Οι Άγιοι Απόστολοι και η ουρανόδρομη πορεία τους

1 Ιουλίου 2020

Η ιεραποστολική δράση των αποστόλων σύμφωνα με τις ματρυρίες των Πράξεων.

Οι άγιοι απόστολοι μετά τον Κύριο υπήρξαν οι θεμελιωτές της Ιεραποστολής, τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία έδωσαν την πρώτη μεγάλη ώθηση στην εξάπλωση της χριστιανικής πίστης. Αν η Πεντηκοστή θεωρείται η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας, διότι αποτελεί την αφετηρία στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, τότε δεν θα ήταν άστοχο αν λέγαμε, ότι η Πεντηκοστή είναι εξ ίσου γενέθλια ημέρα και για την Ιεραποστολή, αφού από τότε ουσιαστικά ξεκίνησε το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στους αποστόλους ήταν απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, διότι αυτή ήταν πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα. Το Πνεύμα το άγιο επέφερε μία ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση μέσα στις ψυχές τους, όπως τούτο φαίνεται μέσα από τα βιβλικά κείμενα. Έγινε σ’ αυτούς πηγή δυνάμεως, θάρρους, ανδρείου φρονήματος και αυταπάρνησης μοναδικής, που έφθανε μέχρι θανάτου. Οι πρώην δειλιώντες μαθητές «δια τον φόβον των Ιουδαίων» κηρύττουν τώρα με δύναμη και ανδρεία τον Χριστό. Από την ημέρα αυτή οι απόστολοι είναι πλέον όργανα του αγίου Πνεύματος. Δεν μιλούν αυτοί αλλά το Πνεύμα δι’ αυτών. Γι’ αυτό και ο λόγος τους είναι γεμάτος από θεία σοφία και Χάρη, ενεργός και δραστικός, ικανός να επιφέρει θαυμαστά αποτελέσματα, να ελκύει τις ψυχές στην πίστη στο Χριστό και να οδηγεί στη σωτηρία.

Έτσι το πρώτο κήρυγμα του Πέτρου κατά την Πεντηκοστή έγινε αφορμή να πιστέψουν στο Χριστό τρεις χιλιάδες ψυχές, οι οποίες θα αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα της Εκκλησίας. Το κήρυγμα των αποστόλων συνόδευε παράλληλα πλήθος θαυματουργικών θεραπειών, που προσέδιδαν αυθεντικότητα, κύρος και πειστικότητα στο λόγο τους. Ο Λουκάς σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «δια των χειρών των αποστόλων εγένοντο σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά, μάλλον δε προσετίθεντο πιστεύοντες τω Κυρίω πλήθη ανδρών τε και γυναικών, ώστε κατά τας πλατείας εκφέρειν τους ασθενείς και τιθέναι επί κλινών και κραβάτων, ίνα ερχομένου Πέτρου καν η σκια επισκιάσει τινί  αυτών» (Πραξ. 5,12,14,15). Στις πρώτες σελίδες των Πράξεων ο Λουκάς μας παραθέτει κυρίως το ιεραποστολικό και ποιμαντικό έργο των δύο κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Ιωάννου στην πόλη των Ιεροσολύμων, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι οι άλλοι απόστολοι παρέμειναν αδρανείς. Παράλληλα μας παρουσιάζει την ιεραποστολική δραστηριότητα και άλλων προσώπων, όπως του πρωτομάρτυρα Στεφάνου και του Φιλίππου, που ανήκαν στον κύκλο των επτά διακόνων. Ο τελευταίος μάλιστα επεκτείνεται και έξω της Ιερουσαλήμ στη Σαμάρεια, όπου με το κήρυγμα και τα θαύματά του οδηγεί στο βάπτισμα πλήθος ψυχών, μεταξύ των οποίων και τον ευνούχο της Κανδάκης. Προϊόντος του χρόνου και με ταχύτατο ρυθμό η χριστιανική πίστη εξαπλώνεται και πέραν της Παλαιστίνης με πρώτο σταθμό την Αντιόχεια της Συρίας, σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της εποχής εκείνης, ενώ παράλληλα εμφανίζονται δύο μεγάλες προσωπικότητες στο προσκήνιο των εκκλησιαστικών γεγονότων, ο Παύλος και ο Βαρνάβας. Χάρις στο διδακτικό και ποιμαντικό έργο των δύο αυτών αποστόλων στην πόλη αυτή, η Εκκλησία της Αντιοχείας, αυξάνεται, εδραιώνεται και εξελίσσεται στο δεύτερο μεγάλο ιεραποστολικό κέντρο μετά τα Ιεροσόλυμα, για να αποτελέσει αργότερα το ορμητήριο και την αφετηρία του Παύλου στις αποστολικές του περιοδείες.

