Ο άνθρωπος ον λειτουργικό

22 Ιανουαρίου 2020

Συνήθως χαρακτηρίζουμε τον άνθρωπο ως ον λογικό και αυτεξούσιο. Αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι σωστοί, αλλά δεν αποδίδουν με πληρότητα την φύσι του άνθρωπου.

Μέσα από την λειτουργική εμπειρία αισθανόμαστε ότι περισσότερο από όλα ο άνθρωπος είναι λειτουργικόν ον. Πλάστηκε για να λειτουργή. Να προσφέρεται ο ίδιος και να προσφέρη όλο τον κόσμο στον Θεό με ευχαριστία, δοξολογία, λατρεία. Μέσα σ’ αυτή την συνεχή προσφορά –θυσία– λειτουργία να ενώνεται με τον Θεό, να αγιάζεται, να ζη.

Το λογικό, το αυτεξούσιο και τα άλλα βασιλικά ιδιώματα γι’ αυτό του εδόθησαν. Για να ημπορή να βρίσκεται σ’ αυτή την λειτουργική σχέσι με τον Τριαδικό Θεό. Σ’ αυτή την λειτουργική αναφορά ο άνθρωπος ενεργεί ως «κατ’ εικόνα Θεού» και υψώνεται δυναμικά στο καθ’ ομοίωσιν.

Η ζωή του ανθρώπου στον Παράδεισο ήταν μία Θεία Λειτουργία. Συλλειτουργούσε με τους αγγέλους στην Αγία Τριάδα. Με την πτώσι στον εγωκεντρισμό έχασε την δυνατότητα να προσφέρεται και να προσφέρη ευχαριστιακά τον κόσμον στον Θεό και άρα να συμμετέχη στο Συλλείτουργο του Παραδείσου.

Αυτοεξόριστος από την Λειτουργία του Παραδείσου βρέθηκε στην γη αλειτούργητος. Το κατ’ εικόνα δεν ενεργούσε. Κάποια κατάλοιπα και σπίθες από την προπτωτική λειτουργικότητα έμειναν μέσα του. Αυτά τον παρακινούσαν να κάνη θυσιαστήρια, να προσφέρη λατρεία στον Θεό.

Και στις καλλίτερες περιπτώσεις αυτή η λατρεία ήταν αποσπασματική, σκιά, τύπος. Δεν έφερνε τον άνθρωπο σε τελεία κοινωνία και ένωσι με τον Θεό. Δεν του χάριζε το άγιο Πνεύμα. Δεν τον έσωζε από τον θάνατο. Του καλλιεργούσε όμως τον πόθο για την αληθινή Μεσσιανική Λειτουργία. Αυτός ο πόθος και αυτό το όραμα έδινε ελπίδα στον εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενο άνθρωπο.

Η αγάπη του Ουρανίου Πατρός δεν ημπορούσε να αφήση τον άνθρωπο αλειτούργητο. Οικονόμησε την σάρκωσι του Λόγου. Ο Ιησούς Χριστός, ο Μέγας Αρχιερεύς, άρχισε το συλλείτουργο της Καινής Διαθήκης.

Την λειτουργία της Καινής Διαθήκης μόνον ο Ιησούς Χριστός ημπορούσε να αρχίση διότι μόνον ο Ιησούς Χριστός ημπορούσε να προσφέρη ολοκληρωτικά τον εαυτόν του και τον κόσμον όλο στον Τριαδικό Θεό. Θύται υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη. Θύματα δεν υπήρχαν. Ο Ιησούς Χριστός ήταν το τέλειο θύμα και συγχρόνως ο τέλειος θύτης. Το άμωμον ιερείον. Ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου…

Ο Αλειτούργητος άνθρωπος και ο αλειτούργητος κόσμος, όντας αλειτούργητοι περιήλθαν στην εξουσία του διαβόλου και του θανάτου. Ο Ιησούς Χριστός με τον Σταυρικό του θάνατο και την Ανάστασί Του εξηγόρασε τον άνθρωπο από την δουλεία αυτή, τον ελευθέρωσε και του έδωσε την δυνατότητα να μετάσχη στο συλλείτουργο της Κ. Διαθήκης… Να προσφέρεται δηλαδή στον Θεό. Να ευχάριστη τον Θεό, να δοξάζη τον Θεό.

