Ο Παναγιώτης Ζωγράφος και η θέση του στη ελληνική λαϊκή ζωγραφική.

29 Σεπτεμβρίου 2020

Το 1836, ο Μακρυγιάννης καλεί τον Παναγιώτη Ζωγράφο για να εικονογραφήσει τα Αποµνηµονεύµατά του. Το µόνο που ξέρει γι’ αυτόν ο στρατηγός είναι πως ο ζωγράφος υπήρξε αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης. Και αυτά που ξέρουµε εµείς για τον Ζωγράφο περιορίζονται στα στοιχεία που µας δίνει ο ίδιος ο Μακρυγιάννης. Φαίνεται λοιπόν πως ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ένας λαϊκός, αυτοδίδακτος ζωγράφος και αγιογράφος από τη Λακωνία. Μια νεότερη εκδοχή θέλει τον Μακρυγιάννη να συγχέει τα ονόµατα και να καλεί στην πραγµατικότητα τον ∆ηµήτριο Ζωγράφο, του οποίου ο γιος Παναγιώτης σπουδάζει αργότερα στο Σχολείο των Τεχνών. Πράγµατι, κάποια από τα έργα που συµπληρώνουν τα Αποµνηµονεύµατα υπογράφονται από τον ∆ηµήτριο.

Ο Ζωγράφος έρχεται µαζί µε τους δύο γιους του και αναλαµβάνει την αποτύπωση των αναµνήσεων του Μακρυγιάννη. Λίγο πριν, ο τελευταίος είχε αναθέσει το ίδιο έργο σε έναν «Φράγκο». Η συνεργασία δεν ευδοκίµησε, όπως αναφέρει ο στρατηγός. Και τούτο διότι ο «Φράγκος» δεν κατάφερε να κατανοήσει και να ταυτιστεί µε το πώς ο στρατηγός βίωσε τον αγώνα. «Ό,τι δεν κατάφερε ο λόγιος ΄΄Φράγκος΄΄», λέει ο Μακρυγιάννης, «το κατόρθωσε αυτός ο Έλληνας, που δεν πήγε σε δάσκαλο και γεννήθηκε καθώς η µητέρα του µάζευε ξύλα». Εδώ, εκφράζεται ήδη µια αισθητική προδιάθεση εκ µέρους του στρατηγού στην αντιπαραβολή της µε τον «λόγιο Φράγκο». Ο Μακρυγιάννης, όπως και ο Ζωγράφος, δεν αποδίδουν καλλιτεχνική αξία στα αποτελέσµατα της συνεύρεσής τους. Το εγχείρηµα κρίθηκε ως επιτυχηµένο, καθότι έδωσε µιαν απλή και εκλαϊκευµένη ερµηνεία του τρόπου που ο Μακρυγιάννης αντιλαµβανόταν τον αγώνα, καθώς και του οράµατός του για αυτόν. Ο Ζωγράφος εικονογραφεί µάλλον εµπειρικά την επανάσταση, µε τις µεθόδους που ο ίδιος γνωρίζει και τη λογική που διέπει µια συγκεκριµένου τύπου ζωγραφική παράδοση: αυτήν της εικονογραφίας της ύστερης βυζαντινής περιόδου, που, όπως και η ώριµη, επιφυλάσσει για τον δηµιουργό το ρόλο του ενδιάµεσου, αυτού που µεταφράζει ένα -άλλοτε θεϊκό, εδώ του Μακρυγιάννη- λόγο και τον κοµίζει σε εικόνα.

