Το σαρανταήμερό μας του Παπαδιαμάντη

14 Δεκεμβρίου 2019

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Παππούλη, του λέω, δεν είσαι συ για να ψάχνω να βρίσκω ηθογραφικά στοιχεία στο έργο σου, μια απέραντη αγκαλιά, μια άδολη αγάπη στο συνάνθρωπο, κι οι παπάδες σου ιερά πρόσωπα, κι οι ψαλτάδες, τέτοιες μέρες νηστείας, σαραντάημερο, ζήσαμε τα σαρανταλείτουργα στη γειτονιά τ’ άη Κασσιανού, όποια οικογένεια ήθελε να μνημονεύονται τα πεθαμένα της έδινε ένα χαρτάκι στον παπά, κι αυτός, πέντε η ώρα το πρωί, στο φούρνο του Πιτζιολή, λίγα μέτρα μακριά από την εκκλησιά, φρέσκο ψωμί ολόζεστο ν’ αχνίζει, μνημόνευε ο παπαΚωνσταντίνος στην αγία πρόθεση, κερματίζαμε το ψωμί, σαν μερίδα της Κυριακής, ένα λόγχισμα στο κέντρο, γεμίζαμε άσπρα σακούλια καθαρά, κι αρχίζαμε τη διανομή στα σπίτια, «την μερίδα σας», αλησμόνητες μυρουδιές της πρωίας μέσα στα σπίτια, στενές φτωχικές κάμαρες νοικιασμένες, τα χνώτα των ενοίκων, η καπήρα [φρυγανιά] στο πύραυνο, τσάι γλυκάνισσο.

Άλλα είχες εσύ, παπαδοπαίδι, άλλα έζησες στη Σκιάθο, στη «Συντέκνισσα», η φιλανθρωπία του ιερέα, η αυτοθυσία, μέσα στα χιόνια και στις βροχές, με τους βοσκούς στις μάντρες στο βουνό να περιμένουν την αγία παλάμη της εκκλησίας, το βάφτισμα, την ταφή, και τα έθιμα της εποχής, σαραντάημερο, να προσφέρουν τον άρτο ή το αλεύρι οι γυναίκες, για τον παπά και την παπαδιά, για τη μνήμη των τεθνεώτων, σε μια εποχή που «ο παρείσακτος νεωτερισμός ακόμη δεν είχε ποδάρια διά ν᾽ αναρριχηθή, ωνόμαζε το πιάτο πινάκι, την σουπιέρα λοπάδα, το μπαρμπούνι τριγλί, το τσεκούρι αξινάρι, την πουλάδα νοσσίδα, και την κουμπάρα, εις την οποίαν ωμίλει, την προσηγόρευε “συντέκνισσα”».

«Ήτον σαρανταήμερον, παραμοναί των Χριστουγέννων, και, κατά το έθος, η μυσταγωγία ετελείτο καθημερινώς εις τους ναούς» έτσι και σε μας, ο παπάΚωστας από τη Φασούλα της Λεμεσού, καθημερινά λειτουργούσε μόνος και μετά μόνου, στο τέλος θα έπαιρνε την αμοιβή, την ημέρα των Φώτων πηγαίναμε μαζί στα σπίτια που μνημόνευε, τι λουκούμια, τι κεραστικά στο ράσο, και στη λεκάνη του αγιασμού μπακίρες, τα νομίσματα της εποχής.

Εσύ άλλα έζησες, Αλεξανδρή μου, «Όλ᾽ αι ενορίτισσαι του παπα-Βαγγέλη του εκουβαλούσαν στο σπίτι τα συνήθη ‘βλογούδια’. Ήσαν δε ταύτα ψωμάκια ενσφράγιστα με το σημείον του Σταυρού, προσφερόμενα κατ᾽ οίκον εις τους ιερείς διά τας ψυχάς των τεθνεώτων, κατά την διάρκειαν της Τεσσαρακοστής. Πολλαί ενορίτισσαι, αντί να φέρουν ψωμάκια, έφερον ένα σακκούλι αλεύρι, και τούτο επροτιμούσαν εν γένει οι παπαδιές. Όχι διότι θα επεθυμούσαν να ‘μβαίνουν σε κόπο’, να ζυμώνουν, αλλά διότι τα βλογούδια ποτέ δεν εφτουρούσαν, κ᾽ εμοιράζοντο συνήθως εις τα πτωχά και τα ξυπόλυτα της γειτονιάς, όπως και τα κόλλυβα.» (Αλ. Παπαδιαμάντη, Η Συντέκνισσα)

Είναι δυνατόν ποτέ να παύσουμε να μνημονεύουμε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τώρα μάλιστα που μας βρίσκει το κακό, αδελφοί;