«Αν φύγω, θα γίνω γελοίος». Στον Στάικο Σταϊκόπουλο, τον ελευθερωτή του Παλαμηδίου

5 Δεκεμβρίου 2019

Την επομένη των Ιμίων, Ιανουάριο του ΄96, κατευθύνθηκα, ώρα απογευματινή, στο Ωδείο, όπου εργαζόμουν. Λίγο πριν ξεκινήσει το μάθημα, στο γραφείο του συναδέλφου και ιδιοκτήτη, η συζήτηση ήταν –τι άλλο- για τα γεγονότα της περασμένης νύχτας. Ανοιχτό ακόμη το θέμα της επιστράτευσης. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, τον ρωτάω:

« Πού παρουσιάζεσαι;»

Κι εκείνος, μια ακόμη ρουφηξιά απ΄ το τσιγάρο, η πολυθρόνα γέρνει προς τα πίσω και η απάντησή του απλή και ξεκάθαρη:

«Σιγά μη πάω να σκοτωθώ για έναν βράχο χαμένο στο πουθενά!»

Έμεινα άφωνος. Ένα κομμάτι της ψυχής μου εξανέστη. Κι ένα άλλο, σχεδόν υποκλίθηκε σε μια άλλη, νέα λογική από αυτήν που ανατράφηκα, λογική τετράγωνη, ξεκάθαρη κι ατράνταχτη: Αξίζουν κάποιοι βράχοι μια, έστω μια μόνο ζωή;

Αυτά θυμήθηκα, ατενίζοντας το Παλαμήδι, συνοδεύοντας πρόσφατα μαθητές μου στο μαγικό Ναύπλιο. Και βλέποντάς το, θυμήθηκα τον λεβέντη τον Στάικο Σταϊκόπουλο, που πριν 197 απελευθέρωσε το κάστρο, 29 Νοεμβρίου του 1822[1].

Πολύ πριν φανεί το Παλαμήδι, τα μάτια μου ζητήσανε τα βράχια του. κι όταν έφτασα, βρέθηκα ν΄ ατενίζω τα βράχια του και σχεδόν να τα ρωτώ:

«Βρε σεις, αξίζετε έστω και μια μονάχα ανθρώπινη ζωή;»

Και δε θα το πιστέψετε. Λες και σκύψανε και με ύφος σοβαρό, σα να ρώτησαν:

«Εσύ ποιος είσαι που ρωτάς;»

Αιφνιδιάστηκα. Τι να τους πω; Μου ήρθανε πολλά. Μα μόνον ένα έφτασε στη γλώσσα μου:

«Ένας απλός άνθρωπος είμαι».

Κι αυτά, σα να βρήκανε πάλι την κορμοστασιά τους ξαναϋψώθηκαν και σοβαρά μ’ αποχαιρέτησαν:

«Ε, τότε, άμε στο καλό. Εμείς μιλάμε μόνο σε ήρωες».

Να πω την αλήθεια, πικράθηκα.

Δεν είναι πως τα βράχια εκεί πάνω μέτρησαν τον ηρωισμό μου.  Είναι πως μέτρησαν και την ματαιότητα των πραγμάτων μας. Την προσωρινότητά μας στη ζωή, αλλά και στη μνήμη των ανθρώπων. Κι από την άλλη, κοντεύουμε τα διακόσια χρόνια κι ακόμη θυμόμαστε ένα αγρίμι από τη Ζάτουνα, έναν αναλφάβητο, έναν άξεστο μα μαζί και άπειρα τρυφερό και ευαίσθητο άνθρωπο, τόσο ευαίσθητο, που δεν τον νίκησαν βόλια τυράννου αλλά τον γονατίσανε χέρια αδερφικά: Τον Στάικο Σταϊκόπουλο

Και μη μου πείτε, πως οι ήρωες είναι αθάνατοι! Γιατί θα σας ρωτήσω και για μένα. Θα σας ρωτήσω και για σας. Γιατί όχι κι εμείς ήρωες αθάνατοι; Γιατί να μη μας καταδέχονται και μας οι πολεμίστρες του κάστρου; Τελικά, τι κάνει κάποιον ήρωα; Η μοίρα; Τα γονίδια; Η τύχη; Οι περιστάσεις; Τι;

Τελικά, το βλέπω: Ήρωας είναι κατ΄ αρχήν αυτός που ορθώνει ανάστημα στο ρεύμα. Απλά, χωρίς πολλά λόγια, ο ήρωας βάζει κόντρα στη ροή.  Βέβαια, όπως η Παλαιά Διαθήκη γνώρισε προφήτες και ψευδοπροφήτες, έτσι και η ιστορία γνώρισε ήρωες και ψευτοήρωες. Και πάντα ίδια τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ τους: Η συνέπεια και η αντοχή.