Πρόσφυγες του Αγώνα στην Αίγινα. Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Βρισκόµαστε στη δεκαετία του 1830. Η ενθρόνιση του Όθωνα ανοίγει την πόρτα στα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύµατα της ευρωπαϊκής ∆ύσης. Η Αθήνα γίνεται σύµβολό µιας νέας οπτικής και επιβολής του εθνικού µύθου, στον οποίο βρίσκει τα ερείσµατά του το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Η µεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο σηµατοδοτεί τη στροφή από το άµεσο κοινοτιστικό παρελθόν των χρόνων της οθωµανικής επικυριαρχίας στην επιτηδευµένη επιστροφή στην ελληνική κλασική αρχαιότητα, πάνω στην οποία µπόρεσε να στηθεί ένα σύγχρονο κράτος µε ευρωπαϊκό προσανατολισµό. Πιστοποιεί την αλλαγή πλεύσης από τον «ανατολικό µεσαίωνα» στη «δυτική νεωτερικότητα», η οποία την εποχή εκείνη, και σε ό,τι αφορά την πολιτιστική παραγωγή, διανθίζεται από το νεοκλασικισµό, το ροµαντισµό και τον οριενταλισµό. Μια σειρά από ζωγράφους περνά από την Αθήνα για να εµπλουτίσει την εικονολογία της ελληνικής επανάστασης, µε σκηνές µαχών και πορτραίτα των πρωταγωνιστών της. Προεξέχοντες οι Karl Krazeisen και Peter Von Ess, παραδίδουν δείγµατα της ακαδηµαϊκά προσδιορισµένης δεξιοτεχνίας τους και οριοθετούν όσο το δυνατόν πιο πρώιµα την πορεία που µέλλει να λάβει η µετέπειτα ελληνική τέχνη. Αντίγραφα των πορτραίτων αυτών κοσµούν µέχρι και σήµερα σχολεία και στρατόπεδα, ή όποιον άλλο χώρο στον οποίο διατηρείται η προσδοκία υπενθύµισης ενός ένδοξου παρελθόντος και ενός ελπιδοφόρου µέλλοντος. Ήδη το 1824, ο Delacroix έχει ζωγραφίσει και εκθέσει τη Σφαγή της Χίου και, τρία χρόνια µετά την Ελλάδα πάνω στα ερείπια του Μεσολογγίου .

Η αλληγορία, ο συµβολισµός, η δραµατικότητα και η τραγικότητα συνιστούν µιαν «ανάγνωση» των γεγονότων που διαδραµατίζονται στην Ελλάδα, καθώς και µίαν ένδειξη ιδιότυπης αλληλεγγύης µε τους έλληνες εξεγερµένους. Την ίδια χρονιά που ο Delacroix στρέφει το βλέµµα στο Μεσολόγγι, πολιορκείται η Αθήνα, γεγονός που µνηµονεύει ο Μακρυγιάννης και απαθανατίζει για λογαριασµό του ο Ζωγράφος µια δεκαετία αργότερα.

Η πολιορκία της Αθήνας δεν αποπειράται να συµβολοποιήσει, να τραγικοποιήσει, να δραµατοποιήσει, αλλά ούτε και να εξωραΐσει ιστορικά και φαντασιακά συµβάντα, πολλώ δε µάλλον να εκφράσει αλληλεγγύη. Χαρτογραφεί ανεπιτήδευτα, χωρίς να προσφέρει µιαν ακόµα προσωπική ανάγνωση, µακριά από τοmétier µιας ψευδαισθησιακής ζωγραφικής, αλλά µε αυτό που προσιδιάζει σε έναν λαϊκό τεχνίτη µε συγκεκριµένες προσλαµβάνουσες και φορέα µιας ορισµένης βυζαντινότροπης παράδοσης, η οποία προκρίνει, µεταξύ άλλων, την επιπεδότητα του πίνακα, την «ισότητα» των µορφών ή την απέριττη -ίσως αφελή- και «άδολη» εξιστόρηση. Τούτο το τελευταίο, ήταν µέληµα του Μακρυγιάννη και ο Ζωγράφος ταυτίστηκε µαζί του. Ωστόσο υπάρχει και ένα άλλο παράδειγµα: το έργο υπό τον τίτλο «Η ∆ίκαια απόφασις του Θεού δια την απελευθέρωσιν της Ελλάδος». Στη σύνθεση επιχειρείται να ενταχτούν και άλλα στοιχεία. Η Ελλάδα εµφανίζεται µε τη µορφή µιας κοπέλας, που στην πρώτη εκδοχή φορά ενδυµασία της εποχής της επανάστασης, κρατώντας ασπίδα και δόρυ. Στη νεότερη, όµως, παρουσιάζεται µε αρχαιοελληνικό ένδυµα. ∆εξιότερα ο Όθωνας µε την Αµαλία. Αντίκρυ τους οι βασιλείς των τριών δυνάµεων, Νικόλαος, Βικτωρία και Φίλιππος. Άγγελοι προσφέρουν στέφανα στους τρεις πρώτους, διαδικασία που επιβλέπει ο Θεός και δοξολογεί λαός και κλήρος. Έγινε λόγος για δύο εκδοχές. Τα έργα µεταφέρθηκαν κατ’ εντολή του Μακρυγιάννη σε λιθογραφίες από τον Αλέξανδρο Ησαΐα, µε σκοπό να βγουν αντίγραφα τους, µε µικρές επεµβάσεις, χωρίς όµως ουσιαστικές παραλλαγές. Στη µεταφορά τους όµως φαίνεται πως ο Ησαΐας αλλοίωσε τα έργα, πράγµα που καταδίκασε ο Μακρυγιάννης. Στις µετατροπές αυτές αντανακλώνται κάποιες από τις αισθητικές ζυµώσεις που έµελλαν να αποτελέσουν τις βασικές συνισταµένες βάσει των οποίων µπορούµε να διαβάσουµε την µετέπειτα νεοελληνική ζωγραφική και τέχνη.

