Θεία Λειτουργία, Θεία Ευχαριστία, Θεία Κοινωνία

24 Ιανουαρίου 2020

Με την έναρξη της Θείας Λειτουργίας μπαί­νουμε στη βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Η παρουσία του Χριστού στη Θεία Λειτουργία μεταμορφώνει τη γη σε ουρανό. Ο πρώτος λόγος της Θείας Λειτουργίας είναι η ευλογία και η πρώ­τη πράξη της ο σταυρός. Ο ιερεύς σταυρώνει το ευαγγέλιο πάνω στην αγία τράπεζα. Ο τίμιος σταυρός είναι σύμβολο οδύνης και δόξας, ταπεινώσεως οδός και προάγγελος της αναστάσιμης βασιλείας. Λέγοντας οι ψάλτες εκ μέρους του λαού «αμήν» διαβεβαιώνουν την αλήθεια, συμ­μετέχουν ενεργά στο μυστήριο. Ο ιερεύς ποτέ δεν μπορεί να τελέσει τη Θεία Λειτουργία μόνος του, δίχως την παρουσία του λαού, έστω κι ενός πιστού.

Η προσευχή αρχίζει πάντοτε με ειρήνη. Ο διάκονος λέγει τις αιτήσεις, τα ειρηνικά. Ο Ειρηνοδότης Χριστός μεταδίδει την όντως και υπέρ πάντα νουν ειρήνη στους ανειρήνευτους ανθρώπους. Το κυρίως ζητούμενο είναι η ειρήνη και η σωτηρία της αθάνατης ψυχής μας. Με αγά­πη και ειρήνη παρακαλούμε όχι μόνο για μας, αλλά για όλους τους αδελφούς μας, όπου κι αν βρίσκονται. Καρπός της αγάπης και της ειρήνης είναι η πολυπόθητη ενότητα. Η ειρήνη δίνει την ευστάθεια της Εκκλησίας. Ζητώντας την ειρήνη, τον Χριστό ζητούμε, αφού αυτός είναι ο μόνος Ειρηνάρχης και Ειρηνοδότης. Μέσα στον ιερό ναό είμαστε στον άγιο οίκο του Θεού-Πατέρα μας δεχόμενοι την ευλογία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο ναός είναι σαν ένα σκάφος. Κοιτά πάντα ανατολικά, προς τον παράδεισο, εκεί που είναι η κατάληξη της πορείας μας. Προσευχόμα­στε και γι’ αυτούς που συνταξιδεύουμε για την άνω Ιερουσαλήμ, τους συμπροσευχόμενους, συνεκκλησιαζόμενους αδελφούς.

Κατόπιν προσευχόμεθα για τον οικείο επίσκοπο και ποιμενάρχη, τον διάδοχο των αποστόλων, που με την ευλογία του λειτουργούμε, κι είναι απαραίτητη η μνημόνευσή του. Προσευχόμεθα ακόμη για όλο τον κλήρο και τον λαό, το χωριό, την πόλη, τη χώρα, όλο τον κόσμο. Για ευκρασία αέρων, για ευφορία καρπών και για ειρηνικούς καιρούς δεόμεθα στον κυβερνήτη του σύμπαντος. Στη συνέχεια παρακαλούμε για όσους ταξι­δεύουν ή είναι ασθενείς ή είναι κουρασμένοι ψυχικά και σωματικά ή είναι αιχμάλωτοι. Ο Χρι­στός, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, να γίνει η ζωή και η ανάπαυση, η παράκληση και το φως, ο συνέκδημος, συνοδός και συνοδοιπόρος όλων των αναγκεμένων. Στη Θεία Λειτουργία παρακαλούμε για όλους και για όλα, απλά, ταπεινά, εγκάρδια, πραγματικά, ρεαλιστικά. Παραδεχόμαστε την αδυναμία μας. Δεν είμεθα άτρωτοι, υπεράνθρωποι, πάντα δυνατοί και γεν­ναίοι. Παρασυρόμαστε από τη θλίψη, τη στενο­χώρια, την οργή και τον κίνδυνο. Ας ταπεινωνό­μαστε λοιπόν, ας παραδεχώμεθα την ήττα μας κι ας καταθέτουμε στον θυσιαζόμενο Χριστό τα δάκρυα των θλίψεων για να μας τα σφουγγίσει.

Θα επιτύχουμε απόλυτα μόνο αν βιώσουμε τον λόγο της επόμενης αιτήσεως: «και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Μέχρι τότε θα ταλαιπωρούμεθα. Κατόπιν θάμαστε άνε­τοι, ελεύθεροι, άφοβοι, αισιόδοξοι, εμπιστευμέ­νοι στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού. Ζητάμε να δώσουμε τον εαυτό μας στον Χριστό για να γίνει κατοικία Του. Έτσι λέμε. Το εννο­ούμε; Το θέλουμε τελικά αληθινά; Δεν μπορούμε να πούμε πως είναι εύκολο αυτό. Γι’ αυτό ζητάμε τις σωστικές και δυνατές πρεσβείες κυρίως της Υπερευλογημένης Θεοτόκου, αλλά και όλων των αγίων που το κατάφεραν, το πέτυχαν.

