Το χωρίον των ποιμένων

24 Ιανουαρίου 2020

Ο ταπεινός τόπος που έγινε παγκόσμιος χώρος προσκυνήματος της χριστιανοσύνης

 Σε μικρή απόσταση ανατολικώς της Βηθλεέμ της Ιουδαίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός, ο οποίος περιεβάλετο από εύφορους αγρούς και βοσκότοπους, που ανήκαν κυρίως στους κατοίκους της Βηθλεέμ. Του οικισμού αυτού καθώς και της γύρω πεδινής έκτασης, δεσπόζει μέχρι σήμερα η Βηθλεέμ. Το χωριό των ποιμένων, γνωστό ως Beit Sahur κατοικείται αποκλειστικά από Άραβες χριστιανούς και μουσουλμάνους∙ έχει σχεδόν ενωθεί με τη Βηθλεέμ αν και αποτελεί χωριστό δήμο.

Η θέση αυτή είναι συνδεδεμένη με δύο ωραίες ιστορίες από την Αγία Γραφή : Η πρώτη απαντά στην Παλαιά διαθήκη (βλέπε βιβλίο της Ρουθ) και αναφέρεται στη Ναομί και την πίστη και αφοσιωμένη νύφη της Ρουθ την Μωαβίτισσα, η οποία μάζευε τα στάχυα που έμεναν πίσω από τους θεριστές εις τους αγρούς του Βοόζ του Βηθλεεμίτη προγόνου του βασιλέως Δαυίδ. Η δεύτερη ιστορία απαντά στην Καινή Διαθήκη (Λουκά 2, 8 – 20) και αναφέρεται στους ποιμένες, οι οποίοι ξαγρυπνούσαν φυλάγοντας τα ποίμνιά τους στους ίδιους αυτούς αγρούς, όταν Άγγελος Κυρίου ήρθε και τους ανήγγειλε τη γέννηση του Χριστού. Από τους απλοϊκούς ποιμένες πήρε το όνομά του το μικρό αυτό χωριό, ο αγρός και η εκκλησία που χτίστηκε προς τιμήν των.

Τόπος προσκυνήματος

Ο αγρός των ποιμένων και το φτωχό σπήλαιο της Βηθλεέμ αποτελούν το φυσικό τοπίο στην ωραία περιγραφή του Ευαγγελιστού Λουκά περί της γεννήσεως του Θεανθρώπου.

Ο αγρός των ποιμένων έγινε τόπος προσκυνήματος για όσους μετέβαιναν στους Αγίους Τόπους και από τον 4ο αιώνα, καθώς λέγεται, τιμήθηκε από την Αγία Ελένη με ιερό ναό προς τιμήν της Θεοτόκου Μαρίας, Ιωσήφ του Μνήστορος και των τριών ποιμένων. Στο οδοιπορικό της Εγερίας του 4ου αιώνος, το οποίο μας διέσωσε ο Πέτρος ο διάκονος (12ος αιώνας), διαβάζουμε: «Εις απόστασιν τινά (από τη Βηθλεέμ), υπάρχει εκκλησία ην καλούιη Ποίμνιον και εκεί φωτεινότατον σπήλαιον έχον ιερόν, εν τω τόπω εκείνω εν ω εις τους αγραυλούντας ποιμένας ο εμφανισθείς Άγγελος ήγγειλε την του Χριστού Γέννησιν). Η εκκλησία των ποιμένων αναφέρεται από τον Παλλάδιο και τον Άγιο Ιερώνυμο, οι οποίοι έζησαν στην περιοχή περί τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αιώνος. Από μεταγενέστερους προσκυνητές κυρίως των Αγίων τόπων ο Αρκούλφος (τέλη του εβδόμου αιώνος), γράφει ότι επισκέφθηκε την εκκλησία αυτή και προσεκύνησε τους εντός αυτής τάφους των τριών ποιμένων.

