Οι δύο θάνατοι της ψυχής (Αγίου Γερασίμου Παλλαδά)

19 Ιανουαρίου 2020

Πολλοί σπουδαίοι και δυνατοί διδάσκαλοι πολλές φορές περίγραψαν και δίδαξαν διάφορες υποθέσεις και διηγήσεις, με τις οποίες φανέρωσαν και απέδειξαν το μάταιο και φθαρτό αυτού του κόσμου και παρουσίασαν την μεγάλη αθλιότητά του. Αλλά και σήμερα, επειδή έχουμε την υπόθεση περί θανάτου, τολμώ και εγώ να αναφέρω στην αγάπη σας για την ματαιότητα πάλι αυτού του φθαρτού κόσμου και τον αναπόφευκτο για όλους θάνατο. 

 Τον κόσμο αυτό, χριστιανοί μου, που όλοι τον αγαπούμε και τον χαιρόμαστε, θα τον παρομοιάσω με ένα πολυσύχναστο δρόμο που όλοι τον περπατάμε  ή σαν ένα ονομαστό πανηγύρι ή σαν ένα βασιλικό θέατρο, στα οποία βλέπουμε και σήμερα να βρίσκονται ή να περνούν πολλοί και διάφοροι άνθρω­ποι με διάφορους τρόπους. Άλλοι έρχονται, άλ­λοι πηγαίνουν και άλλοι στέκονται. Άλλοι είναι στολισμένοι και άλλοι όχι· άλλοι ευπρεπείς, άλλοι απρεπείς· άλλοι ευγενείς και άλλοι αγενείς· άλλοι φρόνιμοι και άλλοι μωροί άλλοι πλούσιοι και άλλοι πτωχοί· άλλοι να τρέχουν βιαστικά και άλλοι να περπατούν σιγά· άλλοι να αγοράζουν και άλλοι να πωλούν, άλλοι να δίνουν και άλλοι να παίρνουν, και άλλα όμοια, τα οποία γίνονται όλα στην ημέρα εκείνη του παζαριού του πανηγυριού ή στο θέατρο ή  στο δρόμο. Αλλ’ όμως, όταν περάσει εκείνη η ημέρα, αυτά όλα σταματούν και πλέον τίποτα δεν βλέπεις από αυτά, μόνο μια μεγάλη ερημιά, για την οποίαν να απορείς και να λες με πολλή έκπληξη: «Πού είναι το πλήθος των διαφόρων ανθρώπων που βρισκόταν χθες εδώ; Πού είναι η τόση συναναστρο­φή των ανθρώπων που στόλιζε τούτο τον τόπο, τούτο τον δρόμο; Ω και πως ερήμωσε!».

Στ’ αλήθεια έτσι φαίνεται να είναι και τούτος ο κόσμος, γιατί εμείς σ’ αυτόν τον κόσμο σαν σε άλλο δρόμο περπατούμε, σαν σε άλλο θέατρο στεκόμαστε, σαν σε άλλο πανηγύρι βρισκόμαστε. Και άλλοι από μας είναι φρόνιμοι και άλλοι άφρονες· άλλοι ενάρετοι και άλλοι κακοί· άλλοι σοφοί και άλλοι αγράμματοι· άλλοι ένδοξοι και άλλοι ταπεινοί· άλλοι πλούσιοι και άλλοι πτωχοί· άλλοι άρχοντες και άλλοι αρχόμενοι· άλλοι ευγενείς και άλλοι αγενείς· άλλοι στολισμένοι και άλλοι αστόλιστοι, όπως το βλέπουμε όλοι μας και είναι βέβαια και αληθινά. Αλλ’ όταν φθάσει ο θάνατος, σαν άλλη νύκτα παίρνει τον καθ’ ένα και πρόκειται έως της συντέλειας του αιώνος να μας μαζέψει ό­λους και ο κόσμος όλος να μείνει έρημος, χωρίς εμάς. Αυτό ο καθένας σκεφτόμενος θα απορούσε και  θα έλεγε με έκπληξη μαζί με τον Εκκλησιαστη: Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης, και να πιστέψει την χαριτόβρυτη νουθεσία του θεολογικώτατου διδασκάλου και φωστήρα της οικουμένης Γρηγορίου, που λέει: Πανηγύρι να θεωρείς αυτή τη ζωή, και να αποφασίσει ότι βλέπει όνειρα και ονείρων απατηλότερα. Χθες ο κόσμος στολισμένος και σήμερον ερημωμένος; Χθες βασιλέας και σήμερα νεκρός να θάπτεται; Χθες εξουσιαστής να προστάζει και σήμερα στο σκοτεινό τάφο να κατασταλάζει; Χθες ως άρχοντας να τιμάται και σήμερα νεκρός να βρίσκεται στον Άδη; Χθες ως έμπορος να εμπορεύεται και σήμερα στο μνήμα μεταφέρεται; Χθες σαν ρήτορας να ρητορεύει και σήμερα βουβός να σωπαίνει; Χθες ζωντανός και σήμερα νεκρός;

