Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η επίδρασή της στην μελοποίηση των ύμνων προς την Υπεραγία Θεοτόκο

15 Αυγούστου 2020

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη θεομητορική εορτή τής Κοιμήσεως της Θεοτόκου και οι ωραίες και ιδιαίτερα συγκινητικές ακολουθίες του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα προς την Θεοτόκο συνθέτουν την όλη πνευματική και κατανυκτική ατμόσφαιρα του Δεκαπενταύγουστου. Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Θεοτόκου είναι η εορτή χαρμόσυνη και πανήγυρις παγκόσμιος.

Η παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά πάσα πιθανότητα, δημιουργήθηκε στα Ιεροσόλυμα και στηρίζεται στο συναξάριο της εορτής. Η Παναγία παριστάνεται νεκρή, ξαπλωμένη επάνω σε νεκροκρέβατο και περιβάλλεται από τους αποστόλους και τους ιεράρχες Ιάκωβο, Διονύσιο και Ιερόθεο. Στο κέντρο του ομίλου εικονίζεται ο Χριστός μέσα σε δόξα, δορυφορούμενος από αγγέλους. Ο Κύριος κρατάει μικρό ομοίωμα της Παρθένου που συμβολίζει την ψυχή της. Η παρουσία του Χριστού και των αγγέλων προσθέτει στο συγκεκριμένο γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το υπερφυσικό στοιχείο αυτό που κυρίως και προπάντων τονίζει την θρησκευτικότητα και το βαθύτερο θεολογικό νόημα της εικόνας. Η παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι μία πιστή εικονογράφηση του ωραίου και δημοφιλέστατου τροπαρίου:

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατε μου το σώμα, και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».

Οι υμνογράφοι – μελοποιοί της εποχής εκείνης από τον πλούτο μελοποιίας τις ελληνικής – βυζαντινής μουσικής επέλεξαν ηγεμονικό και επιβλητικό ήχο (πλάγιος του τετάρτου εκ του Γα) για να αποδώσει ο ήχος το νόημα αυτού του πράγματι δημοφιλέστατου τροπάριου.

Σε ορισμένες εικόνες της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, οι αγιογράφοι εμπνέονται από το περίφημο οκταηχο δοξαστικο του εσπερινού της εορτής:

«Θεαρχίω νεύματι, πάντοθεν οι θεοφόροι Απόστολοι, υπό νεφών μεταρσίως αιρόμενοι. Καταλαβόντες το πανάχραντον, και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο. Αι δε υπέρτατοι των ουρανών Δυνάμεις, συν τω οικείω Δεσπότη παραγενόμεναι. Το θεοδόχον και ακραιφνέστατον σώμα προπέμπουσι, τω δέει
κρατούμεναι, υπερκοσμίως δε προώχοντο, και αοράτως εβόων, ταίς ανωτέραις ταξιαρχίαις• ιδού η παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν».

Και εδώ πάλι έρχεται η ελληνική – βυζαντινή μουσική με την αφθονία των μελών που προκύπτουν από τη μίξη διατονικού – χρωματικού και εναρμονίου γένους και με διάφορους παραχορδάς να αποδώσει μουσικά αυτό το περίφημο οκτάηχο δοξαστικό.

Ο χριστιανικός κόσμος απέδωσε στην Παναγία επωνυμίες και επίθετα, που έχουν σχέση με τα θαύματα της ή από τους κτήτορες ιερών ναών και μοναστηριών ή ακόμα και από απλά περιστατικά και γεγονότα της εκκλησιαστικής ζωής και παραδόσεως. Από τις χιλιάδες των επιθέτων αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά μόνον που φανερώνουν την ευλάβεια και την ποιητικότητα του ελληνικού λαού:

Παναγία Αγγελοκτιστη, Αθηνιώτισσα, Αμόλυντος, Αντιφωνητρια, Αξιον Εστίν, Αχειροποίητος, Βλαχερνίτισσα, Γλυκοφιλούσα, Ελεούσα, Εσφαγμένη, Ζωοδόχος Πηγή, Κουκουζέλισσα, Μυροβλίτισσα,  Μυρτιδιώτισσα, Παμμακάριστος, Πορταρίτισσα, Ρόδον το Αμάραντον, Φανερωμένη, Χρυσοκαστριώτισσα…

Στη Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους τιμάται η εικόνα της Παναγίας, επονομαζόμενη «Φοβερά Προστασία». Η επωνυμία προέρχεται από το σχετικό τροπάριο:

«Προστασία φοβερά και ακαταίσχυντε μη παρίδης αγαθή τας ικεσίας ημών πανύμνητε Θεοτόκε».

