Η συμμετοχή των Χριστιανών στον Σταυρό του Χριστού

14 Σεπτεμβρίου 2019

Μετά την επιτίμηση του Πέτρου ο Κύριος εζήτησε και από τους μαθητές Του να πορεύονται και αυτοί σταυρικά: “Τότε ο Ιησούς είπε τοις μαθηταίς αυτού· ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι” (Ματθ. ιστ’, 24).

Στους υιούς Ζεβεδαίου και στην μητέρα τους, που ζητούσαν πρωτοκαθεδρίες, ο Κύριος είπε: “Ουκ οίδατε τί αιτείσθε· δύνασθε πιεἰν το ποτήριον ο εγώ μέλλω πίνειν, ή το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι;” (Δεν ξέρετε τί ζητάτε. Μπορείτε να πιήτε το ποτήρι (του πάθους) που εγώ πίνω, ή να βαφτισθείτε το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι;) (Ματθ. ιστ’, 24). Είναι φανερό από αυτά τα λόγια του Κυρίου ότι “ο Χριστός έπαθεν υπέρ ημών, ημίν υπολιμπάνων υπογραμ¬μόν, ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού” (ο Χριστός για μας έπαθε, για να μας αφήσει παράδειγμα, ώστε να ακολουθήσουμε τα ίχνη Του) (βλ. Α’ Πέτρ. β, 21).

Σταυρός δεν είναι μόνο “ο τύπος” ή “το σύμβολο” ή “το σημείο” του Χριστού, αλλά είναι και τρόπος ζωής των Χριστιανών ή μάλλον “ο τρόπος ζωής των Χριστιανών”.

Όπως δεν νοείται αληθινός Χριστός χωρίς Σταυρό, έτσι δεν νοείται αληθινός Χριστιανός χωρίς Σταυρό, δηλ. χωρίς συμμετοχή στον Σταυρό του Χριστού, όπως ο ίδιος ο Σωτήρας μάς λέγει: “Όστις ου βαστάζει τον Σταυρόν εαυτού και έρχεται οπίσω μου, ου δύναται είναι μου μαθητής” (Όποιος δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου) (Λουκ. ιδ’, 27).

Αλλά τί σημαίνει να ακολουθώ τον Ιησού βαστάζοντας τον σταυρό μου, δηλαδή να ζω σταυρικά;

α) Σταυρώνω τον παλαιό άνθρωπο (τα πάθη μου).

“Οι δε του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις” (Γαλ. ε’, 24). Απαρνούμαι τον παλαιό άνθρωπο και αγωνίζομαι να ξεριζώσω από μέσα μου τα αμαρτωλά και εγωιστικά πάθη, τον εγωκεντρισμό, την φιλαυτία.

Μορφές της φιλαυτίας είναι: Η ολιγοπιστία και απιστία· η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο και, το χειρότερο, η εκμετάλλευσή του· η φιληδονία και η σαρκολατρεία· η απληστία και η φιλαργυρία· η μνησικακία και συκοφαντία και κάθε ενέργεια, με την οποία πληγώνουμε και στενοχωρούμε τους συνανθρώπους μας· η φιλοδοξία και ματαιοδοξία.

Ο φίλαυτος, κατά τους αγίους Πατέρας, δεν μπορεί να είναι ούτε φιλόθεος ούτε φιλάνθρωπος. Μπορεί να προσποιείται τον φιλόθεο και φιλάνθρωπο, αλλά κατά βάθος αγαπά μόνο τον εαυτό του με αρρωστημένη αγάπη.

Εάν δεν σταυρώσουμε την φιλαυτία μας στον Σταυρό του Χριστού, δεν μπορούμε να είμεθα αληθινοί μαθητές Του, γιατί δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την δική Του αληθινή αγάπη.

Γι’ αυτό και ο μιμητής του Χριστού Παύλος λέγει: “εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω Σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται, καγώ τω κόσμω” (Μη γένοιτο να καυχηθώ, παρά μόνο για τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διά του οποίου ο κόσμος για μένα έχει σταυρωθεί και εγώ για τον κόσμο) (Γαλ. στ’, 14).