Στην πρώτη ευχή ο ιερεύς επικαλείται την άφατη φιλανθρωπία του Θεού. Στο πρώτο τρο­πάριο ζητάμε πάλι τις ισχυρές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου προς τον Σωτήρα Χριστό. Το «έτι και έτι», το ξανά και ξανά δηλαδή, δεν είναι μια στείρα κι ανούσια επανάληψη, αλλά σταθερός ανοδικός βηματισμός για τη συνάντη­ση του ζώντος Θεού, ανακάλυψη νέων εμπειριών. Ζητάμε συνεχώς το έλεος του Πανάγαθου Θεού, του Σταυροαναστηθέντος Μονογενούς Υιού και Λόγου του Ουρανίου Πατρός.

Η μικρά Είσοδος κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως φανερώνει την παρουσία του Χριστού στον κόσμο και την είσοδό του σε αυτόν. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες έτσι άρχιζε η Θεία Λειτουργία. Έμπαινε στο ναό ο λαός κι ακολουθούσαν οι ιερείς κι ο αρχιερεύς. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η είσοδος των πιστών σημαίνει τη μετάθεσή τους από την κακία στην αρετή. Αλλάζει τώρα ο ανθρώπινος προσανατολισμός. Η πυξίδα του πιστού ως κέντρο πάντα δείχνει το ιερό θυσιαστήριο. Εισερχόμενος ο πιστός στον ναό εισέρχεται, στη ζωή του Χριστού. Ο ιερεύς βαστώντας το ευαγγέλιο στο ύψος του προσώπου του το καλύπτει. Ο εισοδευόμενος είναι ο Χριστός. Η λαμπάδα που προηγείται σημαίνει το φως του κηρύγματος μετανοίας του Τιμίου Προδρόμου. Η ευχή της εισόδου αναφέρεται στο μυστήριο της αγγελοφάνειας και συλλειτουργίας, όπως διαβάζουμε στα συναξάρια. Οι άγγελοι ψάλλουν συνεχώς το «άγιος ο Θεός» στον ουρανό και τώρα οι πιστοί υμνούντες ολόψυχα τον Τριαδικό Θεό. Ο ουρα­νός και η γη συμπαρίστανται, συγχορεύουν, συνδοξολογούν, συγχαίρουν.

Την ώρα του τρισάγιου ύμνου ο λειτουργός πηγαίνει προς την αγία Πρόθεση, τον τόπο που συμβολίζει τη Βηθλεέμ. Τον ευχαριστούμε που σαρκώθηκε για μας. Δεν τον ευλογούμε, μάς ευλογεί. Κατόπιν πηγαίνει προς την «άνω καθέδρα», όπου η θέση του επισκόπου, που συμβολί­ζει τον θρόνο του Θεού, και τον μακαρίζει και υμνεί: «Ευλογημένος ει ο επί θρόνου δόξης της βασιλείας σου».

Στη μικρή είσοδο το ευαγγέλιο είναι κλειστό. Ο Χριστός εισέρχεται στον κόσμο σιωπηλός. Τα ιερά αναγνώσματα, του Αποστόλου πρώτα και του Ευαγγελίου κατόπιν, δηλώνουν τη φανέρω­ση του Λόγου, το κήρυγμά Του στον κόσμο. Έχουμε Θεολογία, Λόγο Θεού από τα ιερά αναγνώσματα και Θεουργία, έργο Θεού, από την αγία Αναφορά. «Με το θείο Λόγο και με το θείο έργο -με ολόκληρη τη θεία Λειτουργία -ακούμε τον Χριστό, βλέπουμε τον Χριστό, κοινωνούμε τη θεία ζωή Του» (ιερομόναχος Γρηγόριος Αγιορείτης).

Το «αλληλούια» είναι επιφώνημα χαράς κι ευχαριστίας για τον ερχόμενο Υιό και Λόγο του Θεού στη σύναξη των πιστών. Κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ο Χριστός είναι η μόνη πηγή της αληθινής χαράς. Με την προ της αναγνώσεως του Ευαγγελίου ευχή ο ιερεύς ζητά το φως της θεογνωσίας, που θα έλθει με την καταπάτηση του κοσμικού φρονήματος και των σαρκικών επιθυ­μιών, με τον φόβο του Θεού και την τήρηση των θείων εντολών. Το ευαγγέλιο μπορεί να τ’ ακούμε από τον διάκονο ή τον ιερέα, αλλά ουσιαστικά το λέει ο ίδιος ο Χριστός, όπως τότε στη Γαλιλαία. Η αίσθηση της πίστεως είναι πιο αληθινή από τις πέντε σωματικές αισθήσεις. Αυτή η πίστη μας διαβεβαιώνει την παρουσία του Χριστού.

Το «Σοφία Ορθοί» δεν σημαίνει απλά ν’ ακού­σουμε το Ευαγγέλιο όρθιοι, αλλά να υψώσουμε τη διάνοια πάνω από τα γήινα και να δεχθούμε τον θείο σπόρο προς αγαθή καρποφορία. Μ’ εγρήγορση, προθυμία, φιλοτιμία, φιλοπονία κι ένθεο ζήλο.

