Η Λαυρεντιανή Μονή στη Δράμα έχει μία ιδιαίτερη και ξεχωριστή ιστορία. Είναι ένα λατρευτικό οικοδόμημα το οποίο αν και αντικατέστησε παλαιότερο ναΐδριο διατηρεί με απόφαση του Σεβ. Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Παύλου την ονομασία του ως Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος – Νέα Σουμελά.
Η ιστορική ιδιαιτερότητα είναι ότι το αρχικό ναϊδριο ήταν η πρώτη προσπάθεια αναβίωσης της Παναγίας Σουμελά του Πόντου στη δεκαετία του 1930, κάτι που μαρτυρείται από το ότι τοποθετήθηκε σε αυτό αντίγραφο της ιεράς εικόνας της Παναγίας Σουμελά (εποχή που η πρωτότυπη εικόνα βρισκόταν ακόμα θαμμένη από τους μοναχούς της, μαζί με άλλα κειμήλια στον Πόντο) ενώ παράλληλα δύο από τους πατέρες της Μονής του Πόντου (ο Πολύκαρπος και ο ηγούμενος Άνθιμος) έζησαν και πέθαναν εδώ.



Τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία οδήγησαν στην απόφαση πως το καθολικό της νέας Μονής θα έπρεπε να παραπέμπει στην παλαιά Μονή του Πόντου ενώ ιδιαίτερα το τέμπλο του παρεκκλησίου, που είναι αφιερωμένο στην Παναγία Σουμελά θα πρέπει να προσoμοιάζει με το παλαιό.
Βάσει αυτής της φιλοσοφίας άρχισε έρευνα και μελέτη για την συλλογή στοιχείων, που θα βοηθούσαν στην δημιουργία και φιλοτέχνηση του νέου τέμπλου.
Αναζητήθηκαν παλαιές περιγραφές της Μονής, ταξιδιωτικά κείμενα και γκραβούρες των μέσων του 19ου αιώνα καθώς και φωτογραφίες εποχής πριν από την καταστροφή του μοναστηριού, όλα στοιχεία σημαντικά, τελικά όμως όχι επαρκή μια και δυστυχώς δεν υπήρχε κάτι από το εσωτερικό του καθολικού πέραν μιας φωτογραφίας από προσκυνητάρι Ρωσικής τεχνοτροπίας που έφερε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά κάτι όμως που τελικά, απ’ ότι φαίνεται, δεν χαρακτήριζε το σύνολο των ξυλογλύπτων κατασκευών στο καθολικό.

Ένα επιπλέον σημαντικό στοιχείο ήταν πως γνωρίζαμε ότι μετά την καταστροφή και σύληση της Παναγίας Σουμελά και άλλων Μονών και Ναών του Πόντου πολλά αντικείμενα – όπως εικόνες και τμήματα τέμπλων – είχαν μεταφερθεί από αρχαιοκάπηλους και πωλήθηκαν σε παλαιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης.
Ανάμεσα σε αυτά, το βημόθυρο του τέμπλου που βρισκόταν σε παλαιοπωλείο της Κλειστής Αγοράς αγοράστηκε αρχικά από αγγλικανό πάστορα και κατέληξε μετά από χρόνια στο Ashmolean Museum της Οξφόρδης (κάτι που πιστοποιείται και από την αναζήτηση στα εκθέματα του Μουσείου).
Η φωτογραφία αυτού του βημοθύρου (δημοσιευμένη σε βιβλία που αφορούν την Μονή της Παναγίας Σουμελά του Πόντου) ήταν και το πρώτο απτό σημαντικό στοιχείο και βασική έμπνευση για την καλλιτεχνική μελέτη του νέου τέμπλου.

Λόγω της ιδιαίτερης μορφής του, και προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε καλλιτεχνικούς επηρεασμούς (σε συνδυασμό με την μορφή του προσκυνηταριού που ήταν ρωσικής τεχνοτροπίας) έγινε έρευνα σε ρωσικά αρχεία και καλλιτεχνικές τάσεις καθώς και σχετική συνεργασία με Ρώσους ακαδημαϊκούς και μαϊστορες της τέχνης (υπήρξε προβληματισμός ότι η γενική μορφή θυμίζει παλαιά Ρωσικά τέμπλα από το Novogord). Το τελικό συμπέρασμα ήταν ότι το βημόθυρο, άρα και το υπόλοιπο τέμπλο, είναι καθαρά ελληνικής τεχνοτροπίας και δεν προέρχεται – όπως το προσκυνητάρι – από την Ορθόδοξη Ρωσία.