Κόσμος κατά τον άγιο Ισαάκ είναι η εμπαθής σχέση μας με τον κόσμο, δηλ. τα πάθη μας. Άρα, ο κόσμος έχει σταυρωθεί για μένα και εγώ για τον κόσμο, σημαίνει ότι αποφεύγω όχι μόνο τις ίδιες τις αμαρτίες, αλλά και τις αμαρτωλές επιθυμίες και τους αμαρτωλούς λογισμούς.

Αυτήν την νέκρωση μπορούμε να την επιτύχουμε, διότι μυστηριακά έχουμε συναποθάνει και συναναστηθεί με τον Χριστό. “Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν”, και έτσι μπορούμε και να περιπατήσουμε “εν καινότητι ζωής” (Ρωμ. στ’, 3-4).

Μέσα στην νεκρή ζωή μας μάς χαρίσθηκε διά του αγίου Βαπτίσματος η καινή εν Χριστώ ζωή.

Η χριστιανική ζωή μετά το άγιο Βάπτισμα είναι ο αγώνας το “δυνάμει” να γίνει “ενεργεία”. Η εγκαινιασμένη και δωρηθείσα μέσα μας καινή ζωή του Χριστού να νικήσει και μεταμορφώσει κάθε στοιχείο του νεκρού και παλαιού μας ανθρώπου. Αυτός ο αγώνας είναι ο Σταυρός.

Εμβαθύνοντας στο μυστήριο αυτό ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας ομιλεί για φυγή δική μας από τον κόσμο (το πρώτο του Σταυρού μυστήριο), όταν ο κόσμος μας εμποδίζει να δοθούμε στον Θεό, και φυγή του κόσμου από μέσα μας, όταν ο κόσμος εξακολουθεί να μας απασχολεί με τις κακές του αναμνήσεις και λογισμούς (το δεύτερο του Σταυρού μυστήριο). Το πρώτο αντιστοιχεί προς την πράξη, το δεύτερο προς την θεωρία.

Εδώ τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ότι χωρίς θεωρία δεν μπορούμε να καθαρίσουμε τον εσωτερικό μας άνθρωπο από τους κακούς και εμπαθείς λογισμούς: “’Όταν γαρ διά της πρακτικής προσβώμεν τη θεωρία και τον εντός ημών άνθρωπον καλλιεργώμεν και ανακαθαίρωμεν, αναζητούντες τον ημίν αυτοίς κεκρυμμένον θείον θησαυρόν και αναθεωρούντες την εντός ημών ούσαν βασιλείαν του Θεού, τότε ημείς σταυρούμεθα τω κόσμω και τοις πάθεσι. Θέρμη γαρ τις εγγίνεται τη καρδία διά της μελέτης ταύτης, ως μυίας τους πονηρούς αποσοβούσα λογισμούς και πνευματικήν ειρήνην και παράκλησιν εμποιούσα τη ψυχή και τον αγιασμόν του σώματος παρέχουσα”. (Όταν δηλαδή διά της πρακτικής αρετής φθάσουμε στην θεωρία και καλλιεργούμε και καθαρίζουμε τον μέσα μας άνθρωπο αναζητώντας τον μέσα μας κρυμμένο θείο θησαυρό και εξετάζοντας την μέσα μας ευρισκομένη βασιλεία του Θεού, τότε εμείς σταυρωνόμαστε για τον κόσμο και τα πάθη. Διότι διά της μελέτης αυτής δημιουργείται στην καρδιά μία θέρμη, που καταπνίγει τους πονηρούς λογισμούς σαν μύγες, φέρει στην ψυχή πνευματική ειρήνη και παράκληση και παρέχει στο σώμα τον αγιασμό).

Αλλά και ο άγιος Ισαάκ τονίζει ότι: “ Η πράξις του Σταυρού διπλή εστι… Και η μεν, προς το υπομείναι τας θλίψεις της σαρκός… και καλείται πράξις· η δε, εν τη λεπτή εργασία του νου, και εν τη θεία ευρίσκεται αδολεσχία, έτι δε και εν τη διαμονή της προσευχής… και καλείται θεωρία”. (Η πράξη του Σταυρού είναι διπλή… η μεν μία συνίσταται στην υπομονή στις σωματικές θλίψεις, και ονομάζεται πράξη· η δε άλλη συνίσταται στην λεπτή εργασία του νου και στην αδολεσχία του Θεού και στην αδιάλειπτη προσευχή, και ονομάζεται θεωρία).