Προσφερόμενος και προσφέρων ο άνθρωπος με τον Χριστό τα πάντα στον Θεό λειτουργεί ως άνθρωπος, δηλαδή ως «κατ’ εικόνα Θεού». Γίνεται όντως άνθρωπος.

Η Λειτουργία της Καινής Διαθήκης είναι πολύ ανωτέρα από την Λειτουργία του Παραδείσου. Τώρα Αρχιερεύς είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Η Θεοτόκος και οι Άγιοι μαζί με τους αγγέλους συλλειτουργούν και συνδοξολογούν, «ακαταπαύστοις στόμασι, ασιγήτοις δοξολογίαις» την Παναγία Τριάδα.

Μέσα σ’ αυτή την συλλειτουργία μετέχει κάθε βαπτισμένος ορθόδοξος χριστιανός που πεθαίνει για να ζήση. Σ’ αυτή την συλλειτουργία ο άνθρωπος βρίσκει την αληθινή του φύσι και την αληθινή του ανάπαυσι, τον αληθινό «κατ’ εικόνα Θεού» εαυτό του. Έξω από την συλλειτουργία αυτή ο άνθρωπος ημπορεί να είναι ο Homo Sapiens, ή ο Homo Economicus της σοσιαλιστικής η καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά όχι ο άνθρωπος βασιλεύς της κτίσεως, μεθόριον κτιστού και ακτίστου κόσμου και «κατ’ εικόνα Θεού».\

Η Θεία Λειτουργία της Καινής Διαθήκης άρχισε με την σάρκωσι του Λόγου και συνεχίζεται στο διηνεκές από τον Μέγα Αρχιερέα. Κάθε Θεία Λειτουργία, που τελείται στα επίγεια θυσιαστήρια, είναι μία εν χρόνω μετοχή σ’ αυτή την υπέρχρονη αέναη Λειτουργία. «Μετά τούτων των Μακαρίων Δυνάμεων Δέσποτα Φιλάνθρωπε και ημείς οι αμαρτωλοί βοώμεν και λέγομεν. Άγιος ει και Πανάγιος…».

Κάθε Αρχιερεύς και Ιερεύς που λειτουργεί στα επίγεια θυσιαστήρια «λειτουργεί την ιερατείαν του Χριστού εν τη Εκκλησία» (Κανών Καρχηδόνος). Δεν έχει ιδική του ιερωσύνη. Μετέχει στην Μοναδική Ιερωσύνη του Χριστού.

Η μεγαλυτέρα αμαρτία μας σήμερα είναι ότι δεν λειτουργούμεθα. Δεν προσφέρουμε και δεν προσφερόμεθα στον Θεό και στους αδελφούς μας.

Παλαιότερα εθεωρείτο ύβρις να χαρακτηρισθή κανείς ως αλειτούργητος. Σήμερα αντίθετα για την απιστία και σκληροκαρδία μας θεωρείται ως κάτι το φυσικό, αφύσικο δε και παράξενο θεωρείται το να λειτουργείται ο άνθρωπος.

Και όταν ακόμη «εκκλησιάζεται» ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πρόβλημα εάν όντως λειτουργείται, δηλαδή εάν μετέχη στο Καθολικό Μυστήριο της Ευχαριστίας και της Εκκλησίας, εάν εκλαμβάνη την Θεία Λειτουργία όχι απλώς σαν ένα θρησκευτικό η κοινωνικό καθήκον, αλλά σαν προσφορά και θυσία των πάντων στον Θεό, εν Χριστώ.

Ημπορεί ακόμη κανείς και ως ιερεύς να τελή την Θ. Λειτουργία και όμως ουσιαστικά να μένη αλειτούργητος, γιατί δεν προσφέρεται και δεν προσφέρει τα πάντα στον Θεό.

