Λίγες σκέψεις για την δοκιμασία της πανδημίας υπό το φως της ανθρωπολογίας του Αγίου Σωφρονίου του Αγιορείτου (Έσσεξ)

7 Απριλίου 2020

Την 27η Νοεμβρίου 2019 η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία ανέγραψε στο Αγιολόγιό της ένα νέο άγιο, τον άγιο Σωφρόνιο τον Αγιορείτη, ηγούμενο και κτίτορα της Ιεράς Πατριαρχικής Σταυροπηγιακής Μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας. Άγιο με ασκητική εμπειρία του Ακτίστου Φωτός και εμπειρικό θεολόγο.

Ο λόγος του απορρέει από την ορθόδοξη ασκητική του, η οποία θεμελιώνεται στο ορθόδοξο δόγμα[1]. Είναι λόγος σύγχρονος και πλατύς και φωτίζει ενοποιητικά τόσο τον χώρο της θεολογίας όσο και εκείνο της ανθρωπολογίας, με διάσταση σωτηριολογική.

Σε συνθήκες εξόχως προκλητικές, όπως αυτές που διανύει το ανθρώπινο γένος στις ημέρες της πανδημίας, η οποία χάριτι Θεού παραχωρήθηκε, μια αναζήτηση των ανθρωπολογικών σκέψεων και λόγων του αγίου Σωφρονίου, θα μπορούσε να κινητοποιήσει αδρανοποιημένες δυνατότητες του ανθρώπου και να απαντήσει στη σύγχυση και τον αγωνιώδη προβληματισμό του.

Αρχικά θεωρούμε αναγκαία την αναφορά μας στο θέμα του λόγου και της εκφοράς του, όπως αυτό διαμορφώνεται στο πλαίσιο της ανεξέλεγκτης διαδικτυακής έκφρασης και διακίνησής του. Οι πάντες ομιλούν και μάλιστα δημόσια, διατυμπανίζοντας την κάθε διανοητική σύλληψή τους. Στο βίο του αγίου Σιλουανού, βρίσκουμε τον άγιο να διατυπώνει την θέση πως «οι τέλειοι δεν λέγουν τίποτε αφ΄εαυτού τους…Λένε μόνον ό,τι τους δίνει το Πνεύμα το Άγιο»[2]· ό,τι άμεσα υποδεικνύει ο Θεός. Είναι αναγκαίο λοιπόν, κατά τον άγιο, ο ανθρώπινος λόγος να εντάσσεται στο ρεύμα του λόγου του Ιδίου του Χριστού, να αποτελεί καρπό του Χριστού που ζει μέσα μας, για να φέρει την σφραγίδα του Αληθινού λόγου[3].