Το «ειρήνη πάσι» κατά τους αγίους πατέρες σημαίνει μια σημαντική προσφορά του Χριστού διά του λειτουργού στους πιστούς: την εσωτερική ενδυνάμωση, ειρήνευση και χαρίτωση προς επιμελή, επίμονο και υπομονετικό αγώνα προς παθοκτονία κι αρετοσυγκομιδή. Ο ανειρήνευτος κόσμος καταλαγιάζει μέσα στον ναό δεχόμενος τη θεϊκή ειρήνη κι ευχαριστώντας δέεται να την έχει κι ο δωρητής του, ο λειτουργός, ο ιερεύς του. Πριν την ανάγνωση του Ευαγγελίου, της πράγ­ματι λίαν χαρούμενης και σωτηριώδους αγγελίας, προκαταβολικά δοξολογούν οι πιστοί τον Κύριο, που συγκαταβαίνει και τους επισκέπτεται. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής την ανάγνωση του ευαγγελίου ερμηνεύει και συσχετίζει με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η ανάγνωση του Αποστόλου και του Ευαγγελίου γίνεται εμμελώς, καθαρά και προσεκτικά κι όχι χύμα και βεβια­σμένα. Είναι ένας λόγος για τον κόσμο αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου.

Η «Εκτενής», η μεγάλη δηλαδή δέηση για έκχυση του θείου ελέους, και τα «Κατηχούμενα» πρέπει να λέγονται σύντομα και στη θέση τους κι όχι πριν ή μετά· όπως εξάλλου κι όλες οι ευχές, οι οποίες καλό είναι να λέγονται χαμηλόφωνα κι όχι δυνατώτερα των εκφωνήσεων ή να διακόπτεται τελείως το ψάλσιμο. Μετά από κάθε αίτηση λέγε­ται το «Κύριε ελέησον», η ωραιότερη, συντομό­τερη, δυνατότερη και σπουδαιότερη προσευχή. Ζητώντας το έλεος, ζητούμε τον Κύριο, επιθυ­μούμε τη βασιλεία Του, τη σωτηρία μας. Το έλε­ος του Θεού κυρίως θα μας σώσει. Ένα εκ βαθέων «Κύριε ελέησον» μπορεί να σώσει τον άνθρω­πο.

Πάντοτε υπάρχουν κατηχούμενοι κι εδώ και παντού, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με τους πολλούς ξένους στην Ελλάδα. Μας ζητά ο ιερεύς-λειτουργός να προσευχηθούμε ιδιαίτερα για τους κατηχούμενους, το έχουν ανάγκη, πρέ­πει να υπακούσουμε και να το κάνουμε. Ως αβά­πτιστοι κι αφώτιστοι δεν έχει η προσευχή τους μεγάλη παρρησία. Έτσι χρειάζονται και τη δική μας συμπαράσταση, βοήθεια κι αγάπη. Γινόμα­στε κι εμείς έτσι κατά ένα τρόπο κατηχητές κι ανάδοχοι. Κατόπιν η Εκκλησία ζητά να εξέλθουν οι κατηχούμενοι και να παραμείνουν οι πιστοί. Η Εκκλησία έχει αυστηρή αγάπη. Η Εκκλησία δεν είναι μόνο αγάπη. Η Εκκλησία δεν είναι μόνο αυστηρότητα. Η Εκκλησία έχει δικαιοσύνη, τάξη, τρόπο, ωραιότητα, σεβασμό, αρχές, αλήθεια και αγάπη, αγάπη και αλήθεια.

Ο ιερεύς κατόπιν ευχόμενος ευχαριστεί ειλικρινά τον Θεό που του επιτρέπει να παρα­στέκεται ενώπιον του αγίου θυσιαστηρίου Του. Επίσης Τον ευχαριστεί θερμά που τον αξιώνει να προσφύγει στους οικτιρμούς Του για τις αμαρτίες τις δικές του και του λαού. Τον παρακαλεί στη συνέχεια να επικαλεσθεί το πανάγιο όνομά Του. Τι ωραίο και τι φοβερό! Δεν θα πρέπει ποτέ να λέγονται τυπικά κι από συνήθεια και γιατί πρέ­πει να ειπωθούν τα καταπληκτικά αυτά λόγια. Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτη­ριστικά: Σκέψου ποιά πρέπει νάναι τα χέρια που διακονούν στα μυστήρια αυτά, ποιά πρέπει νάναι η γλώσσα από την οποία εξέρχονται αυτοί οι λόγοι κι από ποιά ψυχή δεν πρέπει νάναι αγιότε­ρη και καθαρότερη η ψυχή του ιερέως! Τελικά μόνο η ταπείνωση μπορεί να κάνει άξιο τον λει­τουργό του Υψίστου. Λέγοντας οι πιστοί «αμήν» είναι ως να συναισθάνονται κι επιβεβαιώνουν το ύψος της ιερατικής διακονίας και της λευιτικής αγωνίας κι αδελφικά συμπροσεύχονται, συμπο­νούν, συναγωνιούν, συμπροβληματίζονται και συμπάσχουν.