Ω αλλοίωση, ή καλύτερα ω απάτη του κόσμου, ω ματαιότητα! Όμως δεν ντρέπομαι να σας πω πως το να μετρούμε την ματαιότητα του κόσμου και να θαυμάζουμε και να απορούμε, δεν ωφελούμαστε, αλλά πρέπει να σκαφτόμαστε ότι και εμείς είμαστε το ίδιο οδοιπόροι και τον ίδιο δρόμο περπατούμε και το ίδιο πρόκειται να πάθουμε. Στο ίδιο θέατρο, στο ίδιο πανηγύρι βρισκόμαστε και ο ίδιος θάνατος και εμάς θα θερίσει, τόσο που κανένας δεν θα γλυτώσει. Και γιατί; Διότι ο θάνατος προξενήθηκε  σε όλο το γένος των ανθρώπων από την παρακοή των προπατόρων μας, Αδάμ και της Εύας, επειδή παρέβησαν τη θεία εντολή του πλάστου ο οποίος τους έπλασε, του κτίστου που τους δημιούργησε, του Θεού ο οποίος τους έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη· κακή παράβαση και παρακοή. Γι’ αυτό, όπως λέει ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους: πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν (κάθε παράβαση και παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια).

Δεν γνώριζε, χριστιανοί μου, ο ταλαίπωρος πρώτος άνθρω­πος, ο προπάτοράς μας Αδάμ, τι κακό επρόκειτο να του φέρει η παρακοή στον παράδεισο, όταν παράβλεψε την εντολή του Θεού και υπακούοντας στην κακή και θανατηφόρα συμβου­λή του πονηρού και δόλιου όφη, γεύθηκε από το απαγορευμένο εκείνο δένδρο και γι’ αυτό ανέλπιστα και ξαφνικά φαρμακώθηκε και έπεσε στον γκρεμό της εξορίας και την αναπόφευκτη απόφαση της καταδίκης του θανάτου. Είσαι γη, άκουσε ανέλπιστα από το στόμα του Θεού, και στη γη θα ξαναγυρίσεις.

Αλλά για να γνωρίσουμε καλύτερα την καταδίκη του θα­νάτου, την οποία δέχθηκε ο προπάτοράς μας, και την πτώση στην οποίαν έπεσε, με το να παρακούσει τη θεία εντολή, πρέπει να εξετάσουμε πρώτον, ποια είναι η εντολή και ποια η παρακοή, και τότε εύκολα θα καταλάβουμε τη δίκαιη τιμωρία, η οποία είναι ο θάνατος. Η εντολή είναι: από κάθε καρπό που βρίσκεται στον παράδεισο μπορείτε να τρώτε, από δε τον καρπό που θα γνωρίσετε το καλό και το πονηρό δεν θα φάτε· την ημέρα που θα φάτε από αυτόν θα πεθάνετε. Αυτή εί­ναι η εντολή. Όμως δημιουργεί μερικές απορίες. Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: «Το δένδρο εκείνο της γνώσεως ήταν κακό ή καλό; Αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ο Θεός; Αν δε ήταν καλό, γιατί λέει να μη φάνε από τον καρπό του;»

