοήν ήκουόν σου το πρότερον, νυνί δε Σε είδον οι οφθαλμοί μου· διό και εφαύλισα εμαυτόν, ήγημαι δε εμαυτόν γήν και σποδόν”»[146].

Αυτομεμψία εν πράξει ήταν η προτίμηση του πλησίον πάντοτε. Ως γέροντας, παρέμεινε υπηρέτης των μαθητών του. Μεμφόταν τον εαυτό του και ευσπλαχνιζόταν τους άλλους. Σε περίπτωση πείνας λέγει: «ας αποθάνω εγώ, μόνον να ζήσουν τα πνευματικά μου παιδιά. Και τελείως δεν έτρωγα»[147].

Πώς δύναται να υπακούει κάποιος, εάν έχει αυτοπεποίθηση ή καύχηση; Όποιος έχει τέλεια υπακοή, μέμφεται τον εαυτό του συνεχώς και εμπιστεύεται τον γέροντά του. Ο υπακούων πιστεύει ότι ο εαυτός του είναι άρρωστος και κακός, και τον υποτάσσει ελεύθερα στην καθοδήγηση του καλού και έμπειρου γέροντα[148], και υποτάσσει δι’ αυτού κάθε σκέψη «εις την υπακοήν του Χριστού»[149]. Ο εγωιστής δεν μπορεί να κάνει υπακοή[150]. Η υπακοή προϋποθέτει δύο όρους· πρώτον, την Αυτομεμψία (του εαυτού μας), και δεύτερον, την εμπιστοσύνη στον γέροντα[151]. «Κόπτε καθ’ ημέραν και ώραν το θέλημά σου και μή ζητής άλλην οδόν πλην αυτής»[152], συμβουλεύει ο Γέροντας. Αυτό σημαίνει να μέμφεται κανείς τον εαυτόν του συνεχώς και να απαρνηθεί το θέλημά του[153].

Επίλογος.

Αυτομεμψία, τέχνη τεχνών, είσοδος όλων των αρετών! Πλούσια είναι η πνευματική ασκητική παράδοση γύρω απ’ αυτήν την διδασκαλία, και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής αποτελεί ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό διδάσκαλο και εφαρμοστή.

Όντως είναι δύσκολος ο αγώνας κατά του εαυτού μας, κατά του εγωισμού, κατά της αυτοδικαιώσεως. Ιδιαιτέρως δύσκολος είναι ο αγώνας του σύγχρονου ανθρώπου, του γεννήματος της ανταγωνιστικής κοινωνίας, στην οποία παλεύει ο ένας να εξαφανίσει τον άλλον για να υπάρχει μόνον αυτός.

Όσο όμως είναι αυτή η τέχνη δύσκολη, τόσο είναι και απαραίτητη. Γι’ αυτό η συμβολή του Γέροντος Ιωσήφ είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη σήμερα. Είναι σύνθημα και αφύπνιση για αγιασμό διά μέσου της θεανθρώπινης οδού, την οποίαν χάραξε ο Χριστός, όταν «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών… εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»[154]. Ναί, «ο Θεός τοίς ταπεινοίς δίδωσι χάριν»[155], δηλαδή στους «πτωχούς εν πνεύματι»[156]. Είθε το παράδειγμα του Γέροντος, η διδασκαλία του και η πρεσβεία του να μας οδηγήσουν προς το ύψος της ταπεινώσεως, προς εκείνην την «κάθοδο προς το ύψος»[157], στο πλήρωμα της εν Χριστώ κενώσεως, και στην ορθή οδό δικαιώσεως της αυτομεμψίας, εφόσον «αρχή σωτηρίας για κάθε άνθρωπο είναι η καταδίκη του εαυτού του», κατά την φιλοκαλική μας διδασκαλία.

 

[134]. Βλ. ό.π., σ. 70.

[135]. Βλ. ό.π., σ. 71.

[136]. Βλ. ό.π., σ. 46: «Επειδή ο πόλεμος δέν υποχωρούσε, δέν υποχωρούσα ούτε εγώ στήν αντίστασή μου, μέ τήν σκληραγωγία καί ιδίως τήν αγρυπνία καί τόν ξυλοδαρμό. Έκλαια, στέναζα, παρακαλούσα τήν Δέσποινά μας Θεοτόκο… Λούφαζε γιά λίγο ο πόλεμος νά ξανασάνω καί πάλι άρχιζε έντονος… Μόνο στήν προσευχή έβρισκα ανάπαυση …».

[137]. Βλ. ό.π., σ. 87.

[138]. Ρωμ. 9,16.

[139]. Ψαλ. 126,1.

[140]. Ιακ. 1,17.

[141]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 40, σ. 245.

[142]. Ό.π., Επιστολή 9, σ. 80.

[143]. Εβρ. 5,7.

[144]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 360· βλ. καί σ. 366.

[145]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή πρός ερημίτην, κεφ. 9, σ. 442.

[146]. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 10, σ. 86. Πρβλ. Ιώβ 42,6. «Ημείς δέ οι τάλανες είμεθα άξιοι οίκτου διά τήν πολλήν αγνωσίαν μας. Όπου δωρεάν μας τρέφει ο Χριστός καί εκατονταπλασίως μας ανταμείβει. Εργαζόμεθα μίαν ημέραν καί μάς πληρώνει εκατόν». Ό.π., Επιστολή 32, σ. 190.

[147]. Ό.π., Επιστολή 49, σ. 283.

[148]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 14, σ. 105.

[149]. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, σ. 414. Β΄ Κορ. 10,5.

[150]. Βλ. ό.π., σ. 125 καί 133.

[151]. Βλ. Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 3, σ. 49.

[152]. Ό.π., Επιστολή 3, σ. 49.

[153]. Βλ. Φιλ. 2,7-8.

[154]. Φιλιπ. 2,7-8.

[155]. Ιακ. 4,6. Tomas Spidlik, «Η πνευματικότητα τού Ανατολικού Χριστιανισμού», Orientalia Christiana, Periodica 206, σ. 129.

[156]. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τόν Βίον τού Μωϋσέως, PG 44, 414D. Βλ. Tomas Spidlik, ό.π., σ. 129.

[157]. Ευαγρίου, Κεφάλαια παραινετικά 1, PG 39, 1249C.