Το θαυμαστό είναι ότι ο Σταυρός του Χριστού, κατά τον άγιο Γρηγόριο, προενεργούσε στην Παλαιά Διαθήκη. Υπήρχε στην Παλ. Διαθήκη ο τύπος του Σταυρού, πολλές δηλ. πράξεις και θαυματουργίες που ετελειώθησαν με το σχήμα του Σταυρού, όπως η σταυροειδής από τον Μωυσή χάραξη της Ερυθράς Θαλάσσης, με την οποία σώθηκαν οι Ισραηλίτες και καταποντίσθηκαν οι εχθροί του. Αναφέρονται περί τις 20 προτυπώσεις του Σταυρού στην Παλαιά Διαθήκη.

Υπήρχαν ακόμη δίκαιοι άνθρωποι που ήσαν τύποι του σταυρωθέντος Χριστού, όπως ο Ισαάκ που με την υπακοή του στον πατέρα του προετύπωσε τον Χριστό, ο οποίος ήταν υπήκοος μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα, και ο Ιωσήφ που αδίκως διωχθείς και υπομείνας πολλές δοκιμασίες προετύπωσε επίσης τον αδίκως σφαγιασθέντα Κύριο.

Τέλος σε όλους τους Δικαίους της Παλ. Διαθήκης προενεργούσε το μυστήριο του Σταυρού ως πράξη και ως θεωρία, και με την ενέργεια και δύναμη του Σταυρού νίκησαν την αμαρτία και συμφιλιώθηκαν με τον Θεό.

Ο Σταυρός ενεργούσε στον Αβραάμ, όταν νέκρωνε μέσα του την αγάπη για την πατρίδα και έφευγε για την άγνωστη γη, κατά την εντολή του Θεού.

Ο Σταυρός ενεργούσε στον Μωυσή, όταν περιφρονούσε τις τιμές που είχε στην αυλή του Φαραώ, προτιμώντας τον ονειδισμό του Χριστού.

Ο Σταυρός πάλι ενεργούσε, όταν ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή, πριν ανεβεί στο Όρος, να λύσει το υπόδημα των ποδών του, δηλαδή να νεκρώσει το σαρκικό φρόνημα με την δύναμη της θεοπτίας.

Καταλήγει δε ως εξής ο άγιος Γρηγόριος: “Δεν θα μου επαρκέσει ο χρόνος να διηγούμαι περί του Ιησού του Ναυή και των μετά από αυτόν κριτών και Προφητών, του Δαυίδ και των με¬τά από αυτόν, οι οποίοι ενεργούμενοι με το μυστήριο του Σταυρού ανέκοψαν τη ροή ποταμών, σταμάτησαν τον ήλιο, γκρέμισαν πόλεις ασεβών, αναδείχθηκαν νικητές στον πόλεμο, κατέστρεψαν στρατόπεδα αντιπάλων, διέφυγαν στόμα¬τα μαχαίρας, έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς, έφραξαν στόματα λεόντων, ήλεγξαν βασιλείς, έκαναν στάχτη πεντηκοντάρχους, νεκρούς ανέστησαν, έκλεισαν με τον λόγο τους τον ουρανό και πάλι τον άνοιξαν, καθιστώντας άγονα και πάλι γόνιμα τα σύννεφα”. Το συμπέρασμα πλέον είναι ότι “και προτού τον Σταυρόν παγήναι, Σταυρός ην ο σώζων”, (ότι και προ της σταυρικής θυσίας του Χριστού, ο Σταυρός ήταν που έσωζε).

Εάν η ενέργεια του Σταυρού του Χριστού προενεργούσε σε όλους τους Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, είναι αυτονόητο ότι κατ’ εξοχήν προενεργούσε στην Κυρία Θεοτόκο, την αειπάρθενο Μαρία, η οποία απ’ αρχής πέτυχε “το ανενέργητον γενέσθαι τον άνθρωπον προς παν το απαρέσκον Θεώ”, (το να καταστεί ο άνθρωπος αδρανής προς κάθε τι που δεν αρέσει στον Θεό). Ποτέ δεν μόλυνε τον εαυτό της ούτε με ψιλό λογισμό και από νεαρωτάτης ηλικίας έκανε αυτό που ο Αβραάμ έκανε στα γηρατειά του: εξήλθε εκ του οίκου και της συγγενείας της και εισήλθε στα Άγια των Αγίων, όπου υψωθείσα επάνω από κάθε γήινο λογισμό, ένωσε τον νου της με τον Θεό και είχε διαρκή θεωρία του Θεού.