Με το τροπάριο αυτό υποδηλώνεται κατά πάσα πιθανότητα η άμυνά της Θεοφρούρητης Πόλης με Πατριάρχη τον Σέργιο το 626 μ.Χ., ο οποίος κατόρθωσε να εμπνεύσει πίστη στον πολιορκημένο και δοκιμαζόμενο λαό ώστε με καρτέρια και πρωτοφανή γενναιότητα και με τη βοήθεια της Παναγίας, να καταστρέψει τον πολυάριθμο στόλο των Αβάρων.

Τον καταποντισμό των πλοίων των Αβάρων και αργότερα των Ρώσων,  επί της εποχής του Πατριάρχη Φωτίου, απηχεί η τιμώμενη ακόμη και σήμερα στην Κρήτη, Παναγία η Χιλιαρμενίτισσα.

Οι Πόντιοι, από της εποχής του Ηρακλείου και μέχρι το 1923 τιμούσαν σε ολόκληρο τον μαρτυρικό Πόντο την Παναγία την Χιλιάρμενο.

Ένα από τα μεγαλυνάρια του Μικρού Παρακλητικού Κανόνα αναφέρεται στην εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Η ονομασία αυτή προήλθε από τον Ακάθιστο Υμνο στον οποίο η Θεοτόκος αποκαλείται «Οδηγός Πλανωμένων».

Η παράδοση αναφέρει ότι η αυτοκράτειρα Ευδοκία μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη από τα Ιεροσόλυμα το 440 μ. Χ. την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Προς τιμήν της ανεγέρθη εντός της Κωνσταντινουπόλεως μεγάλη ιερά μονή, ονομασθείσα «Μονή των Οδηγών». Η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας αποτελούσε το ιερότερο κειμήλιο των Κωνσταντινουπολιτών. Ακόμη, εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας αποδιδόταν στο χρωστήρα του Ευαγγελιστού Λουκά, όπως αναφέρει και το σχετικό μεγαλυνάριο:

«Άλαλα τά χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων τήν εικόνα Σου τήν σεπτήν, τήν ιστορηθείσαν υπό τού αποστόλου, Λουκά Ιερωτάτου, τήν Oδηγήτριαν».

Το τροπάριο αυτό ψάλλεται σε αργό ειρμολογικό μέλος, ο απόηχος του οποίου ανακαλεί στη μνήμη μας τους αιώνες της μεγάλης ακμής της ανατολικής χριστιανικής αυτοκρατορίας του ελληνικού έθνους.

Η ορθόδοξη Εκκλησία βλέπει την Παναγία ως την μεσίτρια που ανοίγει την πύλη της ευσπλαχνίας και οδηγεί τους πιστούς στο μυστήριο της θείας λυτρωτικής οικονομίας.

«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» ψάλλει ο ιερός υμνογράφος,  «πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».

Αναφέρεται ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος τα θεωρούσε όλα αυτά  «τραγούδια του Θεού», έλεγε πως «αυτό το τροπάριο είχε τη δύναμη και το προνόμιο να κάνει πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίνε εκείνον τον παλιό καιρό, όταν οι άνθρωποι έκλαιγαν εκούσια εκ συναισθησεως» και μέχρι σήμερα οι πιστοί και ταπεινοί εργάτες της ελληνικής βυζαντινής μουσικής και του αναλογίου με μεγάλη φωνή επικαλούνται τον «γλυκασμό των αγγελων» καταλήγοντας με το «αντιλαβού μου ρύσαι των αιωνίων βασάνων»._