Μόνο που για ν΄ αντέξεις στη δύναμη του ποταμού που κατεβαίνει, πρέπει κάπου στέρεα να πατάς. Αλλιώς το ρεύμα δε νικιέται. Κι αυτό το «κάπου» είναι η πίστη. Μόνο για μια στιγμή θα σας πάω στο άγιο Ευαγγέλιο να σας θυμίσω:

«Πίστη εστίν ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων»

Για σκεφτείτε το λιγάκι:

Όποιος πιστεύει, πρώτ΄ απ΄ όλα δεν είναι ευχαριστημένος μ΄ αυτό που ζει. Γι΄  αυτό ελπίζει πως τα πράγματα θ΄ αλλάξουν. Μετά, γαντζώνεται από κείνα, που τα πήλινα μάτια μας δεν μπορούν να δουν. Αλλά του αποστόλου  Παύλου τον ορισμό τον συμπληρώνει ο άλλος απόστολος, ο Ιάκωβος:

«Πίστη χωρίς έργα, είναι πίστη νεκρή»

Κι εδώ, εδώ ακριβώς, ξεχωρίζουνε οι ήρωες απ΄ τους κοινούς ανθρώπους. Στην πράξη.

Πριν 190 χρόνια, τα χώματα αυτά, που σήμερα ψάχνουν μια ρωγμή στην άσφαλτο και στα τσιμέντα ν΄ ανασάνουν, διψούσαν λεφτεριά. Κάτω απ΄ τα χώματα αυτά κοιμούνται κορμιά που ποτίστηκαν από όνειρα κι  ελπίδες. Και κάποιο λίγοι, λες και σαν μαύρες τρύπες του σύμπαντος, πανίσχυρες κι αυτές αλλά ολόφωτες, μαγνήτισαν τα όνειρα και τους καημούς μίας ολόκληρης γενιάς, στάθηκαν όρθιοι μπροστά και βάλθηκαν να δώσουν στα αόρατα μορφή.

«Νάτοι, τους βρήκαμε», θα πείτε. «Νάτοι οι ήρωες που γυρεύαμε»

Ε, λοιπόν όχι! Δεν είναι αυτοί. Γιατί, απ΄ αυτούς τους λίγους, κάποιο λιγότεροι, με του Σταϊκόπουλου την κοψιά, ξεχωρίζουν, γιατί μένουν όρθιοι και δίνουν τη μάχη τη μεγάλη μέχρι τέλους.

«Και πόσο κρατάει δηλαδή αυτή η μάχη;» θα με ρωτήσετε.

 Μέχρι ο Θάνατος να σφαλίξει τα ματιά.

«Μα», θα μου ξαναπείτε, «πόσο να κράτησαν οι μάχες για να παρθεί το Ανάπλι, οι μάχες με τους Τούρκους στον κάμπο, οι πολιορκίες και τα γιουρούσια Κάποιες ώρες; Κάποιες μέρες; Πόσο καιρό χρειάζεται να γίνει κάποιος ήρωας;»

