Η ελληνική λαϊκή ζωγραφική

29 Σεπτεμβρίου 2020

Το πιο κοινό στοιχείο της λαϊκής τέχνης όλων των λαών είναι η έκφραση της συλλογικής ζωής και των συλλογικών βιωμάτων. Δεν είναι τυχαίο πως οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ως βασικό χαρακτηριστικό της λαϊκής τέχνης την ανωνυμία. Αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την μετριοφροσύνη ενός καλλιτέχνη δημιουργού που είχε μία μεγαλύτερη ικανότητα να χρησιμοποιήσει τον χρωστήρα ή τα άλλα εργαλεία της κεραμικής, της ραπτικής ή της μεταλλοτεχνίας, όσο με την συνείδηση ότι απλώς καταγράφει αυτό που ήδη ξέρουν όλοι και το έχουν μέσα τους. Ο λαϊκός καλλιτέχνης έχει απόλυτη συνείδηση πως θα κριθεί από την κοινότητα και ουσιαστικά, πριν δημιουργήσει, αισθάνεται την ανάγκη να αφουγκραστεί την ψυχή, τα οράματα, τις πεποιθήσεις αλλά και τους φόβους εκείνων που τελικώς θα τον κρίνουν εν συνόλω. Ακόμη και όταν έχουμε επώνυμη λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία όπως στην περίπτωση του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, είναι σαφές πως δεν υπάρχει ατομική έκφραση  αλλά καταγραφή συλλογικών τάσεων με εμπλοκή του προσωπικού στοιχείου.

Η λαϊκή ζωγραφική ακολουθεί τον ευρύτερο ορισμό της λαϊκής τέχνης, αφορά δηλαδή την περίοδο από το 1700 περίπου μέχρι και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή, παρά την καταλυτική επίδραση των καλλιτεχνικών ρευμάτων της Δυτικής Ευρώπης, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει στον ελληνικό χώρο πρωτότυπη λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία με όλα τα χαρακτηριστικά της λαϊκής τέχνης, κάτι που βεβαίως αφορά και τη ζωγραφική.

Έργο του λαϊκού ζωγράφου Παγώνη. Κατακλυσμός -Αγ. Αθανάσιος Δράκιας-1801

Η λαϊκή ζωγραφική μπορεί να πει κανείς πως αγγίζει το πεδίο της πολυτελείας. Σε άλλους τομείς της λαϊκής τέχνης, η καλλιτεχνική δημιουργία συμβαδίζει με την χρηστικότητα. Π.χ. στη λαϊκή ενδυμασία συνυπάρχει η ανάγκη προστασίας από τις καιρικές συνθήκες με την καλαισθησία και την εκλεπτυσμένη ραφή. Στη ζωγραφική όμως δύσκολα θα μπορέσει κανείς να βρει τη χρηστικότητα με τη στενή της έννοια. Ο λαϊκός ζωγράφος θα κληθεί από τον εύπορο τοπικό άρχοντα για να διακοσμήσει το αρχοντικό του ή από μία ολόκληρη κοινότητα η οποία θα του αναθέσει την αγιογράφηση μιας εκκλησίας ή ενός κοινοτικού κτιρίου,  με συλλογή χρημάτων μεταξύ των συγχωριανών.

Υπάρχει όμως και ένα σημείο στο οποίο η λαϊκή ζωγραφική υπερτερεί: Το τελικό της αποτέλεσμα καταγράφει σε πολύ μεγαλύτερο εύρος την καθημερινή ζωή και προσφέρει στην κοινότητα ένα πολύχρωμο τεκμήριο μνήμης, πολύτιμη κληρονομιά για τις επόμενες γενεές.