Ο Επιφάνιος, στις αρχές του 8ου αιώνος, περιγράφει το Ποίμνιον για πρώτη φορά ως μοναστήρι. Μνεία του προσκυνήματος των ποιμένων συνεχίζει να γίνεται και σε μεταγενέστερα οδοιπορικά,  τα οποία αναφέρουν ότι η εκκλησία η οποία είχε χτιστεί πάνω από το σπήλαιο ήταν πλέον σε ερείπια και μόνον η υπόγεια εκκλησία ήταν σε χρήση από τους ορθοδόξους του χωριού. Στα τέλη του περασμένου αιώνα, το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο έκτισε καινούργια εκκλησία μέσα στο χωριό για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της ορθοδόξου κοινότητος.

Στα αρχαία τυπικά της Εκκλησίας Ιεροσολύμων διεσώθησαν και περιγραφές των εορταστικών τελετών των Χριστουγέννων, που άρχιζαν από την παραμονή της εορτής στην εκκλησία των ποιμένων και ολοκληρώνονταν στη Βηθλεέμ, στην εκκλησία της γεννήσεως. «Από τις έκτης ώρας εξέρχονται εις το Ποίμνιον, απαγγέλλουσιν συνεκτιμήθηκε λέγουσιν την υπακοή ήχος η΄ ‘’εν Υψίστοις Δόξα … Μετά ταύτα απέρχονται εις Βηθλεέμ, εισέρχονται εις το σπήλαιο και τελούσιν τον εσπερινόν…».

Ανέγερση νέου ναού

Το 1970 το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στην ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται ο χώρος, πρωτοστατούντος του πνευματικού της μονής του Αγίου Σάββα αποφάσισε να εγείρει ναόν επάνω στα ερείπια του αρχαίου προσκυνήματος των ποιμένων.

Σκοπός του Πατριαρχείου ήταν να αναδείξει το προσκύνημα και να αποκαταστήσει την ακριβή θέση του στην χριστιανική τοπογραφία της περιοχής η οποία είχε παραποιηθεί. Των εργασιών ανέγερσης του ναού προηγηθησαν αρχαιολογικές ανασκαφές από το τμήμα Αρχαιοτήτων και Μουσείων του Ισραήλ και τις αναστηλωτικές εργασίες του μνημείου ανέλαβε τότε εξ ολοκλήρου η υπηρεσία αναστηλώσεως του υπουργείου πολιτισμού της Ελλάδος. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές επαλήθευσαν και συμπλήρωσα την παράδοση και τις ιστορικές πηγές περί του μνημείου αυτού και επέβαλαν την ανέγερση της νέας εκκλησίας εκτός του αρχαιολογικού χώρου. Απεκαλύφθη:  Ότι το σπήλαιο των ποιμένων που είχε μετατραπεί σε εκκλησία τον 4ο αιώνα, είχε ψηφιδωτή επίστρωση διακοσμημένη με γεωμετρικά σχήματα και μαύρους σταυρούς, ότι το σπήλαιο διευρύνθηκε τον 5ο αιώνα και πάνω από αυτόν οικοδομήθηκε μικρός ναός, του οποίου επίσης διεσώθη το ψηφιδωτό δάπεδο με φυσικό διάκοσμο και δύο ελληνικές επιγραφές με τα ονόματα των δωρητών, ότι ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε τον 6ο αιώνα και τη θέση του κατέλαβε ο μεγαλύτερος ναός για να καλύψει τις ανάγκες των προσκυνητών, ότι το μνημείο κατεστράφη το 614 μετά Χριστόν από τους Πέρσες και λίγο αργότερα τη θέση του μεγάλου ναού του 6ου αιώνος κατέλαβε ο μικρότερος Ναός, ότι κατά την αραβική περίοδο ο χώρος, από ανοιχτός προσκυνηματικός, μετετράπη σε περιτειχισμένο μοναστήρι, όμοιο με τα άλλα μοναστήρια της ερήμου της Ιουδαίας και ότι το μοναστήρι των ποιμένων κατεστράφη τον 10ο αιώνα.

Έκτοτε, η διασωθείσα υπόγειος κρύπτη, η ευλάβεια των εντοπίων χριστιανών, των μοναχών των πέριξ μονών και των προσκυνητών κράτησαν ζωντανή την παράδοση και την ιερότητα του χώρου. _