Αχ, αδελφοί μου, μόλις τώρα πάμε ν΄ ακουμπήσουμε τη μεγάλη ευλογία και τη μεγάλη κατάρα του γένους μας. Δεν μας έλειψαν τα μεγάλα κατορθώματα. Ούτε οι νικηφόρες μάχες στον πόλεμο. Καλά τα πήγαμε στον πόλεμο. Στην ειρήνη μάς ματιάξανε. Μας έλειψε η συνέπεια, η συνέχεια και πάνω απ΄ όλα η γνώση ενός μεγάλου λάθους μας. Πιο να ΄ναι αυτό; Να σας το πω: Νομίσαμε πως για εχθρός στέκεται πάντα ένας Αγαρηνός, ένας Μακαρονάς στην Πίνδο ή μια διεθνής Συνωμοσία που πλέκεται για να μας καταλύσει. Όμως;;;; Ξεχάσαμε τα θεριά που φωλιάζουν στην ψυχή μας. Κι ας αξιωθήκαμε απ΄ το Θεό να έχουμε την πίστη την Ορθόδοξη, πιο δυνατή κι αμόλευτη από των εκπροσώπων της τα λάθη,  να μας θυμίζει πως, κι αν κάποτε τα κάστρα κερδίζονται, η μάχη με τα πάθη μας δεν έχει τελειωμό. Και είναι αυτά τα πάθη που κάνανε ακόμη και δοξασμένους οπλαρχηγούς να μαλλιοτράβιουνται σαν ελαφρές κυράδες για το καλύτερο σπίτι, όταν οι Τούρκοι άδειασαν το Ανάπλι, από τη μέρα κιόλας εκείνη, ανήμερα του αγίου Ανδρέα, του Αποστόλου της ανδρείας, που με ένα πανούργο τέχνασμα, χωρίς ούτε μια μπαταριά, το Παλαμήδι λεφτερώθηκε. Έγινε έτσι το Παλαμήδι σύμβολο νίκης. Έμελλε όμως η πόλη του, το Ναύπλιο, να γίνει σύμβολο ήττας, όχι στα μετερίζια με τους αλλόθρησκους, αλλά στα μετερίζια με τα πάθη τη φυλής. Αυτά τα πάθη, που πληγώσανε βαθιά την πατρίδα, τόσο βαθιά όσο το βόλι στο κορμί του Κυβερνήτη, στον Άη Σπυρίδωνα απ΄ έξω, τότε που η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη να ακολουθήσει τον Καποδίστρια στη μάχη με τη διχόνοια.

Λοιπόν, τι κάνει κάποιον αληθινό ήρωα;

Αφήστε με να σας μεταφέρω έναν διάλογο, όχι διακοσίων μα 2.500 χιλιάδων χρόνων:

Ήμαστε στην Αθήνα, τρεις μέρες πριν ο Σωκράτης πιει το κώνειο. Ο φίλος του ο Κριτίας, γέρος κι  αυτός, τον εκλιπαρεί να δραπετεύσει. Ο Σωκράτης παρηγορεί, εξηγεί, αναλύει και τεκμηριώνει. Μα ο Κριτίας δεν πείθεται. Ώσπου στο τέλος, ο Σωκράτης καταθέτει το μέγιστο και τελικό επιχείρημα:

«Μα αν φύγω τώρα», του λέει, «θα γίνω γελοίος».

Έτσι, κατά λέξιν: Αν φύγω, θα γίνω γελοίος.

Κρατείστε αυτή τη φράση και ακολουθείστε με σ΄ ένα άλλο ταξίδι. Είναι η ώρα που ο Σταϊκούλης σταυροκοπιέται και σαλτάρει στη τάπια, τη Γιουρούς. Και μετά στην Ταβίλ, και στην Καρά, και στην Τσιδάρ. Κοιτάξτε τον. Δεν είναι εξωγήινος, δεν είναι η εξαίρεση. Τα όνειρά του είναι τα όνειρα της γενιάς του, τα όνειρα του προπάππου του και του παππού του και του πατέρα του, του αδελφού του τού Κωνσταντή που μια νυχτιά ξέκανε τον δράκο τον Μεχμέτ στην Ταβέρνα της Ζάτουνας. Οι ελπίδες του είναι οι ελπίδες όλων, μπροστά του ο θάνατος. Μιλάμε εύκολα για τον θάνατο των άλλων. Έχετε συναντήσει θάνατο; Σας σημάδεψε ποτέ ένα όπλο; Ένα ΜΠΑΜ και τέλος. Τέλος όλα. Φοβήθηκε; Μπορεί να μη φοβήθηκε; Άνθρωπος είναι. Ένας από μας. Να τον ρωτήσω, θά ΄θελα:

«Γιατί δεν κάνεις πίσω;»

Θά ΄θελα απ΄ το στόμα του να μιλήσει ο Σωκράτης, ο πρόγονός του, όχι πρόγονος αίματος μα πρόγονος καρδιάς και νου και πράξης:

«Μ΄ αν κάνω πίσω, θα γίνω γελοίος»

Ο Σταϊκούλης μας φοβάται τον θάνατο, μα πιο πολύ φοβάται την ντροπή.