Οι αλειτούργητοι χριστιανοί, ιερωμένοι και λαϊκοί, ουσιαστικά δεν ζουν. Κατά την Αποκάλυψι «Όνομα έχουν ό,τι ζουν αλλ’ είναι νεκροί» (Αποκ. γ’ Ι).

Λειτουργούν αληθινά και ευάρεστα στον Θεό οποίοι του προσφέρουν «τα σα εκ των σων κατά πάντα και διά πάντα». Οποίοι δηλαδή ό,τι έχουν το αναγνωρίζουν ως δώρο του Θεού. Πιστεύουν ότι δεν έχουν τίποτε ιδικό τους να προσφέρουν. Όλα είναι του Θεού και απ’ αυτά λαμβάνουν και προσφέρουν στον Θεό, μαζί με τον εαυτό τους, και τον κόσμο τους και τις σχέσεις τους με τον κόσμο. Δεν κρατούν τίποτε εγωιστικά για τον εαυτό τους. Προσφέρονται ανεπιφύλακτα. Δίδουν τα πάντα για να λάβουν τα πάντα. Πεθαίνουν για να ζήσουν. Και όλα τα προσφέρουν εν Χριστή και διά του Χριστού. Κατά πάντα (πάντοτε) και διά πάντα (για όλα τα δώρα του Θεού).

Έτσι όλη η ζωή του ανθρώπου (και η μετά την Θεία Λειτουργία, και η εκτός του Ναού) γίνεται λειτουργία, προσφορά, αναφορά, θυσία, κοινωνία, ευχαριστία. Όλη η ζωή αγιάζεται και μεταμορφώνεται σε θεανθρώπινη ζωή.

Η δίωρη Λειτουργία της Κυριακής γίνεται 24ωρη καθημερινή Λειτουργία. Ως Ορθόδοξοι, όταν μιλάμε για λειτουργική ζωή, δεν εννοούμε την ολιγόωρη λειτουργική προσφορά μας στον Ναό, αλλά την όλη ζωή μας που με αφετηρία τις λειτουργικές πράξεις στον Ναό γίνεται λειτουργική και λατρευτική.

Ο ‘Ορθόδοξος χριστιανός δεν είναι σχιζοφρενής. Δεν ζη εντός του Ναού λειτουργική ζωή και εκτός του Ναού αλειτούργητη ζωή. Ζη όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες στον Ναό (Λειτουργίες, Ακολουθίες) για να ημπορή να ζη και εκτός του Ναού κατά το δυνατόν πλησιέστερα στο πνεύμα, στο κλίμα και στο ήθος της Θείας Λειτουργίας.

Μέσα στην εκκλησιαστική λατρεία μπολιάζεται στην θεανθρώπινη ζωή και αυτή η ζωή ημπορεί να μεταμορφώνη έπειτα όλες τις πτυχές της καθημερινής του ζωής.

Έτσι ο λειτουργούμενος χριστιανός ζη σε ενότητα την πίστι με την ζωή, το θειο με το ανθρώπινο, το κτιστό με το άκτιστο, τους ζωντανούς με τους κεκοιμημένους, τον παρόντα αιώνα με τον μέλλοντα, το δικό του πρόσωπο με τα άλλα πρόσωπα.

Αυτή την ενότητα ζούσε και ο Ελληνορθόδοξος λαός μας όταν είχε και όσο είχε εκκλησιαστική ζωή. Διατηρούνται ακόμη στην ευλογημένη πατρίδα μας παραδοσιακοί ορθόδοξοι άνθρωποι και κοινότητες πού ζουν αυτήν την ενότητα.

Κέντρον όλης της ζωής των παραδοσιακών Ορθοδόξων οικισμών (χωριών, συνοικιών) ήτο ο κεντρικός Ενοριακός Ναός, όπως το Καθολικόν στις Μονές. Σε χωριά της Εύβοιας μέχρι σήμερα ο κεντρικός Ναός λέγεται Καθολική (Εκκλησία).