Βέβαια ο Σταυρός στην ζωή της Παναγίας μας ως πράξη και θεωρία δεν νοείται όπως στην ζωή των Δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης που μετείχαν της αμαρτίας. Σταυρός ήταν γι’ αυτούς ο αγώνας για την υπέρβαση της αμαρτίας, ενώ στην άσπιλο, αμόλυντο Θεοτόκο ο Σταυρός νοείται ως ανύψωση εκ δυνάμεως εις δύναμιν από δόξης εις δόξαν και από θεωρίας εις θεωρίαν. “Από την στιγμή που γεννήθηκε” λέγει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, “οικοδομούσε κατάλυμα για Εκείνον που μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήσει ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό της, τέτοια που να μπορεί να είναι άξια γι’ Αυτόν”.

Για τον σταυρικό αυτόν αγώνα της Παναγίας και την θεωρία -θέα του Θεού—, που είχε στα Άγια των Αγίων, μας ομιλούν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στις περίφημες ομιλίες τους “Εις τα εισόδια της Θεοτόκου”.

β) Υπομένω τις ακούσιες δοκιμασίες της ζωής καρτερικά και ευχαριστιακά.

Οι οδυνηρές και ανίατες ασθένειες, ο θάνατος προσφιλών μας προσώπων, όπως και ο δικός μας θάνατος, η αδικία, η αχαριστία και περιφρόνηση, οι διωγμοί που ενίοτε υφιστάμεθα, η φτώχεια και άλλες δοκιμασίες, αποτελούν ευκαιρίες που, αν τις χρησιμοποιήσουμε σωστά, μας συσταυρώνουν και συνεγείρουν με τον Χριστό.

Αν αγανακτήσουμε, ζημιωνόμαστε πνευματικά. Αν τις δεχθούμε παθητικά, στωϊκά, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, πάλι δεν ωφελούμεθα. Αν όμως τις δεχθούμε ως επίσκεψη Θεού και ως ευκαιρίες για την πνευματική μας τελείωση, τότε πολύ είναι το κέρδος. Η εκούσια αποδοχή του πόνου ως Σταυρού, ως δώρου της αγάπης του Θεού για την πνευματική μας τελείωση, μας ανεβάζει στο ύψος των αγίων μαρτύρων. Ο Χριστιανός π.χ. που στο κρεβάτι του πόνου οδυνάται και υπομένει και ευχαριστεί τον Θεό, αναδεικνύεται σε ομολογητή της δυνάμεως της πίστεως και σε σύγχρονο μάρτυρα, εφ’ όσον διά της αποδοχής του Σταυρού μεταβάλλει το ακούσιο του πόνου σε εκούσιο.

Αγιορείτης ασκητής είπε ενδεικτικά: Ένα “δόξα σοι ο Θεός” την ώρα που πονάμε, έχει μεγαλύτερη αξία από χίλια “Κύριε Ιησού Χριστέ”, όταν δεν πονάμε.

Ο συσταυρωμένος με τον Χριστό Παύλος, ο φέρων στο σώμα του τα στίγματα του Χριστού, μας βεβαίωσε ότι: “ει υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν” (Β’ Τιμ. 6′, 12). Αυτήν την στάση έδειξαν στα παθήματα της ζωής όλοι οι Άγιοι, με κορυφαίο τον μακάριο και πολύαθλο Ιώβ, που γι’ αυτό θεωρείται και τύπος Χριστού. Ο Ιώβ ή¬ταν δίκαιος, δεν ήταν άσεβής και αμαρτωλός. Και όμως παρεχώρησε ο Θεός να περάσει αβάστακτους πόνους, ενώ άλλοι ασεβείς ευημερούσαν.

