Όσιος στάρετς Λεωνίδας της Όπτινα (1768-1841).
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Διήγηση του μοναχού Σ.:
Επισκεπτόμουν κάθε μέρα το στάρετς κι εξαγορευόμουν τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη μου. Σύντομα όμως μου ‘φύγε αυτός ο ζήλος. Στην αρχή άρχισα να κρύβω τους ασήμαντους (κατά την κρίση μου) λογισμούς.
Μετά έχασα την πίστη μου στο στάρετς και λιγόστεψε ο ζήλος μου να ζω στο άγιο αυτό μοναστήρι.
Άρχισα να σκέφτομαι τη ζωή στο χωριό, το γάμο. Στο τέλος πήγα στο στάρετς με υποκριτική αφοσίωση και του ζήτησα ευλογία να πάω για λίγο διάστημα στο σπίτι.
Η απάτη μου όμως δεν ξεγέλασε τον προορατικό στάρετς. Το πρόσωπό του πήρε μια σκληρή έκφραση και κουνώντας το δάχτυλο μου είπε:
– Πρόσεξε, αδελφέ μήπως προσπαθείς να με ξεγελάσεις;
– Όχι, πάτερ, άρχισα να δικαιολογούμαι. Θέλω μόνο να δω τον αδελφό μου και μετά θα γυρίσω αμέσως πίσω.
– Πήγαινε, αδελφέ μου, στο δρόμο σου, είπε στο τέλος ο στάρετς. Πήγαινε στο δρόμο σου κι ο Θεός μαζί σου. Δε θέλεις να μείνει εδώ τώρα, μα θα γυρίσεις τρέχοντας.
Έφυγα χαρούμενος από την Όπτινα. Δε λογάριαζα να γυρίσω πίσω, είχα αποκάμει από τις πρώτες προσπάθειες που έκανα να βιάζω τον εαυτό μου για τη σωτηρία της ψυχής μου.
Τα πράγματα όμως δεν ήρθαν όπως τα περίμενα αλλά όπως τα είχε προφητέψει ο στάρετς. Γύρισα στο χωριό και άρχισα ν’ ασχολούμαι με τις συνηθισμένες αγροτικές μικροδουλειές.
Εκείνο τον καιρό κάποιος συγχωριανός μου έχασε ένα άλογο. Υποψιάστηκε έναν άλλο χωριανό που παλιότερα τον είχαν πιάσει να κλέβει άλογα. Δεν είχε άδικο στην υποψία τον αλλά δεν υπήρχαν αποδείξεις.
Το άλογο είχε πουληθεί από τον ένα στον άλλο κι είχαν χαθεί τα ίχνη του. Έτσι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα στον κλέφτη.
Κάποτε ο χωρικός αυτός γύριζε από ‘να άλλο χωριό που πανηγύριζε. Είχε πιει πολύ. Ξαφνικά, σ’ ένα άνοιγμα του δρόμου στο δάσος, πέφτει πάνω σ’ εκείνον που είχε κλέψει το άλογό του. Σ’ ένα παροξυσμό θυμού και οργής όρμησε καταπάνω του και τον χτυπούσε με μανία ώσπου τον άφησε νεκρό.
Εκείνη τη νύχτα ήταν η σειρά μου να προσέχω τα άλογα στους αγρούς. Την άλλη μέρα οι χωρικοί δήλωσαν στην αστυνομία πως κάποιος συγχωριανός τους βρέθηκε νεκρός στο δρόμο και πως είχε δολοφονηθεί από άγνωστο άτομο.
Ο αστυνομικός ήρθε στο χωριό και ξεκίνησε τις ανακρίσεις. Ποιος ήταν εκεί αυτή την ώρα; Κάποια γυναίκα υπέδειξε εμένα, επειδή εκείνη την ώρα ήμουν στους αγρούς με τα άλογα. Άρχισαν οι ερωτήσεις. Εγώ έλεγα συνέχεια:
– Δεν ξέρω· δεν ξέρω.
Οι χωρικοί όμως ζήτησαν από τον αστυνομικό να με φυλακίσει και να μ’ αφήσει να πεθάνω από την πείνα. Με κλείδωσαν σ’ ένα δωματιάκι και για τρεις μέρες δε μου ‘δωσαν ούτε τροφή ούτε νερό.
Πόσο μετάνιωσα τα τρία αυτά μερόνυχτα που δεν άκουσα τη συμβουλή του προορατικού γέροντα!
Παρακαλούσα από τα βάθη της ψυχής μου τον Κύριο να με απαλλάξει από τα βάσανά μου με τις προσευχές του στάρετς, τον οποίο είχα ξεγελάσει.
Τελικά μ’ έβγαλαν έξω εξαντλημένο από την πείνα, για να μου ξανακάνουν ανάκριση. Οι χωρικοί πρότειναν στον αστυνόμο να χρησιμοποιήσει σκληρότερες μεθόδους από την προηγούμενη: να κάψει ένα καζάνι και να με βάλει μέσα.
