Φως «εν σκότει και σκιά». Πτυχές πολιτιστικής δράσης στην περίοδο της Κατοχής

27 Μαΐου 2020

Την τελευταία ημέρα του Μαΐου, 79 χρόνια πριν, κατεβαίνει από τον βράχο της Ακρόπολης το σύμβολο των Ναζιστών κατακτητών που,  από τις 27 Απριλίου 1941, είχαν εισέλθει στην Αθήνα.

Η ηρωική πράξη του Μανώλη Γλέζου και του Απόστολου Σάντα έμελλε να τροφοδοτήσει με κουράγιο και ελπίδα τον λαό της Αθήνας ο οποίος, για 41 μήνες, θα υπέφερε τα πάνδεινα από τις δυνάμεις κατοχής.

Σε όλο αυτό το διάστημα, κατά το οποίον η πείνα θέριζε και οι εκτελέσεις αποτελούσαν φαινόμενο της καθημερινότητας, η ψυχή των Αθηναίων βρήκε διέξοδο στον πολιτισμό και ιδιαίτερα σε θεατρικές παραστάσεις και σε πολύ διάβασμα.

Το Θέατρο

Ήδη, κατά τη διάρκεια του οκταμήνου αγώνα στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, όλες οι αθηναϊκές θεατρικές σκηνές είχαν προσαρμόσει το πρόγραμμά τους στα ανεπανάληπτα γεγονότα του μετώπου. Σε εκείνο το διάστημα, τα θέατρα προσέφεραν κάτι πολύ περισσότερο από αναψυχή: Μεταβλήθηκαν σε χώρους κοινωνικής συνοχής,  αλληλεγγύης και ψυχικής τροφοδοσίας, με τα θεατρικά νούμερα να φέρνουν πιο κοντά τις ψυχές και το γέλιο να δίνει διέξοδο στην αγωνία, τον φόβο, αλλά και την οργή μπροστά στην βάναυση Ιταλική επίθεση.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο κόσμος συνέχισε να πηγαίνει στο θέατρο, αναζητώντας πλέον έναν ασφαλή χώρο συνάντησης και, παίρνωντας αφορμή από το θεατρικό ρεπερτόριο των αθηναϊκών σκηνών, οδηγήθηκε σε μία εσωτερική και συγκαλυμμένη πολιτική αντίσταση. Είτε σε έργα ελαφρά είτε σε έργα κλασικά, ζητούμενο πάντα ήταν ο υπαινιγμός, το συγκεκαλυμμένο σύνθημα, η τροφοδοσία της ψυχής των θεατών με την ελπίδα των καλύτερων ημερών που θα έρχονταν.

Βεβαίως, αρκετές ήταν και οι κινηματογραφικές αίθουσες, τις οποίες όμως δεν προτιμούσε ιδιαίτερα ο κόσμος, καθώς εκεί σύχναζαν και αρκετοί στρατιώτες και αξιωματικοί τού Γερμανικού και του Ιταλικού στρατού. Επιπροσθέτως, οι Αθηναίοι προτιμούσαν να ακούνε Ελληνικά, σε αντίθεση με τις ξενόγλωσσες ταινίες που παρουσίαζαν οι κινηματογράφοι.

Ασφυκτική ήταν για τα θέατρα η λογοκρισία. Έργα προερχόμενα από το ρεπερτόριο τών …Συμμαχικών συγγραφέων ήταν αυστηρώς απαγορευμένα. Απαγορευμένη ήταν και οι κάθε είδους υπαινιγμοί για τις χώρες αυτές αλλά και για κάθε τι που θύμιζε την ένοπλη αντίσταση των Ελλήνων στα βουνά. Έτσι, κάθε υπαινιγμός που ξεφεύγει από τη λογοκρισία, με φράσεις όπως «τσάι του βουνού», γινόταν δεκτός από το ακροατήριο με κραυγές και χειροκροτήματα. Απαγορευμένη ήταν επίσης και η αναφορά στην πείνα και στις κακουχίες του αθηναϊκού λαού. Παρόλα αυτά, πλήθος κλασικών έργων παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Παρά την γεμάτη μιζέρια και κινδύνους καθημερινότητα, το Ελληνικό θέατρο βρήκε τρόπους να συνεχίσει την πορεία του και μάλιστα, παράλληλα με την δραστηριότητα των μεγάλων ηθοποιών της εποχής, είδε να δημιουργείται το 1942, σε ένα μικρό νεοκλασικό της οδού Ζωοδόχου Πηγής, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, που σφράγισε τα πολιτιστικά πράγματα της Ελλάδος τις επόμενες τέσσερεις δεκαετίες, μέχρι τον θάνατο τού ιδρυτή του και που συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας.

Δεν ήταν λίγες οι φορές, όπου παραστάσεις διακόπτονταν από την επιβολή συσκότισης, ήταν όμως ακριβώς εκείνες οι στιγμές όπου ακούγονταν, με την προστασία της σκοτεινής αίθουσας, συνθήματα που συχνά συνοδεύονταν από τη ρίψη προκηρύξεων.

Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου του αθηναϊκού θεάτρου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είχε άμεση εμπλοκή στην Εθνική αντίσταση και κι οι ξαφνικές συλλήψεις ηθοποιών και συντελεστών των παραστάσεων οδηγούσαν σε ξαφνική διακοπή των εμφανίσεων.