Ο διακεκριμένος ορθόδοξος θεολόγος π. Δημήτριος Στανιλοάε αναφερόμενος στο θέμα αυτό μας διδάσκει: “ Ο Θεός έχει το δικαίωμα να δίνει τα δώρα του και να τα αποσύρει. Και ο άνθρωπος δεν θα έπρεπε να προσκολλάται στον Θεό ανάλογα με τις δωρεές που αυτός του έχει δώσει. Μια τέτοια στάση δεν θα αποτελούσε αληθινή αγάπη για τον Θεό, αλλά μια προσήλωση στα ίδια τα δώρα του, κι αυτό θα σήμαινε να βάζεις τις δωρεές πάνω από τον δωρητή. Σε αυτήν την περίπτωση, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό θα βασιζόταν απλώς σ’ ένα συμβόλαιο και ο άνθρωπος θα έλεγε: “Θα μείνω αφοσιωμένος σε Σένα, όσο μου δίνεις”. Μια τέτοια στάση από την πλευρά του ανθρώπου θα σήμαινε ότι ο Θεός δεν άξιζε να αγαπηθεί καθ’ εαυτός. Τότε η σχέση αυτή θα εξαρτιόταν από την χρησιμότητα που ο άνθρωπος αντλεί από τα δώρα που ο Θεός του δίνει. Και στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος τότε θα αγαπούσε τον εαυτό του. Με αυτόν τον τρόπο οι δωρεές θα έχαναν το νόημά τους, ως σημεία της αγάπης του Θεού και ως τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος εισέρχεται και διατηρεί μια προσωπική σχέση μαζί του…

Είναι τότε μόνο που ερχόμαστε σε μια σχέση με τον Θεό αληθινά προσωπική, μια σχέση πάνω απ’ όλα τα δημιουργήματα. Αυτή η σχέση δεν κυριαρχείται πια από υλικά είδωλα. Όλες οι ιδέες μας για τα πράγματα και για τα δώρα που ο Θεός μας δίνει εξαφανίζονται ολωσδιόλου μπροστά στο φως του ίδιου. Έτσι κεκαθαρμένοι προσφέρουμε τους εαυτούς μας ολοκληρωτικά στον Θεό και υψωνόμαστε σ’ ένα διάλογο αγάπης μαζί Του. Τότε αισθανόμαστε πως ο Θεός είναι άπειρα μεγαλύτερος από όλες τις δωρεές Του και όλα τα δημιουργήματά Του και πως, με αυτή τη σχέση μαζί Του, αναγόμαστε σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο, κατά το οποίο ανακτούμε σε Αυτόν όλα όσα είχαμε χάσει.

Ο Χριστιανός που έχει την αγάπη του Θεού μέσα του και που έτσι έχει αγάπη για τον καθένα -εκείνη την αγάπη που αποτελεί μια άφθαρτη και ανεξάντλητη πραγματικότητα- αισθάνεται μια χαρά, μεγαλύτερη από όλες τις χαρές που τα πράγματα του κόσμου τούτου μπορούν να του παράσχουν, μεγαλύτερη απ’ όση η δική του ύπαρξη, ζώντας σαν ένα απομονωμένο άτομο, μπορούσε ποτέ να του δώσει. Αυτό είναι ένα γεγονός που οι ενάρετοι ανακαλύπτουν μέσα στο πάθος τους. Ο σταυρός αυτός δίνεται στον άνθρωπο για να φτάσει ν’ ανακαλύψει τον Θεό σ’ ένα άλλο επίπεδο, σ’ ένα αποφατικό βάθος, αλλά επίσης και για να δείξει στους άλλους ότι υπάρχουν εκείνοι που μπορούν να μένουν ενωμένοι με τον Θεό κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμα κι όταν χάνουν όλα τους τα υπάρχοντα, ακόμα κι όταν ο ίδιος ο Θεός φαίνεται να εξαφανίζεται από μπροστά τους”.

Κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο συμμετείχε στα παθήματα του Χριστού η Θεοτόκος, “συμπράττουσα και συμπάσχουσα τη δι’ αυτής υψοποιώ κενώσει του Λόγου”, (η Θεοτόκος συνέπραττε και συνέπασχε με το να συνεργήσει στην υψοποιό κένωση του Λόγου), κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά.

Από την εκ Πνεύματος Αγίου σύλληψη, στην αγία γαστέρα της, του Μονογενούς Υιού της άρχισαν και οι δοκιμασίες της. Μη μπορώντας ο Ιωσήφ να εξηγήσει την υπερφυή σύλληψη και εγκυμοσύνη της “εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν” (Ματθ. α’,19). Μεγάλη έπρεπε να είναι τότε η οδύνη της απλής και ασήμου κόρης Μαρίας.

Δοκιμασία και οι δυσκολίες να βρεθεί τόπος εν τω καταλύματι για να γεννήσει τον Μονογενή της. Σπανίως γυναίκα έγκυος και ετοιμόγεννη δεν ευρίσκει τόπο να γεννήσει.