Οι λύσεις των αποριών είναι αυτές: Στην πρώτη ερώτηση, «κακό είναι ή καλό; Και αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ο Θεός;», λέμε σωστή και θαυμαστή απάντηση, πως όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι καλά και πολύ καλά. Και είδεν ο Θεός, λέει η θεία Γραφή, πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν. Και δεν πρέπει καθόλου να πούμε, ούτε να σκεφτούμε ότι ο Θεός έκανε δεύτερο κακό ή ότι κάνει κακό στον κό­σμο, διότι ο Θεός είναι από τη φύση του αγαθός, αυτάγαθος και πηγή της αγαθότητας· ουδείς αγαθός, ει μη είς, ο Θεός. Ο Θεός είναι η ρίζα της δημιουργίας, και σύμφωνα με τη ρίζα και το δένδρο θα να είναι και οι καρποί. Δεν μπορεί, λέει, δένδρο καλό να κάνει άχρηστο καρπό, ούτε δένδρο άχρηστο να κάνει καρπό καλό διότι, πώς μπορεί το δένδρο να είναι άλλο  και οι καρποί άλλοι; Ο Θεός λοιπόν είναι ρίζα καλή και δένδρο καλό. Πώς μπορεί να κάνει καρπό κακό; Τούτο είναι ξένο από τον Θεό και αυτό είναι η λύση της πρώτης απορίας.

Στη δε δεύτερη ερώτηση, αφού είναι καλό και επειδή είναι καλό, γιατί του απαγορεύει να φάει τον καρπό; Εδώ πρέπει να ανυψώσουμε λίγο τη σκέψη μας και να σκεφτούμε τα θαυμάσια μέτρα της θείας δικαιοσύνης. Ο Θεός σε κανένα άλλο του δημιούργημα δεν έδειξε τόσο μεγάλη αγάπη όπως στον άνθρωπο. Και γιατί; Διότι σε άλλο δεν έβαλε την εικόνα του παρά μόνο στον άνθρωπο. Κατ’ εικόνα δική του τον δημιούργησε, σαν να θέλουμε να πούμε με αυτό: άλλο δημιούργημα δεν μοιάζει του Θεού παρά ο άνθρωπος. Και επειδή ο άνθρωπος του μοιάζει, λέγεται παιδί του και Θεός κατά χάριν. Εγώ, είπα, θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες, λέει ο προφήτης. Και επειδή έκανε ο Θεός τον άνθρωπο παιδί του, πρέπει να του δείξει ιδιαίτερα την αγάπη του. Ο Θεός όμως  που είναι πλούσιος σε έλεος, εξαιτίας της πολλής του αγάπης με την οποία μας αγάπησε, λέει ο Παύλος. Και επειδή στον άνθρωπο είχε πολλή και ξεχωριστή την αγά­πη, τον ύψωσε και τον τίμησε με πολλές και άπειρες υψώσεις και ευεργεσίες· τον στόλισε με την αθανασία, του χάρισε την κατοικία, το ωραιότατο και θεότευκτο παλάτι, τον παράδεισο της Εδέμ, κάθε ορατής και αισθητής κτίσεως. Και δεν ακούτε τον βασιλέα και ιεροψάλτη Δαβίδ τί λέει; Τον έκανες (τον άνθρωπο) κατά τι κατώτερο από τους αγγέλους, με δόξα και τιμή τον στεφάνωσες. Με τόσα αξιώματα και χαρίσματα τον ευεργέτησε και άλλα μύρια είχε προετοιμασμένα να του χαρίσει, που μάτι δεν τα είδε και αυτί δεν τα άκουσε και ανθρώπινος νους δεν τα φαντάστηκε, όσα ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που τον αγαπούν, λέει ο απόστολος Παύλος στην Προς Κορινθίους Επιστολή.