Λογοτεχνία και εκδόσεις

Η εκρηκτική αύξηση των εντύπων όλων των ειδών και η μεγάλη ποικιλία περιεχομένου αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της αντίδρασης του πνευματικού κόσμου κατά τις μαύρες ώρες της Ναζιστικής σκλαβιάς. Είναι γνωστό πώς η δεκαετία του ΄30 απετέλεσε μία από τις πιο λαμπρές περιόδους στην ιστορία του νεοελληνικού πολιτισμού. Φωτεινά και ταλαντούχα πνεύματα της γενιάς αυτής, όπως ο Ηλίας Βενέζης, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μιχάλης Καραγάτσης, ο Τάκης Παπατσώνης, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, ο Τίμος Μωραϊτίνης και τόσοι άλλοι, συστρατεύτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής σε έναν αγώνα λογοτεχνικής δημιουργίας, που έπρεπε συγχρόνως να παρακάμψει την ασφυκτική λογοκρισία. Οι καθημερινές εφημερίδες μεταβλήθηκαν σε έντυπα ποικίλης ύλης με λογοτεχνικά κείμενα κορυφαίας ποιότητας και πατριωτικής φλόγας, με πρωτοσέλιδα κείμενα κορυφαίων χρονογράφων όπως του Παύλου Παλαιολόγου και του Δημήτρη Ψαθά στο «Ελεύθερο Βήμα», του Σπύρου Μελά στην «Καθημερινή», του Αλέκου Λιδωρίκη στην «Ακρόπολη» και πολλών άλλων. Ήταν πλέον φανερό σε όλους πως ο φόβος, η ανάγκη και η ψυχική καταχνιά της περιόδου αυτής βρήκε διέξοδο σε μία αναγνωστική βουλιμία, μέσω της οποίας, άλλοι ζήτησαν να βρουν ανακούφιση στην ψυχική φόρτιση, άλλοι να καλλιεργηθούν πνευματικά, άλλοι να παρηγορηθούν και άλλοι να σκοτώσουν την ώρα τους, όπως έγραφε η πρώτη σελίδα του «Ελευθέρου Βήματος» στις 18 Απριλίου τού 1942.

Οι δρόμοι γέμισαν με πλανόδιους βιβλιοπώλες, ενώ στις μικρές αγγελίες της περιόδου αυτής μπορεί κανείς να βρει πλήθος προσφορών και προτάσεων για απόκτηση βιβλίων αλλά και ολόκληρων βιβλιοθηκών. Ιδιαίτερα το 1943, το βιβλίο έχει φτάσει πλέον να θεωρείται είδος πρώτης ανάγκης, όπως αναφέρει το φύλλο του «Πρωινού Τύπου» στις 24 Ιουλίου του ίδιου χρόνου. Το περιεχόμενό τους κυμαίνεται βεβαίως από το υψηλότερο μέχρι το χαμηλότερο επίπεδο και εύλογα επισημαίνει ο Σπύρος Μελάς στην «Βραδυνή» τής 28ης Απριλίου 1943 πως «αυτό το ενδιαφέρον που φούντωσε τόσο ραγδαία είναι τώρα σαν ένα πλατύ ποτάμι που κατεβάζει τα πάντα, ακόμα ακόμη και λάσπη».

Εκδοτικοί οίκοι ιδρύονται μέσα σε μία νύχτα, ελάχιστοι όμως μακροημέρευσαν, με χαρακτηριστική εξαίρεση τις εκδόσεις Ίκαρος που προτίμησαν αργότερα κορυφαίοι λογοτέχνες, όπως ο Γιώργος Σεφέρης.

Είναι η περίοδος όπου θα κάνουν τα πρώτα τους βήματα οι μετέπειτα πρωταγωνιστές των λογοτεχνικών εκδόσεων όπως ο Αλέξανδρου, ο Αναγνωστάκης,  η Ζέη, ο Σινόπουλος, ο Πατρίκιος, ο Σαμαράκης και πολλοί άλλοι. Η περίοδος αυτή έγινε η αιτία να συναντηθεί η παλαιότερη γενιά των καταξιωμένων λογοτεχνών με τον Κόντογλου, τον Σικελιανό, τον Ελύτη και άλλους, με τις μεγάλες λογοτεχνικές μορφές των δεκαετιών του 50 και του 60, που τώρα ξεκινούσαν την δημιουργική τους διαδρομή.

Όλη αυτή η δραστηριότητα συνοδευόταν από πολλές διαλέξεις, στις οποίες, οι πιο δυναμικοί νέοι συγγραφείς έβρισκαν τρόπο να οργανώσουν αντιστασιακές δράσεις.

Ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, όλοι οι πρωταγωνιστές της πολιτιστικής αλλά και ιδιότυπης αυτής έξαρσης τής Κατοχής συμφωνούν πως επρόκειτο για μία ενστικτώδη άμυνα στη βία,  στην πείνα, στην ταπείνωση και στον εξευτελισμό. Η καθημερινή γεύση τού θανάτου και ο κίνδυνος της απανθρωπιάς στον οποίον οδηγείται συχνά ο πεινασμένος και ο εξαθλιωμένος ενεργοποίησαν τα ανακλαστικά για τη δημιουργία ενός μετώπου πολιτισμού, πνευματικότητας και χαμόγελου.

Η δυναμική αυτού του κατοχικού πνευματικού κινήματος συνεχίστηκε και κατά τις επόμενες ταραγμένες δεκαετίες της Ελληνικής κοινωνίας πού, παρά τις πολιτικές οξύτητες, κράτησε ψηλά την ελπίδα πώς η τέχνη και η πνευματικότητα θα αποτελούν πάντα ένα καταφύγιο τής ανθρώπινης ψυχής, όταν το θηρίο πού φωλιάζει σε μία γωνιά της ανθρώπινης φύσης βρει τον τρόπο να βγει στο φως και να σκορπίσει την φρίκη και την απανθρωπιά.