Η γέννησις, ο θάνατος, η βάπτισις, ο γάμος, το σχολείο, η εργασία, οι κοινωνικές σχέσεις, οι χαρές και οι λύπες, όλες οι εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής περνούσαν μέσα από την Λειτουργία και την Εκκλησία. Τελικά όλα εγίνοντο Εκκλησία. Έτσι οι επί μέρους λειτουργίες της ζωής μέσα στην Θεία Λειτουργία εύρισκαν την ενότητα και την ιεράρχησί τους.

Όσο ο λαός μας απομακρύνεται από τις ορθόδοξες ρίζες του, από την ζωηφόρο θεανθρώπινη παράδοσί του, τόσο και οι διάφορες λειτουργίες της ζωής παύουν να είναι οργανικά συνδεδεμένες με την Θεία Λειτουργία και γι’ αυτό παύουν και να λειτουργούν σωστά, δηλαδή να ενοποιούν τον άνθρωπο και να τον βοηθούν να λειτουργή ως «κατ’ εικόνα Θεού».

Οι διάφορες λειτουργίες έξω από την Θεία Λειτουργία αποσυνθέτουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό φαίνεται καθαρά στην βασική λειτουργία της ζωής, τη γενετήσιο. Η θεμελιώδης αυτή λειτουργία μέσα στην Θεία Λειτουργία και την εκκλησία μεταμορφώνεται, χαριτώνεται και συντελεί στην ολοκλήρωσι του ανθρωπίνου προσώπου. Εκτός αυτής υποδουλωμένη στον εγωισμό, διαλύει τα πρόσωπα και ταλαιπωρεί τους ανθρώπους. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πικρά πείρα της καταστάσεως αυτής.

Οι Ορθόδοξες Κοινοβιακές Μονές είναι τα πρότυπα για να λειτουργή σωστά ο άνθρωπος και οι κοινότητές του. Κέντρο το Καθολικό. Κτήρια και διακονήματα, όλα οργανώνονται γύρω από το Καθολικό. Αφετηρία της κοινής ζωής είναι η καθημερινή τέλεσι της Θείας Λειτουργίας. Σκοπός η λατρεία του Θεού και η αναφορά όλης της ζωής στον Χριστό. Γι’ αυτό και η ζωή η μπορεί να είναι κοινή, η πίστις και η αγάπη καθολική, ο θάνατος να ηττάται και όλα να καινοποιούνται και να μεταποιούνται σε ξένη και ευπρεπεστάτη αλλοίωση.

Όταν οι Ορθόδοξοι μπολιάζονται στο λειτουργικό πνεύμα του Κοινοβίου, που είναι το λειτουργικό πνεύμα της Ορθοδοξίας, σώζονται από το ισχυρό και καταλυτικό ρεύμα της εκκοσμικεύσεως. Η εκκοσμίκευσις στην ουσία της είναι η προσπάθεια οργανώσεως της ζωής έξω από την Λειτουργία και την Εκκλησία.

Ο Ορθόδοξος χριστιανός δεν είναι δυνατόν να είναι ορθόδοξος, εάν δεν ζη λειτουργικά. Εάν η Θεία Λειτουργία και η Λατρεία δεν είναι απλώς μια «ευκαιρία» η κάτι μέσα στο πρόγραμμα της ζωής του, αλλά το ζωηφόρο μπόλι που μπολιάζει και μεταμορφώνει όλη την ζωή του, το κέντρο, η βάσις, η αρχή και το τέλος. Μόνο μέσα στα «σα εκ των σων» της Θείας Λειτουργίας ο άνθρωπος γίνεται όντως άνθρωπος δηλαδή «κατ’ εικόνα Θεού».

 

Πηγή: αρχιμ. Γεωργίου καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου (σημείωσις δική μας: νυν μακαριστού προηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου), Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», § Ο άνθρωπος ον λειτουργικό, περίοδος β΄, Τεύχος 4ο, σελ. 31-35, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1979.