Δοκιμασία και η προσπάθεια του Ηρώδη να φονεύσει το Θείο Βρέφος, δοκιμασία και η φυγή τους στην Αίγυπτο. Άστεγη στην Βηθλεέμ, πρόσφυγας στην Αίγυπτο.

Δοκιμασία και η αγωνία, όταν κατά το προσκύνημά τους στα Ιεροσόλυμα έχασε επί τριήμερο τον δωδεκαετή Ιησού.

Κάθε πόνος και κατατρεγμός του Ιησού κατά την τριετή του δράση ήταν και δική της δοκιμασία.

Ας ακούσουμε τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα: “Και συμμετείχε με τον Υιό της στην αισχύνη και στις ύβρεις και σε όλα όσα αποκάλυπταν την φτώχεια, στην οποία ήρθε για χάρη μας. Και ανεχόταν το επάγγελμα του φαινομενικού πατέρα του, του Ιωσήφ, και μακροθυμούσε, παίρνοντας το μέρος του Υιού της για την δική μου σωτηρία…

Κι όταν εκείνοι τους οποίους ευεργετούσε τον φθονούσαν και τον μισούσαν, η Παρθένος πονούσε μαζί Του και δεχόταν τα βέλη του μίσους των…

Όταν πάλι χρειάσθηκε να υποφέρει για μας ο Σωτήρ και να πεθάνει, πόσο μεγάλες ήσαν οι οδύνες, με τις οποίες του συμπαραστάθηκε η Παρθένος! Τί βέλη την διαπέρασαν! Γιατί κι αν ο Υιός της ήταν μόνο άνθρωπος και τίποτε άλλο, τίποτε οδυνηρότερο δεν θα μπορούσε να προσθέσει κανείς σε μια μητέρα. Αλλά τώρα είναι ο μόνος Υιός της, που τον έφερε στον κόσμο μόνη της, κατά τρόπο παράδοξο, που δεν λύπησε ποτέ ούτε την ίδια ούτε κανένα από τους ανθρώπους, που αντίθετα, τους ευεργέτησε όλους τόσο, ώστε να ξεπεράσει όλες τις προσδοκίες τους. Τί λοιπόν συναισθήματα είναι φυσικό να είχε η Παρθένος, όταν έβλεπε τον Υιό της σε τόσο φοβερές οδύνες, αυτόν που ήταν ο ευεργέτης της ανθρώπινης φύσεως, “τον πράον, τον ταπεινόν τη καρδία”, αυτόν που δεν υπήρξε ποτέ “ερίζων ουδέ κραυγάζων”, τον οποίον κανείς ποτέ δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει για το παραμικρό, όταν τον έβλεπε να σέρνεται από εκείνα τα άγρια θηρία, να γυμνώνεται, να δέρνεται, να κρίνεται άξιος της χειρότερης καταδίκης, να πεθαίνει τον εξευτελιστικότερο θάνατο μαζί με τους αμαρτωλότερους ανθρώπους, έξω από κάθε έννοια δικαιοσύνης και νόμου, όπως συμβαίνει σε τυραννικά καθεστώτα; Προσωπικά πιστεύω ότι τέτοια οδύνη ποτέ σε κανένα άνθρωπο δεν μπορεί να υπάρξει…

Γι’ αυτό την ώρα των παθών κατέλαβε την Παρθένο θλίψη υπερβολική και απερίγραπτη, τέτοια που παραπλήσια ποτέ δεν ένοιωσε άνθρωπος. Γιατί αυτή είδε τη σταύρωση σαν μητέρα, αλλά και σαν άνθρωπος με σωστή κρίση, σαν κάποιος που μπορεί να διακρίνει καθαρά την αδικία.

Γιατί έπρεπε να λάβει μέρος σε κάθε τι που έκανε ο Υιός της για την σωτηρία μας. Όπως του μετέδωσε το αίμα και την σάρκα της κι έλαβε αμοιβαία μέρος στις δικές του χάριτες, κατά τον ίδιο τρόπο έλαβε μέρος και σε όλους τους πόνους και την οδύνη του. Κι αυτός βέβαια καρφωμένος στον Σταυρό δέχθηκε στην πλευρά την λόγχη, ενώ διαπέρασε την καρδιά της Παρθένου ρομφαία, όπως ανήγγειλε ο αγιότατος Συμεών. Με τον ίδιο τρόπο και όλα τα άλλα μαρτύρια τα προξενούσαν οι “κύνες” εκείνοι από κοινού στον Υιό και στη μητέρα. Το ίδιο και όταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τον κατηγορούσαν σαν αλαζόνα, κι όταν τον ονόμαζαν πλάνο κι αγωνίζονταν ν’ αποδείξουν την πλάνη του”.