Η παράλληλη έρευνα σε αρχεία και μαρτυρίες μελετητών και περιηγητών του 19ου αιώνα μας έδιναν επίσης μία γενική εικόνα για την μορφή των μοναστηριών στον Πόντο μέσα από γκραβούρες, αποτυπώσεις και περιγραφές, βοηθώντας μας να κατανοήσουμε το ιστορικό πλαίσιο και τις γενικότερες καλλιτεχνικές τάσεις.

Έτσι, βάση αυτών των στοιχείων αποφασίστηκε να ακολουθηθεί γενικά η καλλιτεχνική παράδοση του 17ου – 18ου αιώνα, με τα ρηχά σκαλιστικά μοτίβα και βασικό μοτίβο την άμπελο (που κυριαρχεί στο βημόθυρο) παράλληλα με μοτίβα που προέκυψαν από την μελέτη αντίστοιχων τέμπλων της εποχής τόσο από την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας όσο και από τον Ελλαδικό χώρο και το Άγιο Όρος, που πάντα αποτελούσε και αποτελεί σημείο καλλιτεχνικής αναφοράς και έμπνευσης.
Αξίζει να σημειωθεί το πόσο εντυπωσιακό ήταν ότι εύκολα αναγνωρίσαμε πολλά όμοια σκαλιστικά μοτίβα σε διαφορετικά έργα κατασκευασμένα σε περιοχές πολύ απομακρυσμένες η μία από την άλλη, γεγονός που πιστοποιεί την κοινή Ορθόδοξη καλλιτεχνική παράδοση.
Χρησιμοποιώντας τα παλαιά αυτά στοιχεία και προσθέτοντας νέα που ακολουθούν την ίδια τεχνοτροπία ή τονίζουν την σχέση με τον Πόντο και την Παναγία Σουμελά, καταλήξαμε στο νέο σχέδιο, έχοντας ως βασικό στόχο την δημιουργία ενός έργου βασισμένου στην παράδοση με νέα όμως σύγχρονη καλλιτεχνική και ιστορική «πνοή».
Πιο συγκεκριμένα:
-Το παλαιό βημόθυρο, ως το μοναδικό γνωστό σωζόμενο μέρος από το παλαιό τέμπλο, αντιγράφηκε στην βασική του μορφή (εκτός από μία κατασκευαστική ιδιομορφία στο κάτω μέρος που θεωρήθηκε δυσλειτουργική και ασύνδετη με το όλο νέο σύνολο). Πάνω στην σκαλιστική του μορφολογία, με την άμπελο ως βασικό διακοσμητικό μοτίβο, βασίστηκε και η γενικότερη διακόσμηση του νέου τέμπλου.
-Για τα θωράκια επιλέχθηκαν στοιχεία από ιδίας εποχής και καλλιτεχνικού χαρακτήρα έργα σε διάτρητη μορφή, κάτι που δίνει πιο ανάλαφρη οπτική στην όλη κατασκευή (χαρακτηριστικό παράδειγμα το προσκυνητάρι τετράγωνης διατομής από το Πρωτάτο, έργο του 17ου αιώνα).


-Αντίστοιχα για το διάζωμα της αμπέλου επιλέχθηκαν μοτίβα επίσης σε διάτρητο σκάλισμα από τέμπλο του Νεοχωρίου Κων-πολης, χαρακτηριστικό τοπικό δείγμα εργασίας που ταιριάζει στο γενικότερο σκαλιστικό ύφος και παραπέμπει παράλληλα στο κέντρο της Ορθοδοξίας.


-Στις προεκτάσεις των κολώνων φιλοτεχνήθηκαν αετοί, τόσο ως χαρακτηριστικό στοιχείο αντίστοιχης εποχής τέμπλων όσο και ως επιπλέον συμβολισμός (ο μονοκέφαλος αετός είναι το σύμβολο του Πόντου).
Για τον περαιτέρω καλλιτεχνικό και συμβολικό εμπλουτισμό του τέμπλου, και για να τονισθεί η συσχέτιση με την παλαιά Μονή, αντλήθηκαν διακοσμητικά στοιχεία από την μεταλλική επικάλυψη- «πουκάμισο» της εικόνας της Παναγίας Σουμελά. Έτσι αντιγράφηκαν πανομοιότυπα οι μορφές των Προφητών που φιλοτεχνήθηκαν στα θωράκια πάνω από κάθε εικόνα, καθώς και οι Άγγελοι που κρατούν κορώνα στο υπέρθυρο της Ωραίας Πύλης.