Τί ωραία η ευχή «πάλιν και πολλάκις», συνεχώς, αυτή θα μπορούσε νάναι η μόνιμη στάση όχι μόνο των ιερέων αλλά όλων των πιστών: Να είμαστε πεσμένοι μπροστά στα πόδια του Χριστού. Τότε θάμαστε αληθινά ανορθωμένοι με την υψοποιό ταπείνωση κι όχι με τα δεκανίκια των γνώσεών μας, αλλά με την παραδοχή της αδυναμίας μας θάμασταν οι όντως δυνατοί. Η γνήσια ταπείνω­ση θα δώσει την πραγματική προκοπή του βίου μας, της πίστεώς μας και της πνευματικής συνέσεώς μας. Για να εισέλθουμε στον γάμο του Νυμ­φίου και να συμμετάσχουμε στην ευφροσύνη χρειάζεται απαραίτητα νάμαστε απαλλαγμένοι «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Σώμα και ψυχή ολοκάθαρα.

Ο χερουβικός ύμνος είναι ωραιότατος. Επι­τρέψτε μου να πω πως ορισμένες φορές η υπερτόνιση του μέλους είναι σε βάρος του υψηλού νοήματος. Ο θεόπνευστος και θεοκίνητος υμνογράφος ωσάν σε εγερτήριο σάλπισμα μάς καλεί να προετοιμασθούμε για την υποδοχή του Βασιλέως της Δόξης, του Βασιλέως του Μεγάλου, που εισέρχεται στην αγία πόλη για να σταυρωθεί. Προσκαλούμεθα να συσταυρωθούμε, ν’ άρουμε τον σταυρό μας, να συμπορευθούμε την οδό Γαβαθά, του Γολγοθά. Να λησμονήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα. φροντίδα, σκέψη, λογισμό, σχέ­διο, πρόγραμμα, όνειρο κι όραμα. Προχωράμε γυμνοί και τ’ αφήνουμε όλα στα χέρια του Χρι­στού, να τα κάνει Εκείνος καλύτερα οπωσδήπο­τε από εμάς. Ας σωπάσουμε κι ας Τον ακολου­θήσουμε μετά των αγίων αγγέλων.

Την ώρα του χερουβικού ύμνου λέγει, ο ιερεύς κατανυκτικά την ωραιότερη ευχή, παραδεχόμε­νος ταπεινά κι όχι ταπεινόσχημα και ταπεινόλογα την πλήρη αναξιότητά του για να τελέσει το θείο μυστήριο, αφού «ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς». Ποιός μπορεί να καυχηθεί για την τέλεια καθαρότητά του, για το πραγματικό μίσος κάθε σαρ­κικής επιθυμίας και ηδονής; Πώς να πλησιάσει κανείς τον Βασιλέα της Δόξης όταν φοβερό και μεγάλο είναι αυτό και για τους αγίους αγγέλους; Το παρακάτω σημείο της χρυσοστόμειας αυτής ευχής είναι λίαν παρηγορητικό και κάπως ενθαρ­ρυντικό για τον ευλαβή ιερέα: «αλλ’ όμως διά την άφατον και αμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν». Αδυ­νατεί ο καλός ιερεύς να στηριχθεί στις προσωπι­κές του δυνάμεις και ικανότητες και τυχόν αρετές. Βαδίζει έμφοβος στηριζόμενος στο μέγα έλε­ος του πανάγαθου και φιλάνθρωπου Θεού, που έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Ο ιερεύς πιστεύοντας ότι ο Χριστός τελειοποιεί κι ολοκληρώνει το μυστήριο ενδυναμώνεται να προ­χωρήσει. Η άφατη και αμέτρητη φιλανθρωπία του Κυρίου δεν σημαίνει βέβαια ποτέ ότι ο ιερεύς μπορεί πάντα να ζει απρόσεκτα και αμετανόητα ελπίζοντας στο έλεος του Θεού. Το έλεος και η συγχώρεση δωρείται στους αληθινά μετανοημέ­νους.

Ο λειτουργός πριν λάβει στα χέρια του τα τίμια δώρα, έστω την ύστατη αυτή ώρα, προσέρ­χεται μετανοών, ως ο άσωτος υιός, ο ληστής και η πόρνη. Λέγει τον πεντηκοστό ψαλμό του Δαυ­ίδ, ψαλμό κατεξοχήν μετανοίας, θυμιάζει επικαλούμενος το πανσθενουργό Άγιον Πνεύμα που τα ελλείποντα αναπληροί και τ’ ασθενή θεραπεύει, ασπάζεται την αγία τράπεζα, την αγία πρόθεση, ζητά ειλικρινά συγγνώμη από τους συμπρεσβυτέρους του και όλο τον λαό. Θέλει με το παρά­δειγμά του να παροτρύνει και όλους τους άλλους σε μετάνοια.

Κατά τη λεγόμενη μεγάλη είσοδο ο λειτουργός καλύπτει το πρόσωπό του με τα καλυμμένα τίμια δώρα, όπως έκανε και στη μικρή είσοδο με το ευαγγέλιο. Ο υποδεχόμενος είναι ο Χριστός, που έρχεται για να θυσιασθεί για τη μεταμόρφωση του κόσμου. Ο Χριστός, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, έρχεται από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα. Ο ιερεύς γίνεται κατά κάποιο τρόπο το πουλάρι της Βαϊοφόρου. Οι πιστοί αμέ­ριμνα κι ευλαβικά τον προσκυνούν.