Ωστόσο το έργο των αποστόλων δεν προχώρησε χωρίς αντιδράσεις και προσκόμματα. Αντίθετα μάλιστα από τις πρώτες ημέρες της δημόσιας δράσης τους συνάντησαν τη σθεναρή και πεισματώδη αντίδραση της θρησκευτικής ηγεσίας του Ιουδαϊσμού, η οποία προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανακόψει το έργο τους και να σβήσει τη νεοσύστατη Εκκλησία στη γένεσή της. Έτσι, όπως σημειώνει ο Λουκάς, οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης δύο φορές συλλαμβάνονται και οδηγούνται ενώπιον του ιουδαϊκού Συνεδρίου προκειμένου να απολογηθούν. Και τη μεν πρώτη φορά δέχονται απειλές και τελικά απολύονται, τη δε δεύτερη φυλακίζονται από τους αρχιερείς, με θαυμαστό τρόπο όμως απελευθερώνονται, εν τέλει δε ξυλοκοπούνται με απειλές και απολύονται. Μετά το λιθοβολισμό του Στεφάνου ξεσπά ο πρώτος μεγάλος διωγμός κατά της Εκκλησίας και πολλοί χριστιανοί αναγκάζονται να φύγουν από τα Ιεροσόλυμα στις γύρω πόλεις. Όπως σημειώνει ο Λουκάς «διεσπάρησαν κατά τας χώρας της Ιουδαίας και Σαμάρειας πλην των αποστόλων». Παράλληλα ο Σαύλος πριν από τη μέταστροφή του, γεμάτος φανατισμό κατά των χριστιανών «εμπνέων απειλής και φόνου», με φονικές δηλαδή διαθέσεις κατά των χριστιανών, προσπαθεί να δημιουργήσει φθορά στην Εκκλησία, συλλαμβάνει πολλούς χριστιανούς και τους οδηγεί στη φυλακή. Δεν περιορίζεται μόνο μέσα στην Ιερουσαλήμ, αλλά επεκτείνεται και εκτός αυτής μέχρι τη Δαμασκό. Και ενώ βαδίζει προς αυτή με σκοπό να συλλάβει και άλλους Χριστιανούς αποκαλύπτεται σ’ αυτόν ο Χριστός μέσα σε θείο φως. Έτσι μεταστρέφεται με θαυμαστό τρόπο ο πρώην διώκτης και γίνεται τώρα ο θερμός  απόστολος του Χριστού. Στο διωγμό, που εξαπέλυσαν οι αρχιερείς και το συνέδριο των Ιουδαίων, έρχεται στη συνέχεια να συνεργήσει και ο βασιλεύς Ηρώδης Αγρίππας, ο οποίος συλλαμβάνει και θανατώνει τον Ιάκωβο, αδελφό του Ιωάννου, τον δε Πέτρο συλλαμβάνει και φυλακίζει με σκοπό να φονεύσει αργότερα. Ο Θεός όμως απελευθερώνει αυτόν και πάλι, δια χειρός αγγέλου. Έτσι ο απόστολος Ιάκωβος μαζί με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο θα αποτελέσουν τους πρώτους μάρτυρες της Εκκλησίας. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, ότι κατά ένα παράδοξο και θαυμαστό τρόπο, όσο μαίνεται και σκληρύνεται κλιμακωτά ο διωγμός των Ιουδαίων, τόσο περισσότερο αυξάνεται και εξαπλώνεται η Εκκλησία σε πείσμα των διωκτών της, έτσι ώστε ο Λουκάς να λέγει ότι «ο λόγος του Θεού ηύξανε και επληθύνετο»  (Πραξ.12,24).

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