Κατά την διάρκεια της κατασκευής ένα πολύ σημαντικό γεγονός βοήθησε στην καλύτερη κατανόηση και εμπλουτισμό των γνώσεών μας: στα πλαίσια της διαρκούς έρευνας και βασιζόμενοι σε βιβλιογραφικές πηγές, ανεβρέθησαν και αποτυπώθηκαν φωτογραφικά διάφορα έπιπλα – προθήκες, ερμάρια, ανάκλιντρα – κατασκευασμένα από σπαράγματα τέμπλων που είχαν κλαπεί από τις Μονές και εκκλησιές του Πόντου (και είχαν πωληθεί όπως και το βημόθυρο στα παλαιοπωλεία της Κων-πολης).
Παρ΄ όλο που δεν είναι εφικτό να πιστοποιηθεί αρχικά τουλάχιστον από ποιους ακριβώς Ναούς και Μονές προέρχονται, μπορούμε να αποκομίσουμε από αυτά σημαντικά στοιχεία για την γενικότερη τεχνοτροπία που επικρατούσε στην περιοχή, και παράλληλα να αναγνωρίσουμε ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο τεχνικής και καλλιτεχνικής ποιότητας (όμορφα σχέδια, λεπτές σκαλιστικές λεπτομέρειες, επιχρύσωση, κ.α.).


Ευχής έργο θα ήταν να είχαν βρεθεί νωρίτερα αυτά τα έπιπλα για την καλύτερη κατανόηση του έργου και πιθανή χρήση καλλιτεχνικών μοτίβων. Παρ΄ όλα αυτά, ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε το ότι όχι μόνο αναγνωρίσαμε σε αυτά την καλλιτεχνική εποχή που είχαμε ήδη αποφασίσει να ακολουθήσουμε, αλλά και ότι είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί, σε μικρή έστω κλίμακα, ομοειδή σκαλιστικά μοτίβα.

Παράλληλα, προλάβαμε πριν την ολοκλήρωση της κατασκευής να προσθέσουμε μοτίβα και στοιχεία που θεωρήσαμε ότι είναι μοναδικά και δίνουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην όλη σύνθεση. Έτσι, στο τελείωμα του δωδεκαόρτου προστέθηκε διάζωμα με αγγελικές μορφές (μοτίβο από τα παραπάνω έπιπλα), σπάνια καλλιτεχνική συνήθεια απ΄ όσο γνωρίζουμε με αυτήν την μορφή.


Τέλος, βασιζόμενοι στο παλαιό βημόθυρο, αποφασίστηκε να γίνει και η επιχρύσωση του τέμπλου, ολοκληρώνοντας έτσι την καλλιτεχνική παραπομπή σε αυτό που κοσμούσε το καθολικό της Ιεράς Μονής Παναγίας Σουμελά του Πόντου.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η δημιουργία ενός νέου έργου που κοσμεί τους Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς θα πρέπει όχι μόνο να εξυπηρετεί τις λατρευτικές ανάγκες βοηθώντας και εμπνέοντας τους πιστούς για την προσευχή αλλά και να έχει παράλληλα έναν ιστορικό-καλλιτεχνικό χαρακτήρα.
Το καθήκον μας στο συγκεκριμένο έργο ήταν ακόμα μεγαλύτερο μια και θέλαμε να αναβιώσουμε στοιχεία μιάς παράδοσης κατεστραμμένης και θεωρητικά χαμένης.
Στόχος μας δεν ήταν η μουσειακή αντιγραφή μια και πιστεύουμε ότι κάθε έργο πρέπει να είναι μοναδικό και να χαρακτηρίζει την δική του εποχή.
Με το έργο μας επιδιώξαμε πρώτα να γνωρίσουμε την εκκλησιαστική καλλιτεχνική παράδοση του Πόντου και διατηρώντας τον βασικό της χαρακτήρα με τον «δανεισμό» μοτίβων και καλλιτεχνικών στοιχείων, να δημιουργήσουμε στη συνέχεια ένα νέας πνοής έργο, σωστά σχεδιασμένο και ποιοτικά φιλοτεχνημένο, τέτοιο που να αποτελεί άξια συνέχιση αυτής της παράδοσης και ιστορικό τεκμήριο της εποχής του.