Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Επέτειος κοιμήσεως του τροπαιοφόρου των γραμμάτων και των τεχνών!

13 Ιανουαρίου 2020

ε

Υπάρχει Θεσσαλονίκη χωρίς τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό και έτσι θα πρέπει να απαντηθεί χωρίς περιστροφές: Λοιπόν, είμαι σίγουρος, πως όχι!
Και να, ξημέρωσε μια μέρα που για όσους έζησαν τις μέρες του, τους υπενθυμίζει αφ’ ενός την μακρινή απουσία του από την πόλη που τον γέννησε, στην οποία έριξε βαθιές ρίζες, αγάπησε -με την έννοια του λάτρεψε- μελέτησε, ταυτίστηκε, εξέφρασε, ύμνησε, και αφ’ ετέρου την επέτειο της κοιμήσεως του. Ήταν 13η Ιανουαρίου του 1993 όταν η πόλη ορφάνεψε από τον εν ζωή πολιούχο της. Είχε γεννηθεί το 1908.

Έκτοτε, μοιάζει σαν να ζούμε σε μια διαφορετική πόλη, και γι’ αυτό θα πρέπει να κάνουμε συστηματικά τις αναγκαίες προσομοιώσεις και αναφορές στο πρόσωπο του για να γνωρίζουμε πού πραγματικά βρισκόμαστε και ζούμε!

Βεβαίως, η ηχηρή απουσία του δεν αποτελεί προσωπικό θέμα, αλλά ένα ζήτημα που αφορά την ίδια την πόλη, την χώρα, γιατί όχι την οικουμένη.
Η αξία ανθρώπων όπως ο Πεντζίκης είναι πραγματικά ζωτικής και οικουμενικής σημασίας. Και ο μικρός χώρος, ο τόπος που τους φιλοξένησε ανυψώνεται μαζί τους σε οικουμένη και στην ευρύτερη οικουμένη, αφού ανακεφαλαιώνει πραγματικά τον όλο άνθρωπο, τον όλο κόσμο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την Θεσσαλονίκη του Πεντζίκη…
Και ο ίδιος μοιάζει να αναδύεται νικητής ως Νίκος μέσα από τα χώματα της πόλης, της ιστορίας και του πολιτισμού της. Και ως άγγελος Γαβριήλ να μεταφέρει μηνύματα ζωής. Αυτό έμοιαζε να ήταν η ζωή, ναι, και η αποστολή του. Τα βιβλία, οι ομιλίες, οι συνεντεύξεις του ήταν και είναι λόγοι αλλά και τρόποι ζωής.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Λειτουργία στο Πρωτάτο». (Αγιορειτική Πινακοθήκη)

Ίσως, όμως, θα πρέπει οι αναγνώστες, οι επισκέπτες μια εικαστικής έκθεσης του, ή αυτοί που βλέπουν ένα βίντεο στο οποίο μιλά ο ίδιος, να διαθέτουν αντίστοιχες προς αυτόν προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Μόνο που οι παραστάσεις αυτές θα πρέπει να είναι σχεδόν κατ’ εξοχήν εσωτερικές. Ή, τουλάχιστον, να αφεθεί κάποιος στον λόγο του, ούτως ώστε δημιουργηθούν μέσα του ρήγματα! Δεν ξέρω αν δένει το σχήμα, αλλά πιστεύω πως έτσι έχουν τα πράγματα. Με λίγα λόγια για να καταλάβει κάποιος τον Πεντζίκη θα πρέπει να υπάρχουν μέσα του ρήγματα, κενά και αστείρευτες υπαρξιακές αγωνίες. Αιώνιες… Να μην είσαι στην ουσία βολεμένος πνευματικά και υπαρξιακά!

Και γι’ αυτό, εν πολλοίς, δεν τον κατάλαβαν οι πιο καθ’ ύλην αρμόδιοι, δηλαδή λογοτέχνες, φιλόλογοι, εικαστικοί, κριτικοί, ιστορικοί και θεωρητικοί της τέχνης… Γιατί μπορεί να γνώριζαν την λογοτεχνία, τα εικαστικά, τις σκέψεις των φιλοσόφων και των διανοητών, αλλά προφανώς δεν διέθεταν τα ρήγματα και την αγωνία, που αναφέραμε πιο πάνω. Η γνώση τους ήταν εξωτερική και δεν μπορούσαν να καταλάβουν την προσπάθειά και την εσωτερική αγωνία των καλλιτεχνών και των διανοητών. Μπορούμε να μιλάμε για πνευματική δημιουργία σαν να πρόκειται για μία κατασκευή;
Και φοβάμαι, πως αστόχησαν όχι μόνον στην προσέγγιση του Πεντζίκη, αλλά και να αντιληφθούν ολόκληρη την πνευματική ευρωπαϊκή «παραγωγή» και φυσικά την αγωνία που την δημιούργησε. Την γενεσιουργό αιτία και την προσπάθεια αντιμετώπισης του χρόνου. Για να χρησιμοποιήσω πεντζικική ορολογία…
Οπότε, χωρίς αυτό το ουσιαστικό πνευματικό εφόδιο της κατανόησης της εσωτερικής αναζήτησης κάποιος μένει απλά στην επιφάνεια.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης ενώ ζωγραφίζει.

