Η χρήση και ο συμβολισμός του αρχιερατικού ωμοφορίου

13 Δεκεμβρίου 2019

Το ωμοφόριο συνιστά το κατεξοχήν αρχιερατικό άμφιο. «Τὸ ὠμοφόριον ἀπέβη τὸ διακριτικὸν τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας ἄμφιον, τόσον ὥστε ἡ κατάθεσις τοῦ ὠμοφορίου ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου νὰ σημαίνῃ κατάθεσιν τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κ. Κούρκουλας. «Συνίσταται ἐκ μιᾶς μακρᾶς ταινίας ἐκ μαλλίνου ὑλικοῦ ὑφάσματος, διερχόμενον διὰ τοῦ λαιμοῦ μὲ τὰ ἄκρα αὐτοῦ πίπτοντα ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν ἕως τῶν γονάτων, ἢ καὶ κατώτερον, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι κεντημένοι σταυροὶ». Όπως δηλώνει και η ονομασία του, φέρεται στους ώμους του αρχιερέα «ἔμπροσθεν τέ καί ὄπισθεν» και δείχνει «τὴν ἐκ Παρθένου δι’ ἡμᾶς σάρκωσιν καὶ ἐνανθρώπησιν τοῦ Λόγου». Επίσης, επ’ αυτού τοποθετούνται  τέσσερις σταυροί, δύο στο στήθος και από ένας σε κάθε άκρη του. Αυτοί οι τέσσερις σταυροί δηλώνουν τη Σταύρωση του Χριστού.

agiou-filotheou-kokkinou-sakkos

Ο σημαντικότερος συμβολισμός του ωμοφορίου συναντάται στην εργογραφία του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης. Ο αρχιεπίσκοπος της πάλαι ποτέ βυζαντινής συμβασιλεύουσας παρομοιάζει το αρχιερατικό ένδυμα με το απολωλός πρόβατο της ευαγγελικής περικοπής, το οποίο «ἐπὶ τῶν ὤμων ἔλαβεν ὁ Σωτὴρ». Στην παρούσα συνάφεια, ως πρόβατο εννοεί «τὴν ἡμετέραν φύσιν», δηλαδή την μεταπτωτική ανθρώπινη φύση που ακολούθησε πορεία διάστασης από τον Θεό, ο οποίος γίνεται άνθρωπος, την προσεγγίζει, την αίρει επί των ώμων και την οδηγεί προς τη σωτηρία. Ο συμβολισμός γίνεται πιο κατανοητός, εάν συνυπολογίσουμε και το στοιχείο ότι το ωμοφόριο πρέπει να είναι κατασκευασμένο από έριον, δηλαδή μάλλινο ύφασμα. Έτσι, η συμβολική του αμνού γίνεται ευκρινέστερη. Η παραβολή του ωμοφορίου προς τον αμνό επεκτείνεται και στο σταυρικό πάθος του Κυρίου, καθώς «καὶ αὐτὸς ἀμνὸς ἐκλήθῃ σφαγιασθεῖς ὑπὲρ ἠμῶν». Η συμβολική του ωμοφορίου ως αμνού επηρεάζει ανάλογα και την απόχρωσή του. Το ωμοφόριο πρέπει να είναι λευκό, όπως λευκό είναι και το χρώμα του μαλλιού του αμνού.

Ο αρχιερέας εκβάλλει το ωμοφόριο πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, δηλώνοντας την υποταγή του προς τον Σωτήρα. «Οὐ τολμᾶ γὰρ ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸ περιτίθεσθαι, μαρτυροῦν αὐτὸν σαρκωθέντα τὲ καὶ παθόντα καὶ ζῶντα, ἀναγιγνωσκομένων τῶν ρημάτων αὐτοῦ· ὅτι αὐτὸς ἐστιν ὁ λαλῶν». Καθώς, λοιπόν, το ωμοφόριο θυμίζει την επί γης δράση του Κυρίου και στο ίδιο το Ευαγγέλιο ο ίδιος ο Κύριος εμφανίζεται να δρα και να ομιλεί, ο αρχιερέας απεκδύεται το ωμοφόριο από σεβασμό και ένδειξη πλήρους υποταγής στον Κύριο.

Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εισόδου, το ωμοφόριο προτάσσεται της λιτανευτικής πομπής, καθώς «ἔμπροσθεν τὸν Σταυρὸν ἔχον, τὸ σημεῖον ἐμφαῖνον τοῦ Ἰησοῦ, ὃ τότε ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ φανήσεται ὡς γέγραπται». Ο αρχιερέας επανενδύεται το ωμοφόριό του μετά την ολοκλήρωση της Εισόδου των Αγίων, αφού αποτελεί βασικό άμφιο και είναι αναγκαίο να το φέρει κατά τη μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου.

Από τον ΙΖ’ αιώνα και εξής, το αρχιερατικό ωμοφόριο διακρίνεται σε δύο είδη, το μεγάλο και το μικρό. Το μεγάλο ωμοφόριο είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο αναφέρεται η πατερική λειτουργική γραμματεία και περιγράφηκε ανωτέρω. Το μικρό ωμοφόριο είναι βραχύτερο. Περιβάλλει τον τράχηλο του αρχιερέα, έχοντας και τις δύο απολήξεις του επί του στήθους του λειτουργού.

Το μικρό ωμοφόριο υιοθετήθηκε στην αρχιερατική αμφίεση εξαιτίας της δυσχρηστίας του μεγάλου μεγέθους του αρχικού ωμοφορίου. Η εισαγωγή του μικρού ωμοφορίου δεν σημαίνει την κατάργηση του παλαιότερου μεγάλου, αλλά την παράλληλη χρησιμοποίηση και των δύο σε διαφορετικές περιστάσεις. Το μικρό ωμοφόριο χρησιμοποιείται στη Θεία Λειτουργία από τη Μεγάλη Είσοδο και εξής, αλλά και κατά την τέλεση άλλων μυστηρίων και ιεροπραξιών, όπου ο αρχιερέας χρειάζεται ευχέρεια κινήσεων.

Η υποκατάσταση του μεγάλου ωμοφορίου από το μικρό ωμοφόριο είναι θεμιτή ως ένα βαθμό. Υπάρχουν στιγμές της θείας λατρείας μοναδικές και ανεπανάληπτες, στις οποίες επιβάλλεται η χρήση του μεγάλου ωμοφορίου. Μία εξ αυτών, μάλιστα η κυριότερη και καιριότερη, είναι το μυστήριο της χειροτονίας. Δεν νοείται να τελείται χειροτονία υπό αρχιερέως με το μικρό ωμοφόριο, το οποίο συνιστά μία κοινή, πρακτική, περικεκομμένη παραλλαγή του μεγάλου ωμοφορίου.

Η αναγκαιότητα χρήσης του μεγάλου ωμοφορίου στη χειροτονία θεμελιώνεται μέσα από τη συμβολική της μετάβασης από τον πρώτο ως και τον τρίτο ιερατικό βαθμό, αλλά και τη συνέχεια και ολοκλήρωση στον αρχιερέα του μυστηρίου της ιερωσύνης, την οποία καταλείπει στην εργογραφία του ο Συμεών Θεσσαλονίκης. Η συνέχεια της ιερωσύνης εκφράζεται συμβολικά με τη σταδιακή αναδίπλωση του διακονικού οραρίου σε ιερατικό επιτραχήλιο και του ιερατικού επιτραχηλίου σε αρχιερατικό ωμοφόριο κατά τις αντίστοιχες χειροτονητήριες τελετές. Ως εκ τούτων, ο αρχιερέας οφείλει να τελεί το μυστήριο της χειροτονίας με τη χρήση του μεγάλου ωμοφορίου, ανεξάρτητα από τον βαθμό ιερωσύνης του χειροτονούμενου.