Καταλαβαίνετε; Είναι παιδί μιας κοινωνίας που ο θάνατος ΔΕΝ είναι ό, τι χειρότερο μπορεί να σου τύχει.

Μπορεί οι πολλοί να μην τολμούνε. Κι όταν ο Σταϊκοπουλος  βγήκε στο κλαρί, μπορεί καμπόσοι σώφρονες φτωχονυκοκυραίοι, να κούνησαν την κεφαλή και να μουρμούρισαν:

«Σταϊκούλη κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης,

Για ν΄  αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια και γελάδες»

Λεβέντη μου Σταϊκόπουλε, όλο και κάτι θ΄ άκουσες!

Μα μέσα τους, να ξέρεις, σιωπηλά σε παρακάλαγαν:

«Σταϊκούλη μου, σώσε τα όνειρά μας».

Και ίδια σιωπηλά, θα σε κρίνανε αν λούφαζες ξανά.

Τίποτα δεν θα σου καταλόγιζαν αν έμενες στην Ύδρα. Αν πέθαινες ανάμεσα σε γιούς κι εγγόνια, με τις στέρνες σου γεμάτες άσπρα και με τις γολέτες σου να σου γνέφουν απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο.  Μα βγήκες μπροστά και γυρισμό από κει δεν έχει.

Ό,τι ορισμό θέλετε στον ήρωα δώστε. Εγώ θα σας προτείνω έναν ακόμη:

Ήρωας δεν είναι αυτός που νίκησε τον φόβο, αλλά αυτός που νίκησε την ντροπή.

Και αυτός ο αγώνας ενάντια στην ντροπή, αυτός ο αγώνας για φιλότιμο και αξιοπρέπεια, για καθαρμό και θέωση, είναι ισόβιος. Δεν έχει διάρκεια τριάντα, τριάντα πέντε λεπτά, όσο να πούμε πως έκανε να παρθεί το Παλαμήδι. Είναι αγώνας μιας ζωής.

Τρελαίνομαι να τον είχα μπροστά μου. Τώρα εδώ. Να τον ρωτάω:

«Γιατί μωρές Σταϊκούλη, όταν όλα δείχναν μάταια, δεν γύρισες στο βιος σου;»

Και να μου απαντάει:

«Μ’ αν γύρναγα, θα γινόμουνα γελοίος»

Κα να του ξαναλέω:

«Γιατί μωρέ Σταϊκούλη δεν έπεσες πάνω στο λουφέ, όταν επέφτανε τα κάστρα;»

«Μα, αν έπεφτα, θα γινόμουν γελοίος»

«Γιατί μωρέ Σταϊκούλη δεν κυνήγησες βαθμούς και γαλόνια, όταν λευτερώθηκε η πατρίδα;»

«Μα θα ήτανε γελοίο»

«Γιατί βρε Σταϊκούλη δεν κανάκεψες τους άκαπνους, που ξέρουν πάντοτε να κυβερνούν, σπέρνοντας διχασμό και που βρίσκουνε αξία και δύναμη, μόνο πατώντας στη διχόνοια και το μίσος;»

«Μα …να γενώ γελοίος;»

«Γιατί μωρέ Σταϊκούλη δεν εξαργύρωσες τους αγώνες σου με υπουργηλήκια, επιτροπές, συμβούλια και παράτες; Γιατί δεν κράτησες το στόμα κλειστό, όταν οι Βαυαροί διαφέντεψαν τον τόπο, πατώντας πάνω στα πάθη και τη διχόνια μας;»

Και να μου πεις:

«Αδερφέ μου, άμε στο καλό. Άμα τα έκανα εγώ όλ΄ αυτά, το κάστρο δε θα μου ξαναμιλούσε».