Η λαϊκή ζωγραφική δεν αρκείται στην διακοσμητική εικαστική καταγραφή τοπίων. Καταγράφει θρησκευτικές δοξασίες όπως τα έργα του Παγώνη, εκδηλώσεις του κοινοτικού βίου όπως η ζωγραφική του Θεόφιλου, αλλά και ιστορικά τεκμήρια όπως οι ιστορικοί πίνακες του Ζωγράφου. Ιδιαίτερα μάλιστα το έργο του τελευταίου, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αποτυπώσης της ιστορικής αλήθειας μέσα από την ματιά ενός λαϊκού αγωνιστή, του Μακρυγιάννη, η οποία βρέθηκε σε αντιδιαστολή με την επίσημη εκδοχή ιστορικών γεγονότων όπως τα ζωγράφισαν οι Γερμανοί ζωγράφοι στην αίθουσα των τροπαίων των ανακτόρων – της σημερινής Βουλής -.

Αλλά και η ζωγραφική του Θεόφιλου που προαναφέραμε, προσφέρει πολύτιμη μαρτυρία για το πως καταγράφηκαν ιστορικά γεγονότα στη συνείδησή του λαού, αναμεμιγμένα με θρύλους, παραδόσεις και προλήψεις.

έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου.

Ακόμη και τα απλά διακοσμητικά μοτίβα στα αρχοντικά της Καστοριάς, του Πηλίου και αλλού, είναι αποκαλυπτικά για το πώς αποτυπώθηκε η φύση και οι ομορφιές της στην απλή λαϊκή ψυχή. Στα μοτίβα αυτά εύκολα αναγνωρίζεται η αισιόδοξη ματιά του απλού ανθρώπου την ώρα που ατενίζει τους κάμπους και το πέλαγο, πολλές φορές μάλιστα ο σημερινός θεατής συγκινείται, μπροστά στην έκπληξη και τον θαυμασμό του λαϊκού ζωγράφου τη στιγμή που ατενίζει τις φυσικές ομορφιές. Είναι αυτή η παιδικότητα για την οποία πολλές φορές επικρίθηκε ο Θεόφιλος, μέχρι να αναγνωριστεί η αξία του από τους κύκλους του μοντερνισμού, όταν το έργο του έγινε γνωστό στην Ευρώπη.

Ακόμη – ακόμη η λαϊκή ζωγραφική υπάρχει ως αψευδής μάρτυρας της προσφοράς των τελετουργιών και των εθίμων στην ενδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών. Χωρίς αυτήν δεν θα είχαμε εικόνα εθίμων τα οποία συνέδεαν το παρόν των κοινοτήτων με το παρελθόν, δημιουργώντας αυτοσυνειδησία και εθνική ταυτότητα.

Αξιοσημείωτη αλλά και συγκινητική είναι η σύνδεση της λαϊκής ζωγραφικής με τον ορθόδοξο χριστιανικό ναό. Μπορεί λαϊκοί ζωγράφοι να μην είχαν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με όλες τις διαστάσεις της βυζαντινής αγιογραφίας και να σπουδάσουν την υψηλή τεχνική της. Όμως, η απλότητα τους, η πηγαία πίστη τους αλλά και οι στενοί δεσμοί τους με την κοινότητα, η οποία τους υπέβαλε μία λαϊκή θρησκευτικότητα, τους έδωσε θέση στους τοίχους και στα τέμπλα των εκκλησιών σε χωριά και κωμοπόλεις, ενώ φορητές εικόνες, αληθινά αριστουργήματα λαϊκής αγιογραφίας, βρήκαν θέση στα εικονοστάσια των σπιτιών και υπήρξαν μάρτυρες θερμών οικογενειακών προσευχών.

Χωρίς αμφιβολία, η ελληνική παραδοσιακή λαϊκή ζωγραφική έχει την δική της ιδιαίτερη θέση στην μεγάλη κληρονομιά της λαϊκής παράδοσης και θα αποτελεί για πάντα μαρτυρία ενός κόσμου που αναζήτησε στη φιλοπατρία και στην ορθόδοξη πνευματικότητα στήριγμα και ελπίδα.