Ως προς την προέλευση των δύο ωμοφορίων, ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Βασίλειος Στεφανίδης σημειώνει την πιθανότητα καταβολής τους από τον μοναχισμό. Ως γέφυρα μεταβίβασής τους από τον μοναχισμό στους αρχιερείς μνημονεύει τον Ευστάθιο Σεβαστείας. Έχοντας τη μοναχική ιδιότητα προ της χειροτονίας του, διατήρησε τα μοναχικά ωμοφόρια όταν έγινε αρχιερέας. Η θεωρία αυτή αντιτίθεται προς την επικρατούσα χρονολόγηση διάκρισης των δύο ωμοφορίων. Συνεξετάζοντας την απουσία αναφορών για το μικρό ωμοφόριο σε όλη την βυζαντινή λειτουργική παράδοση, συμπεραίνουμε ότι είναι σαφώς μεταγενέστερο. Οπότε, το μικρό ωμοφόριο εισάγεται σε χρήση τουλάχιστον μετά τον ΙΕ’ αιώνα.

Όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση, το ωμοφόριο είναι δημιούργημα της Ανατολής, το οποίο μετέπειτα διαδίδεται στη Δύση. Σύμφωνα με τον Β. Στεφανίδη, η προέλευσή του είναι καθαρά εκκλησιαστική και ανεπηρέαστη από κοσμικούς παράγοντες. Το αντίθετο συνέβη ως προς την ποιότητά του. Πιθανή είναι η επίδραση στην πολυτέλεια και την ποιότητα των υλικών ύφανσης του ωμοφορίου από αντίστοιχα ενδύματα των Ρωμαίων υπάτων. Το στοιχείο αυτό τελεί σε αναντιστοιχία με τη σύγχρονη πρακτική. Στην Ανατολική Εκκλησία το ωμοφόριο είναι ιδιαίτερα πεπλατυσμένο και ενίοτε υπερβολικά διακοσμημένο. Αντίθετα, η Δυτική Εκκλησία χρησιμοποιεί ωμοφόρια απλούστερης μορφής και υφάνσεως, τα οποία ομοιάζουν περισσότερο από τα της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην αρχαία περί αμφίων παράδοση.

Η εισαγωγή και ιδιαίτερη προβολή δευτερευόντων στοιχείων της αρχιερατικής αμφίεσης κατά την περίοδο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως ο σάκκος, η μίτρα κλπ., επισκίασαν τη σημασία του ωμοφορίου για τη λειτουργική αμφίεση του αρχιερέα. Η επιβάρυνση του αρχιερέα με άμφια κοσμικής προέλευσης, αν και δεν παραβλάπτει σε μεγάλο βαθμό την αρχιερατική αμφίεση, οφείλει να μην υποβιβάζει τη χρήση και τη σημασία του ωμοφορίου. Ο αρχιερέας, ο ποιμένας της επισκοπής, ο οποίος φέρει επί των ώμων το ωμοφόριο, είναι για την τοπική Εκκλησία τύπος και τόπος του ποιμένα – Χριστού, της μοναδικής κεφαλής του εκκλησιακού σώματος. Ως ποιμένας ζει και δρα για την ασφάλεια και πνευματική ακεραιότητα της ποίμνης του. Σε κάθε κίνδυνο των ποιμαινομένων τρέχει προς τον πνευματικό κρημνό, σώζει τον εμπερίστατο αδελφό και ως άλλος βιβλικός ποιμένας επαναφέρει στην ασφάλεια της ποίμνης τον λογικό αμνό. Αυτός ο λογικός αμνός εικονίζεται από το ωμοφόριο και θυμίζει στον αρχιερέα την αποστολή του μέσα την Εκκλησία, τη λογική  ποίμνη του Χριστού.