Η τοποθέτηση των τιμίων δώρων στην αγία τράπεζα συμβολίζουν την ταφή του Χριστού. Το Άγιον Πνεύμα επισκιάζει τον ιερέα και τον διά­κονο για την ολοκλήρωση της Θ. Λειτουργίας. Κατά την εκτενή ο διάκονος παρακαλεί τον Θεό να μας ελευθερώσει από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυ­νο και ανάγκη. Συνήθως θλιβόμεθα όταν μας εγκαταλείπει ο Θεός, και τούτο παραχωρείται για να συναισθανθεί ο υπερήφανος την αδυναμία του και να ταπεινωθεί. Δίχως ταπείνωση αφαιρούνται από τον άνθρωπο τα θεία χαρίσματα. Δυστυχώς οι ανάγκες σήμερα έχουν αυξηθεί πολύ. Δεν ζητάμε πλέον τ’ απαραίτητα αλλά τα περιττά και υποδουλωνόμαστε κι αγχωνόμαστε στα δευτερεύοντα κι ανούσια. Δεν τρέχουμε στην εκκλησία όπως οι πυρπολημένες από αγάπη στην καρδιά τους άγιες μυροφόρες στον τάφο του Χριστού, αλλά από τον πολύ φόβο των πολλών κακών, αναγκών και περιστάσεων. Ζητάμε να μας παράσχει ο Κύριος ημέρα τέλεια, άγια και ειρηνική. Τούτο δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την πνευματική τελειότητα, που καλούμεθα ν’ αποκτήσουμε στο τέλος της Θ. Λειτουργίας, ώστε εξερχόμενοι του ναού νάμαστε μεταμορ­φωμένοι με βιώματα ισχυρά που θα διατηρήσουν ειρηνική τη ζωή μας παρά τις καθημερινές αντιξοότητες. Ζητάμε να μας συνοδεύει άγγελος Κυρίου, άγγελος ειρήνης, για να ειρηνεύει τη ζωή μας. Ζητάμε άφεση των αμαρτιών μας και κυρίως τα καλά και συμφέροντα για τις ψυχές μας, αυτά που πράγματι είναι για το σωτηριώδες συμφέρον μας. Δεόμεθα για το υπόλοιπο και το τέλος της ζωής μας. Ο αληθινός χριστιανός δεν φοβάται το μέλλον. Έχοντας εμπιστοσύνη κι ελπίδα στον Θεό άφοβος ατενίζει τα τέλη του. Η μετάνοια, η συγχώρεση, η προσευχή, η πίστη, τον κάνουν αισιόδοξο, με καλή αγωνία, με προσεκτι­κό αγώνα· κι ο θάνατος γίνεται ζωή για τον πιστό, κοίμηση και μετάβαση στα αιώνια και σπουδαι­ότερα και πιο ευχάριστα κι ευφρόσυνα.

Ο ιερεύς με τις ευχές, τις δεήσεις κι εκφωνήσεις προετοιμάζει τον λαό για την ανύψωση της προσευχής, την προς αλλήλους απαραίτητη αγάπη για την ομολογία της πίστεως. Ο λειτουργός εύχεται να του συγχωρεθούν τ’ αμαρτήματα τα προσωπικά αλλά και τ’ αγνοήματα του λαού. Η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται υπέρ των ιερα­τικών αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί και συνυπεύθυνοι για το υπάρχον κακό, λέγουν οι άγιοι πατέρες. Με τη διαφορά ότι ο λαός μπορεί ν’ αμαρτάνει από άγνοια, αλλά αυτό στον κλήρο δεν επιτρέπεται. Ειρηνεύοντάς μας ο ιερεύς μάς ενδυναμώνει, για ν’ αγαπήσουμε όλους, ώστε μονιασμένοι να ομολογήσουμε τον Τριαδικό Θεό Πατέρα. Ο λειτουργικός ασπασμός απομακρύνει κάθε μορ­φή μνησικακίας. Στην πρώτη εκκλησία έκλειναν οι θύρες του ναού για να μην εισέλθει σε αυτόν κάποιος μη πιστός. Η αγάπη δεν αρκεί για την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αλλά απαραίτητα χρειάζεται και η ορθή πίστη, την οποία ομολογούμε με το Σύμβολο της Πίστεως, όπου απαγγέλλοντας τ’ άρθρα του ευχαριστούμε εγκάρδια τον Δωρεοδότη Θεό.

Η αγία Αναφορά αρχίζει με το «στώμεν καλώς». Σημαίνει ν’ ανυψώσουμε επιτέλους το νου μας από τη γη στον ουρανό, ν’ ανορθωθούμε αγνοώντας τώρα τις βιοτικές μέριμνες, φροντίδες, περιπέτειες κι ασχολίες και να είμαστε μ’ εγρήγορση,  προσοχή και προσήλωση, ειρήνη και αγά­πη στις καρδιές. Αυτή είναι η πιο ευπρόσδεκτη θυσία μας στον Κύριο, με την οποία αινείται, ευχαριστείται και δοξάζεται. Στη συνέχεια ο ιερεύς μεταφέρει τη χάρη των δωρεών της Αγίας Τριάδος στους πιστούς, ώστε να είναι σε παντο­τινή κοινωνία. Το αυτό παρακαλούν και οι πιστοί για τον ιερέα τους. Κατόπιν ο ιερεύς ζητά από το εκκλησίασμα ν’ ανεβάσει την καρδιά του από τα γήινα ψηλά προς συνάντηση του Θεού. Λέγοντας οι πιστοί, ναι έχουμε τις καρδιές ψηλά, αληθεύουν ή το λέγουν σχηματικά;