Αλλά ο ταλαίπωρος άνθρωπος δεν αρκέσθηκε σ’ όλα αυτά, δεν ευχαριστήθηκε στις τόσες ευεργεσίες, μόνον φάνηκε προς τον ευεργέτη του αχάριστος. Απατήθηκε από πονηρή συμβου­λή του κακού διδασκάλου, του όφεως, και της κακής μαθήτριας Εύας και έδειξε μία σκληρή αγνωμοσύνη και προτίμησε να υπακούσει στη συμβουλή του διαβόλου και να καταπατήσει την εντολή του Θεού. Και αυτή είναι η παρακοή και η παράβαση της θείας εντολής, η οποία του δόθηκε από τον Θεό, για να δείξει και αυτός την αμοιβαία αγάπη προς τον Θεό, που τόσο τον αγάπησε. Γι’ αυτό και από τα ψηλά έπεσε και από τον παράδεισο εξορίστηκε και έχασε την αθανασία και καταφρονεμένος καταδικάστηκε στην αποφασισμένη καταδίκη του θανάτου, όπως φαίνεται μετά την εντολή «την ημέρα που θα φάτε θα πεθάνετε». Κληρονόμησε τον θάνατο ως ανταμοιβή της παρακοής· «είσαι γη και στη γη θα επιστρέψεις». Και αυτή η καταδίκη προερχόμενη από τον προπάτορα σαν μεταδοτική ασθένεια μεταδόθηκε και σε όλους εμάς τους απογόνους του, σε όλη την ανθρωπότητα, για την παρακοή του προπάτορά μας Αδάμ, διότι παρέβη την εντολή του δημιουργού Θεού.

Αλλά μπορεί να απορήσει κάποιος και να πει: για τό­σο μικρό σφάλμα, για μία παρακοή μιας τόσο μικρής εντολής έδωσε ο Θεός τόσο σκληρή και μεγάλη τιμωρία; Όμως πρέπει να ξέρουμε αυτό πρώτα, ότι η παρακοή είναι βλαστός και γέννημα και καρπός της αμαρτίας και η αμαρτία εί­ναι μισητή στον Θεό, επειδή είναι εφεύρεση του πονηρού διαβόλου· και επειδή ο Θεός μισεί τον διάβολο, μισεί και την αμαρτία. Μας το βεβαιώνει ο μακάριος Παύλος στην Προς Ε­βραίους Επιστολήν: «Γιατί όποιος πέθανε, ελευθερώθηκε από την αμαρτία». Είναι και άλλη αιτία παιδαγωγική, για την οποίαν έδειξε την φιλανθρωπία και το έλεός του ο Θεός στο γένος των ανθρώπων και έδωσε τον θάνατο· όπως λέει ο ιερός Θεοδώρητος: «για να μισήσει το γένος των ανθρώπων την αμαρτία η οποία έγινε αιτία του θανάτου, γι’ αυτό ο Θεός αποφάσισε τον θάνατο  στον άνθρωπο μετά την παράβαση λέγοντας «είσαι γη και στη γη θα επιστρέψεις». Γι’ αυτό, λέει, ο πάνσοφος Θεός έδωσε τον θάνατο στον άνθρωπο, για να θυμάται μετά όλο το γένος των ανθρώπων ότι η αμαρτία έφερε τον θάνατο και να την αποφεύγουν.

Πώς τώρα δεν είναι οικονομία και συμπεριφορά φιλανθρωπότατη του Θεού σε μας τους ανθρώπους η καταδίκη του θανάτου; Τιμωρία είναι αυτή ή έλεος; Οργή είναι ή ευσπλαγχνία; Επειδή αυτός ο θάνατος είναι μία διάβαση, ένα πέρασμα του ανθρώπου από αυτή την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια και ατελεύτητη, άλλον θάνατον πρέπει να φοβόμαστε και από εκείνον να παρακαλούμε να μας ελευθερώσει ο Θεός, από τον θάνατο της ψυχής και όχι από αυτόν τον φυσικό θά­νατο. Ο θάνατος της ψυχής είναι η ολοκληρωτική αμαρτία, επειδή όποιος κάνει την αμαρτία πεθαίνει ψυχικά, χωρίζεται από την αγάπη του Θεού, απομακρύνεται από την θεία χάρη. Και αυτό ας το καταλάβουμε πάλι από την καταδίκη του θανάτου, την οποίαν ο προπάτοράς μας Αδάμ έλαβε μετά την παράβαση της θείας εντολής από τον Θεό. Η απόφαση του Θεού ήταν: «η δ’ αν ημέρα φάγητε, θανάτω αποθανείσθε»· την ημέρα που θα φάτε, την ίδια ημέρα θα πεθάνετε.