Χάσαμε πια το μέτρο της γελοιότητας και δε μπορούμε πια να διακρίνουμε τον τσίγκο απ’ το χρυσάφι. Οι ήρωες κρυφτήκανε. Κι όποτε τολμήσουνε να βγουν, εμείς οι ίδιοι, οι έτοιμοι για απονομές και διθυράμβους, θα τους στείλουμε ξανά στην αφάνεια και το σκοτάδι. 197 χρόνια τώρα ζητάμε τον έναν, τον ήρωα, τον ξεχωριστό, να πάρει σπαθί και με μιας να μας ξαναδώσει χαμένες πατρίδες, χαμένες ελπίδες, χαμένη τιμή. Η μήτρα όμως των ηρώων είναι η ίδια η κοινωνία. Κι εμείς εμετρήθημεν, εζυγίσθημεν και ευρέθημεν ελλιπείς. Γελοίος είναι πια αυτός που αντιστέκεται στο καλοζώισμα και η λέξη «τιμή» αφορά μόνον παζάρια και εκπτώσεις.

Θέλετε να ακούσετε και μια ειρωνεία τραγική; Ούτε το θάρρος μας λείπει σήμερα. Μόνο που, αποκομμένο απ΄ την ντροπή έγινε θράσος και πότισε τα σπίτια, τα σχολεία, τις υπηρεσίες, τα πάντα. Γενήκαμε ένα γένος αγενών ανθρώπων, άξεστων, παρά τη μόρφωση και την ηλεκτρονική μας γνώση.

Κι όμως, οι Σταϊκόπουλοι δεν έλειψαν. Μόνο που κρύβονται. Σε σπίτια απλά, σε γραφεία συνηθισμένα, σε παρέες στα ταβερνάκια του Σαββάτου, πάνω από βιβλία και οθόνες, νέα παιδιά με στόχους και όνειρα και πολύ καλοσύνη και πολύ εξυπνάδα αλλά και με συστολή, με ντροπή, με φιλότιμο, με αξιοπρέπεια. Όλοι αυτοί και όλες αυτές που δεν καταδέχτηκαν να προσπεράσουν τον αξιότερο. Που δεν γίνανε πελάτες των ισχυρών έξω από βουλευτικά γραφεία. Όλοι εκείνοι που έκαναν κέντρο της ζωής τους όχι τη νέα σαρανταδιάρα οθόνη αλλά την ανάγκη του φίλου, τον πόνο του άρρωστου γονιού, την απελπισία του κατάκοιτου γείτονα, την πίκρα του αδικημένου συναδέλφου,  την ανέχεια του περιφρονημένου συμπατριώτη, την απόγνωση του λαθρομετανάστη πατέρα που η ανάγκη τον ξέβρασε με το παιδί στα χέρια, εδώ, στη χώρα καλών ανθρώπων, αλλά και τόσο φοβισμένων να αναστήσουν μέσα τους τον ήρωα και να στείλουν μέχρι την κόκκινη μηλιά κι ακόμη παραπέρα όλους όσοι τους δίχασαν και τους στέρεψαν το όραμα και την ελπίδα.

Οι Σταϊκόπουλοι της ιστορίας, μας θυμίζουν το πώς θάπρεπε να ήμασταν. Μπορεί να είναι νεκροί, παραμένουν όμως επικίνδυνοι για κείνους που φοβούνται τις ανατροπές. Θαρρείτε πως όλοι οι συμπατριώτες μας χάρηκαν όταν νικήθηκε ο Τούρκος; Και δουλείες μαζί τους θα χαλάσανε, και τα περίφημα…κονέ θα άλλαξαν. Και θαρρείτε, με το που έπεσε το Παλαμήδι, κατέβηκε ο Παράδεισος επί της Ελληνικής γης; Λέω πως κάποτε θα πρέπει να καθιερωθούν και εορτασμοί περισυλλογής των λαθών και των παθών μας.