Η Θεία Ευχαριστία αρχίζει ευχαριστώντας τον Κύριο για τις μύριες δωρεές του. Ο άγιος Νικό­λαος ο Καβάσιλας αναφέρει πως λέγοντας οι πιστοί «άξιον και δίκαιον» συμφωνούν για να συνεχίσει ο ιερεύς τη Θ. Λειτουργία, ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρει πως η φράση αυτή επισημαίνει την ισότητα κλήρου και λαού μπροστά στις θείες δωρεές. Ευχαριστούμε ολό­ψυχα τον Θεό για όλα και για τις φανερές και για τις αφανείς ευεργεσίες του, τη Σάρκωση, τη Σταύρωση, την Ανάσταση, τη Θ. Λειτουργία, τη θεία χάρη, τη θεία πρόνοια. Ο λειτουργικός επι­νίκιος ύμνος «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» είναι συνένωση γης και ουρανού, αγγέλων και ανθρώπων, υποδεχόμεθα τον Βασιλέα της Δόξης στην Αγία Πόλη για να θυσιασθεί για τη σωτηρία μας. Στη Θεία Λειτουργία έχουμε την έκφραση του μεγέθους της αγάπης του ουράνιου πατέρα μας, που έστειλε τον μονογενή του υιό στον σταυρό για ν’ αναστήσει τον νεκρωμένο κόσμο. Η θυσία του Χριστού είναι η φανέρωση της θείας αγάπης. Στον Μυστικό Δείπνο ο Χρι­στός προσφέρει το θυσιασμένο σώμα και αίμα του στους μαθητές του. Στη Θ. Λειτουργία δεν έχουμε απλή ανάμνηση και τύπο αλλά αυτή τού­τη την επέκταση της θυσίας του Γολγοθά. Μετέ­χοντας της Θείας Ευχαριστίας γινόμαστε σύναιμοι του Σταυροαναστηθέντος Χριστού, γινόμα­στε πιστοί μαθητές του, αδελφοί ίσοι, αγαπητοί. Η Θεία Λειτουργία είναι η ζωντανή ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου, το οποίο έδωσε εντολή ο Χριστός πάντα να επαναλαμβάνουμε. Δεν έχου­με εμείς τίποτε δικό μας να Του δώσουμε. Του δίνουμε αυτό που μας έδωσε Εκείνος και πάλι ικετευτικά Τον ευχαριστούμε απεριόριστα ως ευεργετημένοι.

Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας τελετουργείται με το χέρι και τη γλώσσα των ιερέων διά του Αγίου Πνεύματος, που δεν κατέβηκε μόνο μία φορά, αλλά κατέρχεται σε κάθε Θ. Λειτουργία, στα προκείμενα θεία δώρα, κι έχουμε κάθε φορά μία άλλη Πεντηκοστή. Η Θεία Λατρεία προσφέρεται όπως είπαμε υπέρ πάντων των αγίων, εξαιρετικά όμως της Θεοτόκου που παρίσταται στον θρόνο του Θεού και πρεσβεύει πάντοτε για όλους μας. Ο αγγελοδίδακτος ύμνος του «Άξιόν Εστιν» στο Άγιον Όρος είναι ο εθνικός ύμνος των χρι­στιανών. Ευχαριστούμε ιδιαίτερα και τη χαιρετί­ζουμε ευγνώμονα την Ανύμφευτη Κόρη της Ναζα­ρέτ, γιατί δι’ αυτής ήλθε ο Νυμφίος Σωτήρας Χρι­στός στον κόσμο. Την ώρα που ψάλλεται χαρμόσυνα το «Άξιόν Εστιν» ο ιερεύς επικαλείται μετά τη Θεοτόκο, τον Τίμιο Πρόδρομο, τους Αγί­ους Αποστόλους, τον άγιο της ημέρας, τον οποίο υμνήσαμε στον προηγηθέντα Όρθρο, τους φίλους του Χριστού και φίλους μας και πρεσβευτές μας αγίους και μνημονεύονται οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας, οι οποίοι πάντοτε προσδοκούν τις προ­σευχές μας προς αναψυχή τους.

Στην επόμενη εκφώνηση προτρεπόμεθα «εν ενί στόματι και μιά καρδία» να δοξάσουμε και ν’ ανυμνήσουμε το πάντιμο όνομα του Κυρίου. Είναι απαραίτητη η ενότητα για να γίνουν ευπρόσδεκτες οι αιτήσεις μας. Χρειάζεται να είμεθα σύμψυχοι και ομόφρονες. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, καλούμεθα να γίνουμε σαν τις χορ­δές της κιθάρας, για ν’ αποδώσουμε την ωραία συμφωνία της αγάπης. Στη συνέχεια παρακαλούμε ώστε η μετάληψη των αγιασθέντων τίμιων δώρων να μας μεταδώσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που θα διώξει τη δυσοσμία των παθών και θα ευωδιάσει η ζωή μας από τον πανεύοσμο Χριστό.

