«Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία»

29 Μαρτίου 2020

Ο Κύριος, ο οποίος καλείται στην ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε να θεραπεύσει έναν δαιμονιζόμενο νέο, πρωτίστως εξετάζει την πίστη του πατέρα του ο οποίος ζητά την θεραπεία, διότι η πίστη είναι προϋπόθεση για το θαύμα. Όταν όμως ερωτάται από τους μαθητές του γιατί δεν μπόρεσαν και εκείνοι να  θεραπεύσουν το νέο από το δαιμόνιο, ο Ιησούς δεν απαντά εξ αιτίας της αδύναμης πίστης τους όπως θα ήταν αναμενόμενο,  αλλά εξ αιτίας της απουσίας δύο βασικών για την περίσταση προϋποθέσεων. Της προσευχής και της νηστείας. Και τούτο διότι όπως θα τονίσουν οι πατέρες της εκκλησίας η μεν προσευχή είναι η δύναμις του ουρανού η δε νηστεία η δύναμις της ψυχής.

Η νηστεία και η προσευχή είναι δύο στύλοι της πίστεως. Είναι δύο φωτιές, οι οποίες καίνε τα πονηρά πνεύματα. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία του σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχόμενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο κεκαθαρμένο δοχείο της καρδιάς τη Χάρη τουΑγίου Πνεύματος.

Ο Κύριος εκφράζει το μεγάλο του παράπονο: «ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;[1]» Είναι σα να έλεγε όχι μόνο στα πλήθη, αλλά περισσότερο στον πατέρα του νέου: Επειδή εσύ είσαι άπιστος, γίνεσαι αιτία να μη θεραπευτεί το παιδί σου. Κι όταν κατόπιν  ο τσακισμένος από τη θλίψη πατέρας λέει στον Κύριο, εάν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας, ὁ Κύριος και πάλι τον διορθώνει και τον ελέγχει λέγοντας: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι[2]». Ήθελε να δείξει και πάλι ότι η κλονισμένη πίστη του ήταν το εμπόδιο στο θαύμα.«Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ[3]». Βοήθησέ με νααπαλλαγώ από την ολιγοπιστία μου, και αναπλήρωσε εσύ την έλλειψη της πίστεώς μου.

Το πονηρό δαιμόνιο μόλις είδε τον Κύριο, με το βλέμμα του νέου, μέσα στον οποίον βρισκόταν, αμέσως καταλήφθηκε από σατανική μανία, επειδή αντιλήφθηκε ότι θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το θύμα του. Και τότε προκάλεσε έντονους σπασμούς στο νέο. Αφού έπεσε κατά γης, κυλιόταν και άφριζε από το στόμα του. Σκόπιμα επέτρεψε ο Κύριος στο νέο την τελευταία αυτή δοκιμασία, για να αντιληφθούν και ο πατέρας και οι άλλοι παρευρισκόμενοι πόσο οι δαίμονες φοβούνται την δύναμή Του.

Απορημένοι οι μαθητές για τον λόγο που δεν κατάφεραν να εκβάλουν το δαιμόνιο «ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό[4]».  Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει «εμοί δοκούσιν αγωνιάν και δεδοικέναι, μήποτε την χάριν, ην επιστεύθησαν, απώλεσαν[5]». Νομίζω, λέει, ότι κυριεύθηκαν από αγωνία και φόβο, μήπως έχασαν την χάρη και την δύναμη, που ο Κύριος τους είχε εμπιστευθεί νωρίτερα, να εκβάλλουν δαιμόνια. Και ο Κύριος τους απάντησε με παρρησία «διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν[6]».

Είδαμε ότι η απιστία του πατέρα και η αδυναμία των Αποστόλων προκάλεσαν την οργή του Χριστού, πόση αγανάκτηση θα προκαλεί στον Ιησού η σημερινή κατάσταση των Χριστιανών, οι οποίοι ύστερα από τόσα θαύματα, μετά από τόσους μάρτυρες, νεομάρτυρες, μετά από τόσες θεοσημείες εξακολουθούμε να είμαστε αιχμάλωτοι των παθών μας, να είμαστε υπόδουλοι των παθών μας; Δυστυχώς κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί ότι η σημερινή γενεά διατηρεί την πρωτοχριστιανική καθαρότητα στις σχέσεις μας με το Θεό, τον συνάνθρωπο και τον εαυτό μας.

Αν ο άνθρωπος έχει βαθιά πίστη, αν προσεύχεται αδιαλείπτως στον Τριαδικό Θεό, αν τηρεί την γνήσια Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, αν μελετά την Αγία Γραφή, αν πορεύεται στη ζωή του βάσει των ιερών κανόνων, οι οποίοι θεσπίσθηκαναπό τις Ιερές Συνόδους της Εκκλησίας μας, τις Οικουμενικές και τις Τοπικές, μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, τοοποίο τον βασανίζει και τον ταλαιπωρεί.

Οι αρετές με τις οποίες είναι προικισμένος ο άνθρωπος μπορούν με την πνευματική άσκηση και τον άοκνο αγώνα του κάθε πιστού να αυξάνονται και να καρποφορούν, ναδίνουν πνευματικούς καρπούς, που κάνουν τον πιστό άνθρωπο κοινωνό της χάριτος του Θεού.

Η πίστις χωρίς τον πνευματικό μας αγώνα και τα πνευματικά έργα καταντά νεκρή. Πίστη χωριζομένη από τον Χριστό είναι νεκρή. Ο Κύριος, όμως, ήθελε ένα μόνο πράγμα, για να τελέσει το θαύμα. Να αντικρίσει την πίστη αυτού του δυστυχισμένου πατέρα. Και ὁ δυστυχισμένος αυτός πατέρας, προικισμένος με την αρετή της ταπεινοφροσύνης, αναγνώρισε την έλλειψη που είχε στην υπάρχουσα πίστη του. Και ζήτησε από τον Κύριο, να του αυξήσει αυτή την πίστη. Το θαύμα έγινε.

Ο Κύριος μας διδάσκει ότι τον πόλεμο εναντίον των πονηρών δαιμόνων και τα ριζωμένα μας πάθη πρέπει να τα πολεμούμε με προσευχή επιμονή προς τον Θεό, ενισχυμένη με νηστεία, ώστε με την θεία δύναμη και ενίσχυση να βγαίνουμε νικητές και τροπαιοφόροι.

Να παρακαλούμε αδιάλειπτα να μας προσθέτει ο Κύριος πίστη στη ζωή μας«Πρόσθες ημίν πίστιν[7]», γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να κλονίζεται με τα τελευταία γεγονότα που συμβαίνουν στον κόσμο η πίστη μας.

 

Παραπομπές:

[1]Μάρκου 9,19.

[2]Μάρκου 9,23.

[3]Μάρκου 9,24.

[4]Μάρκου 9,28.

[5]Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 11,298 και Χωρεπισκόπου Σαλαμίνος Βαρνάβα, «Διήλθεν ευεργετών και ιώμενος», Λευκωσία, 1999, σελ.244-252.

[6]Ματθαίου 17,20.

[7]Λουκά 17,5.