Κυριακή των Μυροφόρων

4 Μαΐου 2020

Ο Κύριος, λίγο πριν το Πάθος, υποσχέθηκε στους μαθητές Του και μέσω αυτών σε όσους Τον αγάπησαν, την αναφαίρετη χαρά της Αναστάσεως· «πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία, και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών»[1]. Ενώ βάδιζε προς το απερινόητο Πάθος, τους χλευασμούς και την άκρα ταπείνωση, υποσχέθηκε ότι η χαρά της Αναστάσεως μπορεί να γίνει μόνιμη στις ψυχές όσων ανήκουν σε Αυτόν. Τη χαρά αυτή της Αναστάσεως, που έφλεγε τις καρδιές των Αποστόλων τις σαράντα ημέρες πριν την Ανάληψη, όταν ο Κύριος «ην οπτανόμενος αυτοίς»[2], θα τη μεταδίδει έως συντελείας του αιώνος στους πιστούς που Τον ακολουθούν αίροντες τον σταυρό τους.

Ο λόγος του Κυρίου, «πάλιν όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία», έχει παράδοξο χαρακτήρα. Ο ψυχικός άνθρωπος, που χαίρεται με τη φυσική παρουσία του αγαπώμενου, θα ανέμενε να ακούσει: «Πάλι θα με δείτε και θα χαρεί η καρδιά σας». Ο Χριστός θέτει τα πάντα επί άλλης βάσεως, λέγοντας, «πάλιν όψομαι υμάς». Σημασία δεν έχει αν ο άνθρωπος βλέπει τον Κύριο η όχι, αλλά αν ο Κύριος επιβλέπει σε αυτόν «ιλέω όμματί Του». Ο φυσικός ήλιος, το μάτι του ορατού κόσμου, λάμπει ακατάπαυστα και ζωοποιεί την κτίση. Είτε ο άνθρωπος αντικρίζει το φως του είτε όχι, δέχεται τις ευεργετικές επιδράσεις του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον άδυτο Ήλιο της Δικαιοσύνης, το ανέσπερο Φως, τον Παντοκράτορα Ιησού. Οι πληγές του Πάθους και της θυσίας Του αποβαίνουν πηγές αενάου Φωτός. Οι οφθαλμοί Του εκχέουν Φως, που φωτίζει όλο τον πνευματικό κόσμο.

Στην παρούσα ζωή, ακόμη και όταν τα μάτια της ψυχής αδυνατούν να ατενίσουν τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, οι ακτίνες του Φωτός Του φθάνουν ευεργετικά στον πιστό. Είτε ο άνθρωπος περισκέπεται από τη νεφέλη της πίστεως είτε βρίσκεται υπό τη σκιά της ελπίδας, η ενέργεια του ανεσπέρου Φωτός της Αναστάσεως επιδρά πάνω του, φθάνει να ελκύσει τον Κύριο να επιβλέψει σε αυτόν, όχι απλώς ως ο Παντεπόπτης Θεός που ενορά τη δημιουργία Του, αλλά με τον ιδιαίτερο, αγαπητικό τρόπο που επέβλεψε στους ταραγμένους μαθητές Του και στις περίλυπες Μυροφόρες. Οι λόγοι Του επαγγέλλονται κάτι παραπάνω από το δημιουργικό Του βλέμμα. Επαγγέλλονται τη σωτηριώδη και φωτιστική επίβλεψη, που φλέγει τις καρδιές και φωτίζει τον νού, και που ως εκ τούτου, επιφέρει χαρά αναφαίρετη. Τα φυσικά μάτια, αν δεν έχει ενισχυθεί η ανθρώπινη φύση από το Πνεύμα το Άγιο, αδυνατούν να αντικρίσουν το Φως του νοητού Ηλίου, όπως φαίνεται στην περίπτωση των τριών προκρίτων Αποστόλων που έπεσαν πρηνείς κατά γης στο Θαβώρ, η στην περίπτωση του αποστόλου Παύλου, που όταν «περιήστραψεν αυτόν φως από του ουρανού» στην οδό προς Δαμασκό τυφλώθηκε «προς καιρόν»[3].