Γι΄  αυτό η ανατροπή και η εγρήγορση είναι διαρκές ζητούμενο. Όσο ο νους και η καρδιά όλων μας θα συσσωρεύει οράματα κι ελπίδα, όσο η καθημερινή δράση του καθενός θα χτυπάει στην καρδιά το θεριό της δίψας για εξουσία και αρπαγή που φωλιάζει μέσα μας, σαν γόνιμη μήτρα θα ετοιμάζουμε τους λίγους αυτούς, σάρκα από τη σάρκα μας, που θα πάρουν την πατρίδα στην πλάτη. Αυτός είναι ο δρόμος να φανεί, αλλιώς τον ενοχλητικό ανατροπέα Σταϊκόπουλο και τον κάθε Σταϊκόπουλο του 21ου αιώνα θα τον ξανακλείσουμε στο μπουντρούμι. Γιατί είναι πάντα ενοχλητικοί, όσοι μας φανερώνουνε κατώτερους των ονείρων μας.

Αν όμως αντέξουμε τη μνήμη, αν κρατήσουμε το φόβο της ντροπής, σε πείσμα ισχυρών γνωστών και  μη εξαιρετέων, που δε μπορούν μ΄ αυτά να μετρηθούν και να υπάρχουν, θα κάνουμε κάτι περισσότερο από μια λαμπρή τελετή για τα διακόσια χρόνια της Παλιγγενεσία που πλησιάζει: Θα σώσουμε μέσα μας το πιο θεϊκό, το πιο φωτεινό κομμάτι μας: Τον ήρωα που ασφυκτιά μεσ΄ στο κορμί μας και περιμένει μια ευκαιρία να σώσει την τιμή και το φως αυτής εδώ της ενοχλητικής, για τους δυνάστες, γωνιάς της γης.

Κι αν είναι τα Χριστούγεννα που πλησιάζουν, ας ευχηθούμε «Καλή Ανάσταση» στο γένος των Ελλήνων, που αξιώθηκε γενάρχες σαν τον Στάικο Σταϊκόπουλο, τον ήρωα, τον αφανή, τον συχωρεμένο._

Παραπομπή:

[1] Ο Στάικος Σταϊκόπουλος, Σταϊκούλης για το ύψος του, γεννήθηκε στη Ζάτουνα το 1799. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με τα χρήματα που είχε κερδίσει από εμπόριο δερμάτων στην Ύδρα, σχημάτισε εκστρατευτικό σώμα, που πολέμησε από την αρχή του Αγώνα στην Πελοπόννησο, σε μάχες άνισες, που όλα μοιάζαν χαμένα. Στις 29 Νοεμβρίου του 1822 μαζί με τον Δημήτριο Μοσχονησιώτη κατέλαβε το Παλαμήδι, πράξη για την οποία έμεινε γνωστός στην ιστορία. Ύστερα από αυτό προβιβάσθηκε από χιλίαρχο σε στρατηγό, αν και ποτέ δε ζήτησε γαλόνια. Στη συνέχεια, του ανατέθηκε η πολιορκία του κάστρου της Κορίνθου όπου έληξε με την κατάληψη του. Ήταν ο πρώτος που αντιμετώπισε τον Ιμπραήμ Πασά με αποτέλεσμα να συλλάβει και να στείλει στο Ναύπλιο αιχμάλωτους 30 στρατιώτες του. Τα τραύματα και οι κακουχίες όμως, καθώς και τα γεγονότα του εμφυλίου, διατάραξαν την σωματική και την ψυχική του υγεία. Με την έλευση του Όθωνα παρέμεινε στον στρατό ως αντισυνταγματάρχης, αλλά φυλακίστηκε επειδή τάχθηκε εναντίον των Βαυαρών. Απεβίωσε πάμφτωχος στις 21 Φεβρουαρίου του 1835, ημέρα αποφυλάκισης του, στις φυλακές Λεονάρδου στο Ναύπλιο από τα τραύματα και τις κακουχίες του πολέμου και ενταφιάστηκε στο παλαιό νεκροταφείο της πόλης, πλουτίζοντας τη χορεία των σχεδόν λησμονημένων ηρώων που έδωσαν τα πάντα για τη λεφτεριά. Σήμερα, ο δήμος Ναυπλίου έχει δημιουργήσει προς τιμήν του το πάρκο Σταϊκόπουλου ενώ κάθε χρόνο στις 29 Νοεμβρίου πραγματοποιείται τιμητική εκδήλωση.