Για μια ακόμη φορά παρακαλούμε για την «ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγί­ου Πνεύματος» γιατί διαφορετικά δεν μπορούμε να γίνουμε ομοτράπεζοι, συνδειπνούντες στη βασιλική τράπεζα. Ο ιερεύς εύχεται για τη προ­σέλευση όλων στα θεία μυστήρια μετά του κατά το δυνατόν «καθαρού συνειδότος», ώστε αυτά να γίνουν προς «άφεσιν αμαρτιών, συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις βασιλείαν ουρανών κληρονομίαν, εις παρρη­σίαν την προς σε, μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα». Μεταλαμβάνοντας, κοινωνούμε Χριστό, κοινωνούμε, επικοινωνούμε, ενωνόμαστε με το Άγιον Πνεύμα, μπορούμε να λάβουμε το θάρρος και να λέμε τον Θεό μας «πατέρα». Ο ιερεύς ειρηνεύοντάς μας για μια ακόμη φορά είναι σαν τον Αναστηθέντα Χριστό που εμφανίζεται και ειρηνεύει και χαροποιεί τους μαθητές Του. Η ακολουθούσα κεφαλοκλισία σημαίνει ταπείνωση, υπακοή, υπομονή, ευχαριστία κι ευγνωμοσύνη στον Απα­θή που έπαθε για μας τους εμπαθείς σταυρικό θάνατο κι έχυσε το πανάχραντο αίμα Του για να πλύνει τις αμαρτίες μας.

Πριν τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων ομο­λογήσαμε την πλήρη πενία μας λέγοντας πως δεν έχουμε τίποτε να Σου προσφέρουμε δικό μας και Σου δίνουμε ότι μας έδωσες Εσύ. Ο διάκονος μάς προτρέπει να προσέξουμε καλά. Ο ιερεύς εκφωνεί πως τ’ άγια δίνονται μόνο στους αγίους. Ο ψάλτης εκ μέρους του λαού, όλου του εκκλη­σιάσματος, λέγει πως ένας μόνο είναι ο άγιος: ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αφού λοιπόν δεν είμαστε άγιοι πώς μπορούμε να προσέλθουμε στο ποτήριο της ζωής; Άγιος είναι μόνο ο Κύριος. Είναι η πηγή της αγιότητος, η αυτοαγιότητα. Εμείς, κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ονομα­ζόμαστε άγιοι ως αποδέκτες της θείας αγιότητος, ως μέτοχοι και κοινωνοί του σώματος και του αίματός Του. Ο άγιος Θεός μοιράζει την αγιότητά Του στους πιστούς. Τα θεία μυστήρια είναι πηγή αγιασμού. Οι κατά το δυνατόν καθαροί λέγει ο άγιος Χρυσόστομος μπορούν να προσέλθουν να κοινωνήσουν. Ο καθένας ας μετρήσει τη συνείδησή του κι ας φοβηθεί τον Θεό. Ο ιερεύς λέγοντας «τα άγια τοις αγίοις» καλεί να προσέλθουν όχι όλοι, ούτε μόνο οι άγιοι -και ποιός μπο­ρεί να πει ότι είναι άγιος- αλλά όσοι αγωνίζονται, όσοι βαδίζουν την οδό της αγιότητος, ενισχυόμενοι κι αγιαζόμενοι με τ’ άγια μυστήρια. Λέγοντας οι πιστοί «είς άγιος, είς Κύριος» ομολογούν την αδυναμία ν’ αγιασθούν από μόνοι τους κι ότι η αγιότητα είναι δοτή άνωθεν και δι’ αγώνος, όπως λέγει πάλι ο ιερός Καβάσιλας.

Στη συνέχεια ο ιερεύς μελίζει τον άγιο άρτο, όπως έκανε ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο. Αυτό που δεν έγινε στον σταυρό, γίνεται τώρα στην αγία τράπεζα· τεμαχίζεται ο Χριστός, για ν’ αγιασθούν οι πάντες, χωρίς ποτέ να διαιρείται, να δαπανάται και να εξαντλείται. Κάθε ελάχιστο τεμάχιο είναι όλος ο Χριστός.

Λέγοντας ο ιερεύς τα «άγια τοις αγίοις» υψώνει τον άγιο άρτο, που σημαίνει κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, την ύψωση του Χρι­στού στον σταυρό. Ο τεμαχισμός του άρτου, κατά τον άγιο Ευτύχιο Κωνσταντινουπόλεως, σημαίνει τη σφαγή του. Η ένωση του σώματος και του αίματος, του άρτου και του οίνου, που σημαίνει, κατά τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, ότι ο αυτός και ένας Χριστός είναι στο δισκάριο και το ποτήριο, όπου κρύπτεται «η ενότητα της φύσεως του Χριστού, η ενότητα της θυσίας και της χάριτός Του, που προσφέρεται στους πιστούς διά της κοινωνίας του αγίου Σώματος και του αγίου Αίματος» (ιερομ. Γρηγόριος).