Η δωρεά της Πεντηκοστής είναι αυτή που ενισχύει την ανθρώπινη φύση, ώστε να καταστεί ικανή να προσομιλήσει στον Κύριο πρόσωπο προς Πρόσωπο, χωρίς να διαλυθεί η υπόστασή  της. Ο Θεός κανένα δεν αποκλείει. Αντιθέτως πάντα αναζητά την καρδιά του ανθρώπου. Ωστόσο, θέτει όρους, για να επιβλέψει στον άνθρωπο με τον τρυφερό τρόπο που επέβλεψε στις Μυροφόρες.  Στον προφήτη Ησαία λέει: «Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ η επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου»[4]. Η προϋπόθεση επομένως, για να αξιωθεί ο πιστός να κατευθύνει προς αυτόν ο Κύριος το γαλήνιο βλέμμα Του και να του μεταδώσει την ειρήνη Του και την αναφαίρετη αγαλλίαση της Αναστάσεως, είναι να μάθει από το υπόδειγμά Του πραότητα και ταπείνωση, να τρέμει, να φοβάται και να αγαπά τον λόγο Του.

Πράος και ταπεινός είναι ο άνθρωπος που είτε ζει είτε πεθαίνει, μένει εδραιωμένος στην πίστη ότι ανήκει στον Θεό και αυτό που φοβάται είναι να μην παρεκκλίνει από τα προστάγματά Του. Ακολουθώντας στα αχνάρια Αυτού που είπε, «μάθετε απ’ εμού, ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία»[5], έχει ήδη νικήσει τον θάνατο μέσα του. Σε αυτόν επιβλέπει ο Κύριος μέρα και νύχτα και το Φως της Αναστάσεως μένει αμάραντο και ολοένα ανακαινούμενο στην καρδιά του.

Η Εκκλησία πάντοτε, αλλά ειδικότερα σε περιόδους πνευματικής εντάσεως και αναζωπυρώσεως, όπως είναι το Πεντηκοστάριο, παρέχει πλουσιοπάροχα στα μέλη της τον λόγο του Κυρίου, για να τα εκπαιδεύσει να μην καταισχύνουν την αναστάσιμη χαρά και να μην αποδιώξουν την πνοή του Παρακλήτου, αν τρέμοντας εντρυφήσουν σε αυτόν.

Σε κάθε πρόταση του Ευαγγελίου εναποκρύβεται το βαθύ μυστήριο της θείας ζωής. Έχοντας διδάξει, από το κατά Πρόνοια Θεού ολίσθημα του Θωμά, το μυστήριο της ταπεινής πίστεως, που δεν σαλεύεται ούτε από ζωή ούτε από θάνατο, η Εκκλησία κατά τη σημερινή Κυριακή των Μυροφόρων προβάλλει το μυστήριο του πόθου και της αγάπης.

Οι Μυροφόρες μετά την ταφή του αγαπημένου Διδασκάλου «ητοίμασαν αρώματα και μύρα», και, τηρώντας την καθιερωμένη αργία, «το σάββατον ησύχασαν κατά την εντολήν»[6]. Πυρ αδημονίας, πόθου και αγάπης τις έφλεγε, και αυτό τους έδωσε την τόλμη να αψηφήσουν τα ανυπέρβλητα εμπόδια, όπως τον σφόδρα μέγα λίθο που κάλυπτε το μνημείο, τους στρατιώτες, την απειλή του θανάτου και «λίαν πρωί έδραμον» να αποτίσουν τιμές στον Κύριο.

Στο Άσμα Ασμάτων το Όνομα του Κυρίου ονομάζεται το «μύρον το ακένωτον»[7]. Οι Μυροφόρες θέλησαν να ράνουν με μύρα Εκείνον, που μυρώνει όλη την κτίση, που περιποιείται ακατάπαυστα τον κόσμο με τη δημιουργική και προνοητική Του ενέργεια, σύμφωνα με τον λόγο Του: «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι»[8]. Από τότε που «ο Λόγος σαρξ εγένετο»[9], που έπαθε, πέθανε και αναστήθηκε, η θεία φύση στο Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού έχρισε την ανθρώπινη· έκχυσε και της μετέδωσε χάρη, δύναμη, αγιασμό. Με τα πολύτιμα αυτά αρώματα ο Κύριος χρίει τους δικούς Του ανά τους αιώνες, όσους φέρουν πράο, ταπεινό και ησύχιο ήθος και σε αυτούς επαναπαύεται το Πνεύμα Του, «το της δόξης Πνεύμα»[10].