Τώρα εγώ ρωτώ· πέθανε ο Αδάμ την ημέρα που έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό; Όχι. Μάλιστα έζησε εννιακόσια τριάντα χρόνια και έκανε υιούς και θυ­γατέρες. Πέθανε λοιπόν την ίδια εκείνην ημέρα τον θάνατο της ψυχής, απομακρύνθηκε από την χάρη του Θεού, χωρίσθηκε από τον Θεό. Και αυτός είναι ο ολοκληρωτικός θάνατος που προξενεί η αμαρτία στους ανθρώπους και τους χωρίζει από τον Θεό, τους απομακρύνει από την θεία χάρη του. Και αυτός πάλι ο φυσικός θάνατος μισεί τον διάβολο, μισεί και την αμαρτία και τα έργα της αμαρτίας. Ομοίως μισεί και τους εργάτες της αμαρτίας· «απόστητε απ’ εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν»(φύγετε μακριά από εμένα όλοι όσοι εργάζεσθε την αμαρτία) .

Και άλλο· κάθε εντολή, που έχει δοθεί από τον Θεό, είναι άγια και δίκαιη και πολύ μεγάλη. Και καταλάβετέ το με παράδειγμα. Ένας βασιλιάς ή ένας αφέντης επί­γειος δίνει μια εντολή, ό,τι και αν είναι αυτή η εντολή. Τί σκέφτεστε; Την τηρούν όλοι, με φόβο και με ευλάβεια, ή όχι; Ναι, γιατί είναι νόμος και πρόσταγμα του βα­σιλιά ή του αφέντη. Ναι, γιατί βγήκε από το στόμα του βασιλιά. Αν λοιπόν και το πρόσταγμα ενός ανθρώπου είναι μεγάλο, πώς μπορούμε να πούμε το πρόσταγμα του Θεού μι­κρό; Όσος είναι εκείνος που προστάζει, τόσο είναι και το πρόσταγμά του. Ώστε το πρόσταγμα που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ, ήταν μεγάλο και με κάθε τρόπο έπρεπε να το φυλάξει· και επειδή δεν το φύλαξε, έλαβε την τιμωρία. Και τί είδους τιμωρία; Τιμωρία όχι μεγάλη, όπως νομίζουμε, αλλά πολύ μικρή· όχι σκληρή, όπως σκεφτόμαστε, αλλά συγκαταβατική και οικονομική, γεμάτη από αγαθότητα του Θεού και από σω­τηρία του ανθρώπου. Και αυτή είναι ο θάνατος.

 Ο θάνατος, λοιπόν που δόθηκε στον άνθρωπο, είναι μία ωφελιμότατη και σπλαγχνική συμπεριφορά και οικονομία φιλανθρωπικότατη. Και συλλογιστείτε ότι ο άνθρωπος, επειδή αμάρτησε προς τον Θεό και δημιουργό του, αν θα έμενε αθάνατος, θα έμενε και το κακό αθάνατο. Λέει ο μέγας Θεοδώ­ρητος: «προειδώς ο Θεός το της θνητότητος επωφελές, ταύτην τω ανθρώπω επήγαγεν. Ει γαρ αθάνατος μένειεν, αθανάτως αμαρτήσειεν αν». (Προβλέποντας ο Θεός το ωφέλιμο του θανάτου, τον έδωσε στον άνθρωπο διότι, αν θα έμενε ο άνθρωπος αθάνατος, θα αμάρτανε αθάνατα). Ο θά­νατος είναι γέννημα της αμαρτίας· «η γαρ αμαρτία αποτελεσθείσα κύει θάνατον». Αν δεν γινόταν η αμαρτία, ο θάνατος δεν θα ακολουθούσε. Αμάρτησε ο Αδάμ παραβαίνοντας την εντολή του Θεού, ήλθε ο θάνατος στον κόσμο «δι’ ενός μεν ανθρώπου, του πρώτου Αδάμ, πάλαι εις τον κόσμον εισήλθεν ο θάνατος», ψάλλει η Εκκλησία. Και ο απόστολος Παύλος -ώσπερ δι’ ενός μεν ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε, και διά της αμαρτίας ο θάνατος· και πάλιν, ο θάνατος είναι γέννημα της αμαρτίας, μα είναι και φάρμακο της αμαρτίας, επειδή ο άνθρωπος, όσον ζει, τό­σον αμαρτάνει, αλλά όταν πεθάνει, δεν αμαρτάνει πλέον- μας το βεβαιώνει.