Ας καταφύγουμε λοιπόν στο φωτισμένο ανθρωπολογικό λόγο του αγίου Σωφρονίου, λόγο ιδιαιτέρως επίκαιρο και στοχευμένο στις σημερινές περιστάσεις. Για τον άγιο η όντως ανθρωπολογία είναι εκείνη της Υποστάσεως του Θεανθρώπου. Ανθρωπολογία καθαρά Χριστοκεντρική, στην βάση της οποίας βρίσκεται «η άνωθεν, εκ του Θεού, αποκεκαλυμμένη ιδέα της πλήρους και όχι μερικής θεοομοιώσεως»[4]. Κυρίαρχο στοιχείο της σκέψεως του αγίου Σωφρονίου αποτελεί η έννοια του προσώπου, της υποστάσεως, της υποστατικής αρχής. Η αρχή αυτή είναι η εσώτατη, πρωταρχική και έσχατη αρχή που αποτελεί τον οντολογικό πυρήνα του Θείου Όντος. Η υπόσταση είναι το όντως ον, η βάση, το θεμέλιον παντός του είναι, υπό το πρίσμα δε αυτής ο άγιος Σωφρόνιος εξετάζει κάθε πτυχή του Είναι του Θείου και του ανθρωπίνου[5]. Ο Θεός αποκαλύφθηκε στον Μωϋσή ως Πρόσωπο, «Εγώ Ειμί ο Ων». Έτσι εμείς γνωρίζουμε ότι ως Πρόσωπο ο Θεός διαμένει στο αιώνιο Είναι Του. Και στην ίδια Βιβλική Αποκάλυψη ο Θεός λέει,Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και ομοίωσιν. Με άλλα λόγια ο Θεός επαναλαμβάνει τον εαυτό του στον άνθρωπο. Ωστόσο η αποκάλυψη του υποστατικού τρόπου του είναι έγινε κατά τέλειο τρόπο από τον Χριστό. Η φανέρωση αυτή έλαβε χώρα με την εις τέλος αγάπη του Χριστού. Δημιουργημένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ο άνθρωπος και φέροντας μέσα του την αρχή του προσώπου δυνάμει (κατ’ εικόνα), υποχρεούται να ολοκληρωθεί με την ενεργοποίηση της αρχής αυτής (καθ’ ομοίωσιν), την υπέρβαση του περιορισμού του ατόμου και την πραγμάτωση της Θείας Εικόνας. Υποχρεούται να διευρυνθεί η συνείδησή του έως εκείνα τα όρια που έχουν τεθεί ως ο τελικός σκοπός του ανθρώπου στο απ’ αιώνος Σχέδιο του Θεού. Η ελεύθερη και εν μετανοία ομοίωση της ζωής του ανθρώπου με τη Ζωή του Θεανθρώπου κατά την επίγεια βιοτή του είναι η οδός για την ανάδειξη του ανθρώπου ως υποστάσεως. Η φανέρωση της ενεργοποιημένης υποστατικής αρχής στον άνθρωπο γίνεται με την αγάπη έως αυτομίσους για τον Θεό και για τον πλησίον, με ακραία έκφραση την αγάπη προς τους εχθρούς. Η πτώση προσέβαλε τη δυνατότητα της υποστατικής πραγματώσεως, αλλά το οικονομικό έργο της Σωτηρίας στόχευσε στην αποκατάσταση αυτής της δυνατότητας. Η ενεργοποίηση της υποστατικής αρχής και η κοινωνία «Πρόσωπον προς πρόσωπον» με τον Θεό εν τω Ακτίστω Φωτί, είναι ενέργεια της Χάριτος του Θεού, που προϋποθέτει την πρακτική και ασκητική συνέργεια του ανθρώπου. Η συνέργεια αυτή εκφράζεται με την τήρηση των ευαγγελικών εντολών για την αγάπη του Θεού και του ανθρώπου. Η τήρηση και η αφομοίωση των εντολών θεμελιώνεται πάνω στη βαθειά μετάνοια, στην κενωτική-θυσιαστική βιοτή, στην υπακοή, στην μνήμη του θανάτου και συνδέεται με βαρειές θλίψεις και πειρατήρια, κατά το υπόδειγμα του Χριστού. Όλες οι έννοιες αυτές προσεγγίζονται από τον άγιο Σωφρόνιο υπό το πρίσμα της υποστατικής αρχής, δίνοντάς τους μια ιδιαίτερη διάσταση. Διάσταση υποστατική. Η πραγματωμένη αρχή της υποστάσεως εκδηλώνεται ως διαμονή εν τω Ακτίστω Φωτί και ιδιαιτέρως ως προσευχή υπέρ του Σύμπαντος κόσμου –προσευχή υποστατική, όμοια με την προσευχή του Ιησού στην Γεθσημανή. Σε αυτήν την προσευχή είδε ο άγιος Σωφρόνιος να συμπυκνώνονται όλες οι αρχές αυτού που όρισε σαν υποστατικό είναι. Η πραγμάτωση-ενεργοποίηση της υποστατικής αρχής, εν Αγίω Πνεύματι, οδηγεί τον άνθρωπο στην Σωτηρία. Και Σωτηρία σημαίνει Θέωση, δηλαδή μετοχή στη Ζωή του Θεού, που είναι Αγάπη. Κατά τη μετοχή αυτή, παραμένοντας, αδιαμφισβήτητα, ο άνθρωπος κτίσμα κατά την φύση του, προσλαμβάνει τα θεία ιδιώματα, κατά Χάριν, και γίνεται αιώνιος, άναρχος, αΐδιος. Μα πάνω απ’ όλα, κατά τον άγιο Σωφρόνιο, στη θεωμένη κατάσταση ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της ενότητος του Ίδιου του Τριαδικού Θείου Είναι, ενοποιείται ο ίδιος και ταυτόχρονα ενοποιεί, εν εαυτώ, το μυριοϋπόστατο ανθρώπινο γένος, ως ένα άνθρωπο, τον όλο Αδάμ, γενόμενος παγκόσμιος άνθρωπος («ίνα πάντες εν ώσι»)[6].