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων. Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.

Αν υποθέσουµε πως ο Ζωγράφος φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που απαντώνται σε αυτό που προηγουµένως ονοµάσαµε «γηγενές», «λαϊκό» και «βυζαντινότροπο», στις «διορθώσεις» στο έργο του η «∆ικαία απόφασις του θεού δια την απελευθέρωσιν της Ελλάδος» προσµετρούνται αρκετά από εκείνα τα στοιχεία που φέρνουν στην Ελλάδα οι φιλέλληνες, ο νεοκλασικισµός και ο ροµαντισµός. Η αφήγηση γίνεται περισσότερο αλληγορική, ιεραρχηµένη, και αποκτά έντονο συµβολισµό. Οι προσµίξεις και οι επιρροές από τη δυτική τέχνη γίνονται αρκετά εµφανείς. Αν κάτι παραµένει από την ανατολική, βυζαντινότροπη τέχνη, αυτό είναι η θρησκευτική αναφορά, συµπληρωµένη από την (ελέω Θεού) προτροπή για την αναγνώριση της κοσµικής εξουσίας. Η επιµειξία της ανατολικής µεταφυσικής µε την επιβεβληµένη αρχαιοπρέπεια αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία µπορούµε να αναγνώσουµε τη µελλοντική αντινοµία ανάµεσα στην παραδοσιοκρατία και το νεοτερισµό, το θρησκευτικό στοιχείο παράλληλα µε το εθνικό, που στιγµάτισαν αντινοµικά τη µετέπειτα συζήτηση περί  ελληνικότητας . Όπως επίσης και τη συµπερίληψη σε αυτήν ψηγµάτων διαφορετικών τύπου εθνικισµών, του «µυθικού», του πολιτιστικού και του πολιτικού. Το τρίπτυχο, αρχαίο-βυζαντινό-νέο καθηλώθηκε στην αναζήτηση µιας ιδέας ιστορικής συνέχειας, που λησµονούσε τα προτάγµατα που κρύβονταν πίσω της. Ο Ζωγράφος θα µπορούσε να θεωρηθεί ο πρώτος δηµιουργός της νεοελληνικής τέχνης. Εντούτοις, κάτι τέτοιο προϋποθέτει πως η γενεαλογία που εγκαινίασε οφείλει να συµπεριλάβει την εµπειρία και τη γνώση των κατοπινών επιρροών της. Οι αµφισηµίες που προκαλούν οι -αισθητικές και µη- µεταεπαναστατικές ζυµώσεις παρέµειναν ζωντανές, αποτελώντας συχνά φενάκη. Έναν αιώνα µετά, πολλοί εξακολούθησαν να πελαγοδροµούν σε σχήµατα που διαµόρφωσε ο 19ος αιώνας στην Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη γενικότερα, αναπαράγοντας ή προσπαθώντας αφελώς να γεφυρώσουν τις εντάσεις ανάµεσα στο λόγιο ή το «έντεχνο» και το λαϊκό, το αυτόνοµο και το ετερογενές, το φυσικό και το µεταφυσικό.

Αρκετοί µετά τον Ζωγράφο ακολούθησαν το δρόµο του εξωτερικού, αρχικά του Μονάχου και µετέπειτα του Παρισιού, αναζητώντας µε παράδοξο τρόπο το µίτο που θα τους οδηγούσε στην ανακάλυψη µιας ταυτότητας. Άλλοι, έναν αιώνα περίπου µετά, έκαναν µια στροφή προς τα πίσω, προς τις απαρχές µιας κατ’ επίφαση ελληνικότητας, όσο το δυνατόν καθαρότερης από τις ανταλλαγές µε την Εσπερία. Αλλά λίγοι ήταν αυτοί που έδειξαν ενδιαφέρον για τις πραγµατικές συνθήκες ανάδυσης αυτού που ονοµάζεται νεοελληνική τέχνη.

Επιμέλεια: Ηλίας Ν.  Λιαμής, Σύμβουλος Ενότητος Πολιτισμού