Για να προσεγγίσει ο άνθρωπος τον Κύριο και να Τον γνωρίσει «εγηγερμένον εκ νεκρών», δεν φθάνει η πίστη, αλλά, όπως υποδεικνύει το παράδειγμα των Μυροφόρων, χρειάζεται και αγάπη γι’ Αυτόν που πιστεύει, αγάπη που κάνει τον άνθρωπο ως παράφρονα να μην λογαριάζει τίποτε πρόσκαιρο και φθαρτό. Παραδομένος στο ρεύμα της θείας αγάπης, «κοιτάζει τον κόσμο και δεν τον επιθυμεί και δεν τον βλέπει»[11]. Ποθεί μόνο να είναι ευάρεστος στον Κύριο και να ενωθεί με το Πνεύμα Του.

Με την Ανάσταση δόθηκε η απαρχή του χαρίσματος της Πεντηκοστής, όταν ο εμφανισθείς στους μαθητές Κύριος ενεφύσησε στα πρόσωπά τους και είπε, «λάβετε Πνεύμα Άγιον». Εκείνη τη στιγμή οι μαθητές αντίκριζαν την αυγή του νοητού Ηλίου, του οποίου το Φως αυξάνει ώσπου να καταυγάσει μεσημβρινή ημέρα με την επιδημία του Παρακλήτου.

Με τέτοιου είδους νοήματα, το Φως και η χάρη του Σταυρού και της Αναστάσεως μπορούν να παραμείνουν όχι μόνο αμείωτα στην καρδιά, αλλά και να αυξάνουν, όσο πλησιάζει το όμορφο και δοξασμένο μυστήριο της Πεντηκοστής, όταν η δροσίζουσα φλόγα του Παρακλήτου θα φωτίσει την ψυχή να αναγνωρίσει τον Σωτήρα και Νυμφίο Χριστό και θα σμιλεύσει στην καρδιά τη μορφή Του. Τότε ο πιστός θα γίνει «διδακτός Θεού»[12], διότι θα αρκεί να σκύψει το βλέμμα του στο μέρος της τετρωμένης από την αγάπη καρδιάς, όπου το Είδος του άμωμου και άσπιλου Αμνού του δίνει το υπόδειγμα και του φανερώνει το ψεύδος του. Όταν η αχλύς αλλότριων λογισμών θολώνει τη μορφή του Κυρίου και ο σάλος των βιοτικών μελημάτων καλύπτει την πραεία φωνή Του, ο άνθρωπος γνωρίζει ότι πρέπει να προσφέρει μετάνοια, για να μην απωλέσει τον θησαυρό που κρύβεται στα στέρνα του.

Την περίοδο που ακολουθεί, έχοντας γευθεί θάνατο, έχοντας δεί τον τύπο της Αναστάσεως, και έχοντας αγγίξει το κράσπεδο ατελεύτητης ζωής, δίψα έως θανάτου κυριεύει τον άνθρωπο για τα νάματα της ευσεβείας, τα ύδατα που επιφέρουν δροσιά απερίγραπτη, σύμφωνα με την υπόσχεσή Του, «ο πιστεύων εις εμέ, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος»[13]. Οι καταρράκτες δροσερού και ζωοποιού ύδατος εικονίζουν την αναψυχή και την αγαλλίαση, που παρέχει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του ανθρώπου, ώστε «και τα οστά αυτού ως βοτάνη ανατελεί»[14].

Παραπομπές: 

[1]. Ιωάν. 16,22.
[2]. Βλ. Πραξ. 1,3.
[3]. Βλ. Πραξ. 9,1-18.
[4]. Ησ. 66,2.
[5]. Ματθ. 11,29.
[6]. Λουκ. 23,55.
[7]. Βλ. Άσμα 1,3.
[8]. Ιωάν. 5,17.
[9]. Ιωάν. 1,14.
[10]. Α’ Πετρ. 4,14.
[11]. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 594.
[12]. Ιωάν. 6,45.
[13]. Ιωάν. 7,38.
[14]. Ησ. 66,14.