Ευρισκόμενοι μπροστά στο γεγονός της πανδημίας και προσεγγίζοντάς την υπό το πρίσμα των ανθρωπολογικών θέσεων του αγίου Σωφρονίου, θα λέγαμε πως αυτή αποτελεί εξ άπαντος βαρειά δοκιμασία, βαρειάθλίψη, όπως όλες αυτές τις αναγκαίες θλίψεις για την αφομοίωση των ευαγγελικών εντολών: «Επειδή γεννηθήκαμε καθαρά δυνητικοί, το πνεύμα μας πρέπει συνέχεια να καθιστά την ύπαρξή μας υπόσταση. Έχομε ανάγκη να αναπτυσσόμεθα. Αυτή η ανάπτυξη συνδέεται με πόνους και βάσανα. Όμως όσο παράξενο και να φαίνεται, τα βάσανα είναι επιτακτικά για τη διατήρησητης ζωής που δημιουργήθηκε από το μηδέν»[7]. Έτσι, η δοκιμασία και η θλίψη αναδεικνύεται σε ευλογία για την πνευματική ανάπτυξη και τελείωση του ανθρώπου του Θεού. «Στη δυνατότητα των θλίψεων, που μας παραχωρούνται χάριν της εντολής του Θεού, περικλείεται η μεγαλειώδης και ανεξιχνίαστη αγάπη του Δημιουργού για μας….Με την οδό των θλίψεων οδηγούμαστε σε θεοειδή κατάσταση»[8].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

 

Παραπομπές:

[1]Βλ. Χριστίνη, Κατζουράκη, Η υποστατική θεανθρωπολογία κατά τον γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ και η σωτηριολογική της σημασία (μεταπτυχιακή εργασία), Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 259.

[2] Αρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Ο Γέροντας Σιλουανός (του Άθω), Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1978, σελ. 57.

[3] Βλ. Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τομ. Β’, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2013, σελ. 318.

[4]Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οικοδομώντας, τομ. Α’, σελ. 158.

[5] Βλ. Αρχιμ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 295-296.

[6] Η ανωτέρω αναφορά στην ανθρωπολογία του αγίου Σωφρονίου προέρχεται από την μεταπτυχιακή εργασία της αρθρογράφου Χ. Κατζουράκη, με τίτλο «Η υποστατική θεανθρωπολογία κατά τον γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ και η σωτηριολογική της σημασία»,και αποτελεί περίληψη της εργασίας, όπως αυτή έχει αναρτηθεί στη διεύθυνση:

http://ikee.lib.auth.gr/record/309135/?ln=el

[7]Αρχιμ. Σωφρόνιος, Η Ζωή Του ζωή μου, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 43.

[8]Αρχιμ. Σωφρόνιος, Αγώνας Θεογνωσίας, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 215.