Ο δίκαιος Συμεών κατά την Υπαπαντή είχε προφητεύσει ότι ρομφαία θα περνούσε την αγία ψυχή της Θεοτόκου.

Αυτή η ρομφαία πολλές φορές την πόνεσε. Πάντα όμως υπέμενε και επιτελούσε, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, “άθλον της απαραμίλλου καρτερίας”.

Και μετά την Ανάληψη του Υιού της, πάλι ανάμεσα στους Αποστόλους και τους πρώτους Χριστιανούς πρώτη αυτή σηκώνει τον Σταυρό των διωγμών, τους στηρίζει και τους καθοδηγεί στο αποστολικό τους έργο. Όπως τότε στην Σταύρωση του Υιού της “ειστήκει παρά τω Σταυρώ” και συνέπασχε και συσταυρωνόταν μαζί Του, έτσι και μετά την Ανάληψή Του αυτή σηκώνει τον Σταυρό της Εκκλησίας και αυτή είναι η συμπάσχουσα μητέρα των Χριστιανών.

γ) Αναλαμβάνω εκούσιους πόνους, στερήσεις, αγώνες για την προς τον Θεό αγάπη.

Ο ίδιος ο Κύριος μας δίδαξε ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός του Ευαγγελίου, και ό¬τι η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν. Χωρίς βία στον εαυτό μας δεν υποχωρεί ο παλαιός άνθρωπος, δεν ξεριζώνονται τα πάθη.

Με την νηστεία, την αγρυπνία, τις γονυκλισίες, την ορθοστασία και όλη την ευλογημένη ορθόδοξο άσκηση χαλιναγωγούνται τα πάθη και ο Χριστιανός από σαρκικός γίνεται πνευματικός. Ασκείται να μη προσκολλάται εμπαθώς στους ανθρώπους και στα υλικά αγαθά. Να πολιτεύεται όχι ως ζώο, αλλά ως εικόνα του Θεού. Να μη χρησιμοποίει τον κόσμο καταναλωτικά, αλλά ευχαριστιακά. Είναι γνωστό το πατερικό λόγιο: Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα. Η νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής είναι κοπιώδης. Χωρίς όμως τον κόπο της νηστείας —συσταυρώσεως με τον Χριστό- δεν μπορεί να ζήσει την χαρά της Αναστάσεως.

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία μας, όπου ασκούμεθα σταυρικά, λαμβάνουμε την πείρα της Αναστάσεως —“της Αναστάσεως την πείραν ειληφότες”. Όλα στην Εκκλησία μας είναι αναστάσιμα, γιατί όλα είναι σταυρικά. Η Εκκλησία μας είναι Εκκλησία του Σταυρού και της Αναστάσεως. Χωρίς Σταυρό δεν υπάρχει Ανάσταση. Αλλά ούτε και Σταυρός υπάρχει που να μην ακολουθείται από την Ανάσταση. Γι’ αυτό οι Ορθόδοξοι εορτάζουμε και την Μ. Παρασκευή αναστάσιμα, ενώ οι Δυτικοί και το Πάσχα σταυρώσιμο. “Τον Σταυρόν Σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν”.

Έτσι και ο θείος Χρυσόστομος αρχίζει την ομιλία του “Εις τον Σταυρόν” με τους εξής λό-γους: “ Εορτήν άγομεν σήμερον και πανήγυριν, …ο γαρ Δεσπότης ο ημέτερος επί του Σταυρού τυγχάνει τοις ήλοις πεπαρμένος… Σταυρός το κεφάλαιον της σωτηρίας της ημετέρας· Σταυρός η των μυρίων αγαθών υπόθεσις” (Σήμερα έ¬χουμε εορτή και πανήγυρι, γιατί ο Κύριός μας ευρίσκεται καρφωμένος επάνω στον Σταυρό… Ο Σταυρός είναι η βάση της σωτηρίας μας, ο Σταυρός είναι η προϋπόθεση των μυρίων αγαθών).