Και στην περίπτωση του Πεντζίκη, τα πράγματα γίνονται πιο… δραματικά αφού το έργο του δεν σου χαϊδεύει τα μάτια, τον νου, την ακοή. Αντίθετα πολλές φορές νιώθεις ότι τα σφυροκοπά! Σε σφυροκοπά γιατί δεν απευθύνεται μόνον στα συναισθήματα, ή στην καρδιά αλλά και στον νου, στην σκέψη και σε όλη την ύπαρξη.

Είναι, βεβαίως, γνωστό πως στην υπαρξιακή του αγωνία ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης κατάφερε να δώσει διέξοδο και μάλιστα ελπιδοφόρο, αναστάσιμο μέσα στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τις επισκέψεις του στο Άγιον Όρος, την ανάγνωση των Πατέρων της Εκκλησίας, την μελέτη και την χρήση στην πνευματική του δημιουργία του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη…

Και πάλιν, όμως, δεν θα έλεγες πως ήταν ένας τυπικός χριστιανός, αλλά ένας άνθρωπος που ζούσε με μια ιδιότυπη ασκητική, πάντα όμως μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και στο Άγιον Όρος τον υποδέχονταν πάντα με ιδιαίτερη αγάπη και θερμότητα.


Θα πρέπει να προσθέσουμε, επίσης, πως και ο δεσμός αυτός του Πεντζίκη με την Εκκλησία, ήταν ακόμη ένα στοιχείο που τον έκανε σημείο αντιλεγόμενο μέσα στον λεγόμενο πνευματικό κόσμο, των γραμμάτων και των τεχνών! Και ας ήταν συνεχιστής της παράδοσης των μεγάλων Ντοστογιέφσκι και Παπαδιαμάντη! Αλλά μήπως και ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν μέχρι πρότινος σημείο αντιλεγόμενο;

Αλλά ας έλθουμε τώρα στην ανάγνωση της Θεσσαλονίκης από τον Πεντζίκη, της “Μητέρας Θεσσαλονίκης”, όπως την θέλει ο ίδιος, και για την οποία έχει γράψει πάρα πολλά κείμενα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ανάγνωση αυτή έχει την μορφή της “προσευχής εις τα πράγματα”, όπως θα έλεγε ο ίδιος, καταγράφοντας και αναζητώντας ζωοφόρα κοιτάσματα αλλά και «μπάζα» (επιτρέψτε μου την έκφραση) αφού ο Πεντζίκης θα έπρεπε να γεμίσει τεράστια ρήγματα και υπαρξιακά κενά.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως σ’ αυτήν την αλήθεια των πραγμάτων προσηλώθηκε, ακόμη και με την έννοια και την ορολογία των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδας, «ήλοις προσηλώθης» δηλαδή καρφώθηκε, στερεώθηκε.
Είναι γνωστή και η περιγραφή της ταύτισης του εαυτού του με σημεία της Θεσσαλονίκης. Αλλά, προκειμένου περί του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, κάθε εξωτερική αναφορά, και αυτό αφορά χιλιάδες πράγματα μέσα στο έργο του, έρχεται να καλύψει την προσωπική του αγωνία, τα ρήγματα και τα υπαρξιακά του κενά. Μπορεί να αποτελούν και ένα ιδιόμορφο κομποσχοίνι, στο οποίο συναρμόζεται ένα πλήθος στοιχείων τα οποία εν πολλοίς στις μέρες μοιάζει να μη τα βλέπουμε, να μην τα παρατηρούμε, να μην τα ξέρουμε με το όνομά τους ή απλά να τα αποφεύγουμε.
Άλλωστε ζούμε όλοι μας σε μια ιδιότυπη ψηφιακή μανιχαϊστική εποχή. Πλήθος πραγμάτων στην καλύτερη περίπτωση μετατρέπονται σε pixel δηλαδή εικονοστοιχεία.

Όμως, Πεντζίκης παίρνει ζωή απ’ αυτά, φτιάχνοντας το δικό του περιβόλι αν όχι έναν νοερό παράδεισο προς τρέχουσα χρήση και καταφυγή.

Δεν ξέρω, αν ήδη έχει ήδη υπονοηθεί, ότι όλο το έργο του Πεντζίκη αποτελεί συνάμα και μια αγωνιώδης απάντηση, απαντήσεις και κατάφαση και καταφάσεις στην αγωνία και την απορία της ύπαρξης όπως έχει διατυπωθεί από την Δυτικοευρωπαϊκή αγωνία και σκέψη. Σκέψη και αγωνία που επηρέασε και μας, αφού ο Δυτικός πολιτισμός με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εισέβαλε και στις πιο παραδοσιακές κοινωνίες του κόσμου.

Και να, όταν φέρνουμε στον νου μας τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, μοιάζει να αναδύεται μέσα από μια ανάλογη μαθητεία στα πράγματα η Θεσσαλονίκη του, κόσμος και κόσμοι ομόκεντροι, παράλληλοι, επάλληλοι, και ουσιαστικά μια ένδον πόλη! Και ο ίδιος ένας τροπαιοφόρος του πολιτισμού, των γραμμάτων και των τεχνών, με την πιο βαθιά και πνευματική αλλά και ασκητική έννοια! Το έργο του είναι αποτέλεσμα μιας σπαρακτικής αγωνίας που σίγουρα, όμως, έπιασε λιμάνι. Άλλωστε, «προκειμένου περί Θεσσαλονίκης, η είσοδος του κόσμου να γίνεται απ’ τη θάλασσα». (Μητέρα Θεσσαλονίκη)