Το ζέον, είναι το βραστό νερό, που τίθεται απαραίτητα στο άγιο ποτήριο και, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, σημαίνει την έκβλυση μετά του αίματος κατά τη σταυρική θυσία «ωσάν οπού ήτο η πλευρά εκείνη ζώσα και ζωοποιός, διά την καθ’ υπόστασιν ένωσιν της ζωοποιού θεότη­τος». Το ζέον ρίπτεται όλο και δεν μοιράζεται στον κόσμο.

Οι ευχές που λέγονται προ της Θ. Μεταλήψεως είναι μία ακόμη ομολογία πίστεως κι ελπίδος στη θεία αγάπη. Κοινωνεί ο ιερεύς του σώματος και του αίματος ξεχωριστά και κατόπιν ο διάκο­νος. Οι λαϊκοί μεταλαμβάνουν το σώμα και το αίμα μαζί. Μετά τη Θεία Κοινωνία ο ιερεύς λέγει αναστάσιμα τροπάρια. Ο άγιος Κύριλλος Ιερο­σολύμων λέγει ότι η συμμετοχή μας στη Θεία Κοινωνία είναι ομολογία της Αναστάσεως του Κυρίου. Μετέχουμε στο αληθινό Πάσχα.

Ο διάκονος παρακαλεί και προσκαλεί να προσέλθουν οι πιστοί στο ποτήριο της ζωής «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης». Αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος εισόδου στη θεοκοινωνία: φόβος Θεού εγκάρδιος, θερμή πίστη, ζέουσα αγάπη, τα οποία φυσικά δεν πρέπει νάναι μόνο εκείνη την ώρα, αλλά να υπάρχει ανάλογη προε­τοιμασία και μόνιμη κλίση και στάση και ύφος και ήθος και τρόπος και όλος ο βίος του ανθρώπου.

Μεταδίδοντας τη Θεία Κοινωνία ο ιερεύς λέγει το βαπτιστικό όνομα των κοινωνούντων «τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα». Την ώρα εκείνη συναντάται ο πιστός με τον ζώντα Κύριο, όχι συναισθηματικά και ιδεατά, αλλά πραγματικά, γίνεται ένα μ’ Εκείνον κι αγιάζεται όλος, ψυχή και σώμα. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «ημείς και ο Χριστός εν εσμέν ».

Μετά τη Θεία Κοινωνία λέμε· «είδομεν το φώς το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες». Το φως το αληθινό είναι ο Χριστός, που σκήνωσε μέσα μας και φωτισθήκαμε και χαριτωθήκαμε κι ενισχυθήκαμε και διέλυσε τα σκοτάδια και προγευόμαστε από τώρα τη χαρά της ανέσπερης ατελεύτητης βασιλείας των ουρανών.

Ευχαριστούμε και δοξάζουμε στη συνέχεια τον Θεό για τα δώρα Του. Καλούμεθα ν’ αναχωρήσουμε ειρηνικά και να μεταφέρουμε την ειρήνη που λάβαμε από τον Ειρηνάρχη και Ειρηνοδότη Χριστό στον ανειρήνευτο κόσμο. Να ποιήσουμε έργο ευαγγελιστών, αποστόλων και μυροφόρων. Να γίνουμε μάρτυρες του Σταυροαναστηθέντος Χριστού.

Η ωραία οπισθάμβωνη λεγόμενη ευχή ονομά­ζει τον πιστό λαό, εκκλησιαζόμενο, «πλήρωμα» του πλοίου της Εκκλησίας, που καραβοκύρης είναι ο Χριστός. Το πλοίο αυτό περνάει από τις φουρτούνες του κόσμου τούτου και καταλήγει στον εύδιο λιμένα της ουράνιας βασιλείας.

Το «είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» είναι ψαλμός που πιθανώς ψάλθηκε και στο τέλος του μυστικού Δείπνου. Το ψάλλουμε και μείς ξανά δοξολογικά οι νέοι μαθητές του Κυρίου.

Η τελευταία ευχή του ιερέως λέγει μεταξύ άλλων «πλήρωσον χαράς και ευφροσύνης τας καρδίας ημών πάντοτε νυν και αεί». Αναχωρούμε τελικά με χαρά από τον ναό. Χαρά του Χριστού, υπερουράνια, χαρισματική, καρδιακή, δυνατή και μεγάλη.

Τέλος, ο ιερεύς ευλογεί τον λαό. Να φύγει ευλογημένος, φωτισμένος, ειρηνικός, ελεημένος, αποφασισμένος για συνέχιση του πνευματικού αγώνος κι ολοκλήρωση της μετάνοιας, επικαλού­μενος προς βοήθεια όλους τους αγίους παλαιούς και τωρινούς, τους σήμερα εορταζόμενους και ιδιαίτερα την Παναγία.

Τέλος, κατά την ονομασία του αντί των τιμίων δώρων παρέχεται, μοιράζεται με ησυχία το αντίδωρο στους εκκλησιαζόμενους ασπαζόμενοι μ’ ευλάβεια το δεξί χέρι του ιερέα, που μόλις άγγι­ξε το πανάχραντο σώμα του Χριστού, λέγοντας «ευλογία Κυρίου», δίχως άλλους χαιρετισμούς.

(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Η εύλαλη σιωπή, εκδ. Εν πλω, σσ. 151-178)