Μέσα στον πόνο και στον κόπο της ασκήσεως και της σταυρικής ζωής κρύβεται η πιο μυστική και αληθινή χαρά και ανάπαυση, όπως άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος το υποσχέθηκε: “Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται”. Το πένθος της μετανοίας και της ασκήσεως είναι, κατά τους αγίους Πατέρες, χαροποιόν πένθος.

Ασκητική ήταν και η ζωή της Παναγίας μας, ιδίως όπως είπαμε στα Άγια των Αγίων. Αλλά και μετά την εις τους ουρανούς άνοδο του Υιού της, όπως μας λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, “τα μεγαλεία που είχαν τελεσθεί σ’ αυτήν υπέρ νουν και λόγον, τα συναγωνιζόταν με την καρτερικότατη και πολυειδή άσκησι”.

Από τον Σωτήρα Χριστό και την Κυρία Θεοτόκο διδάχθηκαν οι άγιοι Απόστολοι την σταυρική άσκηση και την παρέδωσαν στην Εκκλησία.

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία μας ο λαός μας παιδαγωγήθηκε και απέκτησε ασκητικό και σταυροαναστάσιμο ήθος. Αυτό το ήθος τον βοήθησε να υπομείνει την σκληρότητα των βαρβά¬ρων κατακτητών επί 400 χρόνια, αλλά και να αναλάβει γυμνός και αδύνατος τις ταλαιπωρίες, τις οδύνες και τους κινδύνους του απελευθερωτικού αγώνος του 1821. Οι απλές και αγράμματες μάνες, κατά Θεόν όμως σοφές, που δίδασκαν στα παιδιά τους την πίστη, την προσευχή, την νηστεία, τις μετάνοιες —ας θυμηθούμε την περίπτωση του Μακρυγιάννη-, ετοίμαζαν τους αληθινά ελευθέρους ανθρώπους που θα εγίνοντο και οι πρωτεργάτες της εθνικής ελευθερίας.

Άραγε σήμερα τί αγωγή δίνουμε στα παιδιά μας και πόσο τα βοηθούμε να ξεπεράσουν τον εγωκεντρισμό τους και να γίνουν αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι;

Σήμερα διαφημίζονται και προβάλλονται και άλλες μορφές ασκήσεως, μη ορθόδοξες και χριστιανικές. Η ευαγγελική και ορθόδοξος άσκηση δεν έχει καμιά σχέση με τις ασκητικές μεθόδους των διαφόρων ανατολικών, ινδουιστικών αιρέσεων τύπου γιόγκα, όπου η άσκηση έχει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, είναι μια γυμναστική της θελήσεως, και δεν είναι συσταύρωση με τον Χριστό.

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία μας η άσκηση ποτέ δεν είναι αυτοσκοπός που καταλήγει στην αυτοδικαίωση. Πάντα είναι μέσον για να αποκτήσουμε την Χάρι του Αγίου Πνεύματος και την αληθινή αγάπη προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο.

Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η άρση του Σταυρού είναι έκφραση υπακοής και αγάπης προς τον Θεό. Είναι αντίδωρο και αντιπροσφορά προς τον Κύριο που θυσιάσθηκε για μας.

Και ακόμη, τα υπέρ Χριστού παθήματα μπορούν να προσφερθούν στον Θεό υπέρ της Εκκλησίας, όπως έκαμε ο απόστολος Παύλος: “Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο έστιν η Εκκλησία” (Κολασ. α’, 24).

Στα μαρτύρια πολλών αγίων μαρτύρων (αγ. Χαραλάμπους, αγ. Μοδέστου, αγ. Αναστασίας της Ρωμαίας) βλέπουμε τους αγίους μάρτυρες να προσφέρουν τον πόνο τους και τον θάνατό τους στον Θεό, για όσους πονεμένους ανθρώπους θα τους επεκαλούντο. Είναι δείγμα τελείας αγάπης να προσφέρει ο πιστός την υπομονή του στις δοκιμασίες και τους κόπους της ασκήσεώς του στον Θεό, όχι μόνο για την δική του σωτηρία, αλλά και για την σωτηρία των συνανθρώπων του.

(+Αρχ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Ο Σταυρός του Χριστού και η σημασία του στην ζωή μας, έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1997. σσ. 19-38)