Έχει την γιατρειά και την θεραπεία του, η οποία είναι η αγία μετάνοια και εξομολόγηση, επειδή καμία αμαρτία δεν έχει τη δύναμη να νικήσει την ευσπλαγχνία του Θεού. Ώστε, και από αυτόν τον θάνατο της ψυχής ελευθερώνεται ο άνθρωπος, όταν με την σωστή μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση απορρίψει από πάνω του όλες τις αμαρτίες που έκανε και με θερμά δάκρυα και συντετριμμένη καρδία και με ολοκληρωτική αποχή των αμαρτιών πλύνει και καθαρίζει την ψυχή, διότι τότε πλησιάζει πάλι στον Θεό, τότε είναι μέσα στην χάρη του Θεού.

Είναι όμως και άλλος θάνατος της ψυχής, παντοτεινός και αι­ώνιος, ο θάνατος των αμαρτωλών και αμετανόητων. Γι’ αυτό λέει ο προφήτης: «θάνατος αμαρτωλών πονηρός». Πονηρός και κα­κός θάνατος είναι αυτός, επειδή είναι ανίατος· διότι «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια». Δεν έχει πλέον ελπίδα σωτηρίας ο αμετανό­ητος αμαρτωλός. Αυτός ο ψυχικός θάνατος είναι άξιος θρήνου και δακρύων πολλών, από τον οποίον να μας ελευθερώσει ο Θεός, επειδή είναι ολοκληρωτική η κόλαση και η αιώνια καταδίκη της ταλαίπωρης ψυχής.

Και αυτά είναι αρκετά για να καταλάβετε τους δύο θανά­τους της ψυχής και να φροντίζετε να ελευθερωθείτε και από τους δύο· από τον ένα, με το να μην αμαρτάνετε θανάσιμα, και από τον άλλον, αν τύχει και αμαρτήσετε, να μη μείνετε αμετανόητοι. Ο άλλος θάνατος, ο φυσικός, σε μας τους πιστούς δεν λέγεται θάνατος, αλλά ύπνος· «ύπνος αναδέδεικται των πιστευόντων ο θάνατος», ψάλλει η Εκκλησία. Για τον τετραήμερο Λάζαρο ο Κύριός μας έλεγε προς τους αποστόλους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Είναι μία μετάβαση, όπως είπα, από αυτά τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από αυτά τα λυπηρά στα χαρμόσυ­να, από την γη στούς ουράνιους θαλάμους, από τους κόπους στην ανάπαυση, από την συντροφιά των ανθρώπων στην συντροφιά των αγίων αγγέλων. Είναι ένας φυσικός χωρισμός της ψυχής από το σώμα και το μεν σώμα θάπτεται στη γη, η δε ψυχή τρέχει στον ουρανό. Το σώμα ενταφιάζεται στο μνημείο να διαλυθεί, για να μοιάσει στον κατάλληλο καιρό με την αθάνατη και άφθαρτη ψυχή και μαζί να απολαύσουν την αθάνατη και αιώνια δόξα από τον δίκαιο Κύριο.

(Αγίου Γερασίμου Παλλαδά, Άπαντα τ. Α΄. Έκδ. Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2014, σσ. 229-238, σε νεοελληνική απόδοση: Α. Χριστοδούλου, Θεολόγος)