Διαβεβαίωναν τον αστυνομικό πως:
– Αν του το κάνεις αυτό θα ομολογήσει.
Δεν είχα καμιά ελπίδα να μπορέσω ν’ αντέξω αυτό το φοβερό βασανιστήριο κι αποφάσισα να πω ψέμματα. Με τις προσευχές του στάρετς όμως ο Κύριος με απάλλαξε.
Ένας υπάλληλος είπε στον αστυνομικό:
– Θα λογοδοτήσεις αν το κάνεις αυτό. Είναι παράβαση των νόμων του κράτους.
Έτσι ο αστυνομικός άφησε εμένα κι άρχισε ν’ ανακρίνει άλλους. Σύντομα έφτασε και στον ένοχο που μπερδεύτηκε από τα ίδια του τα λόγια και σε λίγο ομολόγησε το έγκλημά του.
Εγώ χάρηκα πολύ που ελευθερώθηκα κι έτρεξα αμέσως στην Όπτινα. Μόλις με είδε ο στάρετς χαμογέλασε καλόκαρδα, μ’ ευλόγησε και είπε:
– Χα, ο Ντάμπο γύρισε. Πέρασες καλά; Πες μας τα όλα.
(Ο στάρετς συνήθιζε να ονομάζει έτσι τον αδελφό αυτό επειδή ήταν απλός και καλοκάγαθος).
Του τα είπα όλα. Και τους προηγούμενους λογισμούς μου να μη μείνω στο μοναστήρι και τα προβλήματα που είχα στο χωριό εξαιτίας του εγκλήματος. Κι από τότε φοβόμουν να κρύψω από το στάρετς και τον παραμικρότερο λογισμό.
Έζησα λίγο καιρό στο μοναστήρι και μετά ο στάρετς ήθελε να με στείλει πίσω στο χωριό μου.
– Πήγαινε, μου είπε. Πήγαινε λίγο καιρό στο χωριό και μετά έλα πάλι.
Δεν ήθελα να πάω και ζήτησα από το στάρετς να μη με στείλει. Εκείνος όμως επέμενε πως έπρεπε οπωσδήποτε να πάω. Πήγα στο χωριό και βρήκα τον αδελφό μου να ‘χει χάσει το μυαλό του από το πολύ κρασί.
Οι συγχωριανοί μου ετοιμάζονταν να με ειδοποιήσουν στο μοναστήρι για να γυρίσω και να προσέξω τον τόπο μας στη θέση του αδελφού μου. Τι δύσκολη κατάσταση! Δεν ήθελα να μείνω στον κόσμο, δεν ήξερα όμως τι να κάνω.
Τελικά σκέφτηκα να πάω τον αδελφό μου στον άγιο Μητροφάνη του Βορονέζ. Οι χωρικοί δεν είχαν αντίρρηση. Φτάσαμε στο Βορονέζ και κάναμε μια παράκληση στον άγιο του Θεού. Η κατάσταση του αδελφού μου βελτιώθηκε.
Την άλλη μέρα ζητήσαμε να κάνουμε κι άλλη παράκληση και μετά απ’ αυτήν ο αδελφός μου έγινε τελείως καλά.
Τον γύρισα σπίτι εντελώς υγιή. Όλοι θαύμασαν με την αλλαγή που είδαν.
Κι εγώ θαύμασα με το προορατικό χάρισμα του στάρετς. Τα είχε δει και μου τα προείπε όλα και για τα δυο ταξίδια μου στο χωριό.
Άφησα τον αδελφό μου να συνεχίσει τη ζωή του μόνος του στον κόσμο κι έτρεξα πίσω στο στάρετς με πίστη και υιική αφοσίωση.
Ενώ ζούσα στο μοναστήρι της Όπτινα παρατήρησα πως μερικές φορές με κυρίευε η ακηδία κι η απόγνωση. Οι πονηροί λογισμοί με κυρίευαν.
Πήγαινα στο στάρετς για να εξομολογηθώ και να παρηγορηθώ. Με το που έμπαινα στο κελλί του όλα εξαφανίζονταν σαν αστραπή κι αμέσως ένιωθα στην ψυχή μου χαρά και ειρήνη.
– Γιατί ήρθες; με ρωτούσε ο στάρετς.
Και εγώ δεν ήξερα τι να πω.
Εκείνος έπαιρνε λαδάκι από το καντήλι, με άλειφε κι ύστερα μ’ ευλογούσε. Κι έφευγα πάντα από το κελλί του με εσωτερική χαρά και ψυχική ειρήνη.
Από το βιβλίο “Στάρετς Λεωνίδας της Όπτινα”, μετάφραση, επιμέλεια Πέτρου Μπότση.